Λογοτεχνία

Γιώργος Σιώμος “Τα δέντρα ανθίζουν ερήμην μας”

……………………

Ο Γιώργος Σιώμος ξαφνιάζει για ακόμη μια φορά με τη γραφή του. Λιτή γραφή και συγκινητική.

Ισορροπώντας ανάμεσα στον πεζό λόγο και την ποίηση, με φλέβες ζωής πραγματικής, που χτίστηκε μέσα στη φύση από τα παιδικά του χρόνια, με μια γαλήνια ωριμότητα που τον κάνει να αφουγκράζεται τα δέντρα και να αποκωδικοποιεί τις συνομιλίες τους τις μυστικές, καταθέτει μέσα από τα μικρά του αυτά κείμενα την ευαισθησία του και την ιδιαίτερη ματιά του πάνω στα ανθρώπινα…

far

………….

Βελανιδιές και οπωροφόρα

Ι. Τα φύλλα το φθινόπωρο

αλλάζουν χρώματα πολλά μέχρι να πέσουν. Μικραίνει ο μίσχος τους, μαραίνεται και δεν τα κρατάει πια.

Τα δέντρα, δεν τα θέλουν, τα πετάνε σαν ρούχα που τρίφτηκαν, που φθάρθηκαν, αχρείαστα είναι και τα διώχνουν.

Πεσμένα τα φύλλα το φθινόπωρο παίρνουν το χρώμα της φθοράς

Κι αυτά που νόμιζαν την άνοιξη πως θα’ ναι πάντα νέα!

 

ΙΙ. Τα δέντρα μας δεν είναι αειθαλή

μας θυμίζουν πως είμαστε θνητοί

Πέφτουν τα φύλλα τους

πότε απαλά πότε βίαια

όπως φεύγουν οι ώρες οι μέρες και τα χρόνια μας

Γυμνά κοιμούνται το χειμώνα

σιωπηλά υπομένουν

τον άνεμο και την παγωνιά

Μα την άνοιξη ξυπνούν απότομα

φουσκώνουν

ποτάμια γίνονται χρωματιστά

Μετά γεννούν καρπούς

για μας και τα παιδιά μας

Ύστερα πάλι τα φύλλα τους πέφτουν

πότε απαλά πότε βίαια

όπως οι ώρες οι μέρες και τα χρόνια μας

 

III. Τέλος Φλεβάρη ανθίζουν οι αμυγδαλιές

Αρχές του άλλου μήνα οι κορομηλιές

Στις έξι Μάρτη Κιλελέρ

βουβαίνεται ο καιρός

κι ακούς τριξίματα των μπουμπουκιών

που παν να γίνουν άνθη

Οι γάτες ήσυχες στο κεφαλόσκαλο κοιμούνται

μα οι σκύλοι αλυχτούν τις νύχτες φοβισμένοι

θαρρούν προμήνυμα σεισμών των μπουμπουκιών το ξέσπασμα

 

ΙV. Τα φύλλα της βελανιδιάς δεν έπεσαν, κρατούν γερά ακόμη.

Τα βρήκαν μπόρες, άνεμοι, χειμώνας

μα αυτά κοσμήματα χρυσά

καρφιτσωμένα αστράφτουν στο πέτο γυναίκας όμορφης και θελκτικής και ωραίας.

 

V. Γύρισε η δαμασκηνιά και είπε στην κερασιά που ήταν πλάι της.

Δ- Τα άνθη μου είναι λευκά.

Κ.- Και τα δικά μου είναι λευκά με ροπή προς το ροζ.

Δ- Μέχρι να πέσει ο ήλιος, οι μέλισσες τρυγούν τη γύρη μου.

Κ – Πολύβουο μελίσσι στα ολόλευκα άνθη μου και δυο πολύχρωμα πουλιά στα κλωνιά μου ετοιμάζονται να χτίσουν τη φωλιά τους.

Δ- Τα φύλλα μου είναι κύπελα να ξεδιψούν οι οδοιπόροι.

Κ.-Κούπες κρασιού μεθυστικού είναι τα δικά μου φύλλα.

Δ-Οι καρποί μου είναι μωβ οβάλ γλυκόξινοι.

Κ- Κόκκινα φιλιά σε ανθισμένα χείλη όλο γλύκα οι καρποί μου.

Έλεγαν έλεγαν για τις ομορφιές τους μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Αύριο πάλι θα τα πούμε, είπαν με μια φωνή. Έκλεισαν τα παράθυρα και πήγανε για ύπνο.

 

VI. Είναι και δυο λεύκες αειθαλείς στη ρεματιά.

Όταν εμείς παραπαίουμε, αυτές στέκουν εκεί στέρεες, ακλόνητες, ευθυτενείς

 

VII. Τα δέντρα ανθίζουν ερήμην μας

Πρώτα οι αμυγδαλιές και οι κορομηλιές

Έπειτα οι κερασιές και οι αχλαδιές

Κατόπιν οι κυδωνιές και οι μηλιές

Α και οι πασχαλιές, οι πασχαλιές!

Από κοντά οι συκιές και οι καρυδιές σκάνε πράσινα μπουμπούκια

Εμείς, μπορεί να είμαστε εδώ ή να λείπουμε μακριά

στη Γερμανία, στην Αυστραλία ή μπορεί ακόμα να είμαστε και μακαρίτες

μπορεί τα σπίτια μας να έχουνε ρημάξει

όμως τα δέντρα στις αυλές μας ανθίζουν

Ερήμην μας ανθίζουν

 

VIII.  Ελάτε, είπε η κληματαριά, τα σταφύλια μου έχουν γλυκάνει. Δείτε πώς γυαλίζουν στον ήλιο; Φάτε να γλυκανθεί ο ουρανίσκος σας. Τρυγήστε με.

Τα σύκα μου κι από το μέλι πιο γλυκά. Πάρτε τα πιο ώριμα. Δοκιμάστε πεντέξι. Αφήστε τα στον ήλιο να ξεραθούν για τον χειμώνα ή κάντε τα γλυκό του κουταλιού. Ευφρανθείτε.

Λούφαζαν οι σπόροι μου χινόπωρο, χειμώνα μες στο χώμα. Άφθονα τα νερά κι άπλωσα ρίζες, κλωνιά, φύλλα και να! δεκαοχτώ πεπόνια σαν αυγουστιάτικα φεγγάρια. Κοπιάστε, πάρτε δυο τρία, για σας και τα παιδιά σας.

Φύσηξε αέρας χτες κι έπεσαν τα πιο ώριμα, τα πιο γινωμένα καρύδια μου. Ορίστε, σκύψτε, μαζέψτε τα και σπάστε μερικά. Στεγνώστε τα στον ήλιο του Σεπτέμβρη και κάντε καρυδόπιτα, χαλβά σιμιγδαλένιο, μπακλαβά βουτύρου.

Κρυφογελούσε η πράσινη μηλιά γιατί καλά το ξέρει πως οι καρποί της, μήλα πράσινα, σκληρά, στιλπνά κι ανθεκτικά μπορούν να μας φιλεύουν μέχρι τα Χριστούγεννα.

 

IX. Έλα και ράβδισέ με. Από καρπούς είμαι κατάφορτη. Σ’ ευχαριστώ που μου’ ριχνες νεράκι στις κάψες του καλοκαιριού. Στο ανταποδίδω τώρα. Από χαμηλά και με το μαλακό. Και μην ξεχνάς, ανήκεις πια στην τάξη των ευπαθών ομάδων. Όσο φτάνει το ραβδί σου κι όσο μπορείς. Μην κάνεις ταρζανιές κι ανέβεις επάνω στα κλωνάρια μου. Όχι όπως τότε με τη μάνα σου που εσύ τίναζες κι αυτή από κάτω μάζευε καρύδια και καρδιοχτυπούσε ” μη τόσο ψλα ρα πιδί μ” κι ανέβαινες σαν καλικάντζαρος στο πιο ψηλό, στο πιο λιγνό κλαδί.

Ράβδισε τα χαμηλά κλωνάρια μου, για ν’ ανασάνω. Για νά βρουν χώρο τα πιο άγουρα καρύδια μου. Σιγά σιγά θα ωριμάσουν όλα. Κι όσα δεν έριξες εσύ θα πέσουν απ’ τη βροχή και τον αέρα. Ένα από σένα θέλω μόνο. Να τα κοιτάς και τα μαζεύεις όταν πέφτουν, μην πάει ο κόπος μου χαμένος.

 

X. Τώρα πια που δεν μου μένει παρά να γυρίζω πίσω, βάζω τα χέρια μου στις τσέπες και βρίσκω παλιά απομεινάρια μνήμης. Σε κάθε τσέπη απ’ το σακάκι ή το αμάνικο που έχει και πολλές, πιάνω μία και δυο και τρεις μπουσλίκες. Έχουν σχήμα σφαιρικό μικρού οχήματος εξωγήινων πολιτισμών με μια λωρίδα εξογκώματα μικρά στη μέση που σκίζει, όπως η νοητή γραμμή του Ισημερινού, τη γη. Μοιάζουν και με γράφημα ψηφιακό του κορονοϊού αν του αφαιρέσουμε πολλές ακτίνες απ’ τους πόλους. Καρποί είναι των θάμνων της βελανιδιάς σαν στρόγγυλα μικρά καρύδια.

Αντί για μπίλιες που δεν είχαμε, παίζαμε τις μπουσλίκες στα διαλείμματα των μαθημάτων. Ένας, ο πιο μάγκας, ο πιο έξυπνος, ο πιο πανούργος κι επιδέξιος την είχε καψαλίσει τη μπουσλίκα του από τη μια πλευρά, σημάδευε του αντίπαλου τη μπίλια και κέρδιζε συνέχεια. Είχε αποκτήσει δυνάμεις μαγικές, υπερφυσικές γιατί και τα κορίτσια, πάνω στα πρώτα μας σκιρτήματα, τον έβλεπαν με άλλο μάτι κι αυτόν και τη μπουσλίκα του, ακόμα κι εκείνη η πιο όμορφη, η πιο θελκτική, η πιο ελκυστική που όλοι επιζητούσαμε την εύνοιά της, εκείνη η κοπελιά η αμυγδαλομάτα, που τώρα από κλινική σε κλινική γυρνάει και υποφέρει, μου την θυμίζει η μπουσλίκα που κρατάω στην απαλάμη μου και τη χαϊδεύω όπως δεν χάιδεψα ποτέ εκείνη.

 

XI.Τα σταφύλια κρέμονται στους φράχτες

Η χαρά της σφήκας και των πουλιών

Τα καρύδια πάνω στα δέντρα ή πεσμένα στο έδαφος

Προσμένουν τον άνθρωπο και την αρκούδα να τους φιλέψουν

Τα σύκα που άνοιξαν σαν τριαντάφυλλα μετά τη βροχή

Περιμένουν στόματα έκπληκτα να τα γλυκάνουν

Τα μήλα στίλβουν στα κλωνάρια των δέντρων

Και μια κυδωνιά καχύποπτη σκύβει

Και μας κοιτάζει με το στυφό της ύφος

 

XII. Μετά τη βροχή τα δέντρα δακρύζουν

Κάθε κλωνί δεκάδες κόμποι

Κάθε κόμπος κι ένα διαμάντι

Τη νύχτα στο φως του φανοστάτη

μια αλυσίδα από χριστουγεννιάτικα φωτάκια λάμπει στα γυμνά κλωνιά τους

 

XIII. Μποτσουάνα

Επιστρέφω με δυο κυδώνια και μια λέξη. Μποτσουάνα.

Περνώ από το σπίτι του Λάκη, ο οποίος τον τελευταίο καιρό λείπει συχνά. Όπως βλέπω την αυλή γεμάτη κίτρινα φύλλα και τον κήπο του στρωμένο με φύλλα και κυδώνια με πιάνει μια θλίψη. Σταματώ στην κυδωνιά. Ο κορμός της είναι μέσα από τον φράχτη ενώ πολλά κλωνάρια βγαίνουν έξω και τα κυδώνια τους πέφτουν στον δρόμο. Βλέπω δυο κυδώνια που μπορώ να πάρω. Ανάμεσά τους είναι η Μποτσουάνα. Μοιάζει με πουλί, με κουκουβάγια. Με κοιτάζει με κείνο το ύφος του μπούφου που δεν καταλαβαίνεις αν σε κοιτάζει με συμπάθεια ή εχθρότητα. Το πουλί της σοφίας, σκέφτομαι. Νιώθω όμως και μια απροσδιόριστη απειλή. Το πουλί της σοφίας και της απειλής. Τακ κάνω στο κοτσάνι με το ραβδί μου και πέφτει το ένα κυδώνι. Τακ στο άλλο κοτσάνι, πέφτει και το άλλο κυδώνι.

Εμένα δεν θα με πάρεις; ρώτησε η Μποτσουάνα και χωρίς να περιμένει απάντηση πετάει και γαντζώνεται πάνω στον ώμο μου. Φεύγω με έναν φόβο και θυμάμαι τις ιστορίες που μας έλεγαν παιδιά για τα τζίνια. Αν το τζίνι ανέβει στον ώμο σου δεν πρέπει να μιλάς γιατί θα σου πάρει τη μιλιά. Περπατώ και δεν βγάζω άχνα. Πλησιάζουμε στο σπίτι κι ανασηκώνω το αριστερό μου χέρι να δω το ρολόι. Η Μποτσουάνα διαισθάνθηκε τον φόβο μου, κατέβηκε από τον ώμο και φτερούγισε πάνω στον καρπό μου, όπως το γεράκι στο χέρι Μογγόλου κυνηγού. Μη φοβάσαι, μου λέει, μπόρα είναι, θα περάσει.