“Γιατί η Κίνα φοβάται μια στρατηγική ήττα των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν;” / γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος
Σε αυτόν τον ολοκληρωτικό ανταγωνισμό, ο μόνος σίγουρος χαμένος είναι ο πολίτης, που καλείται να πληρώσει το τίμημα μιας γεωπολιτικής φιλοδοξίας που τον ξεπερνά
Θα ακουσθεί εάν όχι οξύμωρο, όμως σίγουρα παράδοξο. Αλλά ανάμεσα σε όλα τα εξωφρενικά που αναδύονται μέσα από τον πόλεμο που εξαπέλυσε η Ουάσιγκτον, με την προτροπή του Ισραήλ, στο Ιράν και τον ρητορικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, το Πεκίνο ο μεγαλύτερος «συστημικός αντίπαλος» της Αμερικής, έχει κάθε λόγο ν’ ανησυχεί για μια πιθανή οικονομική αποτυχία της στην παρούσα σύρραξη.
Το στρατηγικό παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος», που διαρκώς εξαγγέλλει ο Ντόναλντ Τραμπ (και για τη δική του ‘γειτονιά’ ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου) δεν αφορά πλέον μόνο την εδαφική ή την παγκόσμια κυριαρχία, αλλά αναδεικνύεται σε ένα σκακιστικό παιχνίδι για τη διαχείριση των κρίσιμων πρώτων υλών, την «γνωστική κυριαρχία» και την επιβίωση του παγκόσμιου εμπορικού ιστού.
Το «Μέταλλο του Πολέμου»: Η Αχίλλειος Πτέρνα του ΠενταγώνουΣε τούτον τον πόλεμο η παντοδυναμία της Αμερικής, που θα ισοπεδώσει το Ιράν όπως διατείνεται ο Τραμπ, σε περίπτωση που παραταθεί ο πόλεμος, θα κινδυνεύσει να μείνει από όπλα. Το υπερσύγχρονο οπλοστάσιό της, που βασίζεται στην τεχνολογία αιχμής, η οποία με τη σειρά της έχει ανάγκη από συγκεκριμένες πρώτες ύλες -και φθηνές για μία τόσο μαζική παραγωγή-στηρίζεται σε μία επάρκεια που είναι εξαιρετικά επισφαλής λόγω ακριβώς της Κίνας.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα το βολφράμιο (στοιχείο 74 στον περιοδικό πίνακα στοιχείων), το οποίο όχι άδικα ο Κρις Μπέρι ονόμασε το «μέταλλο του πολέμου». Η σημασία του για τις ΗΠΑ είναι αδιαπραγμάτευτη, διότι χωρίς αυτό, η σύγχρονη πολεμική μηχανή τους σταματά. Το βολφράμιο είναι απαραίτητο για τα διατρητικά βλήματα, τις κεφαλές των πυραύλων Tomahawk και τα ακροφύσια των κινητήρων πυραύλων λόγω του ασύλληπτα υψηλού σημείου τήξης του.
Το πρόβλημα, εάν συνεχισθεί η αναμέτρηση με το Ιράν, για την Ουάσιγκτον είναι διπλό. Η πρώτη του πτυχή εξαρτάται από το κινεζικό μονοπώλιο. Το Πεκίνο ελέγχει, όπως συμβαίνει και για τα περισσότερα από τα «κρίσιμα» μέταλλα και το συντριπτικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας βολφραμίου. Αυτό το γεγονός μας φέρνει ενώπιον του άλλου πόλου στο δίλημμα. Ο πόλεμος με το Ιράν απαιτεί τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών ακριβείας. Αν οι ΗΠΑ εξαντλήσουν τα αποθέματά τους σε Tomahawk, θα πρέπει ουσιαστικά να «ζητήσουν έμμεσα άδεια» για να συνεχίσουν τον πόλεμο από την Κίνα, καθώς προκειμένου να αναπληρώσουν το οπλοστάσιό τους θα χρειασθεί να αγοράσουν πρώτες ύλες από τον βασικό τους αντίπαλο. Αυτή η εξάρτηση μετατρέπει το βολφράμιο σε έναν «μοχλό πίεσης» (leverage) που η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει για να στραγγαλίσει την αμερικανική άμυνα χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα.
Σπάνιες Γαίες: Η στρατηγική της «ελεγχόμενης ασφυξίας»
Η Κίνα ήδη από την έναρξη της προεδρίας του Τραμπ χρησιμοποιεί τις σπάνιες γαίες ως εργαλείο απέναντι στην πολιτική δασμών ως μοχλού πίεσης που εφαρμόζει ο Αμερικανός πρόεδρος, απαντώντας με τον ίδιον τρόπο στον «ολοκληρωτικό νεοφιλελευθερισμό», όπως θα έλεγαν οι σύγχρονοι πολιτικοί στοχαστές, που επιδιώκει να επιβάλλει το λόμπι που εκπροσωπεί ο ιδιόμορφος επιχειρηματίας-ηγέτης της Υπερδύναμης. Γιατί, το Πεκίνο δεν έχει μόνον το πάνω χέρι στη δική του παραγωγή σπάνιων μετάλλων: επίσης το 90-95% της επεξεργασίας τους σε τρίτες χώρες (Αφρική, Ασία, Ν. Αμερική) γίνεται από κινεζικές εταιρείες και με κινεζική τεχνογνωσία! Ελέγχοντας όλες τις βαθμίδες στην αλυσίδα εφοδιασμού για τις απαραίτητες για τον σύγχρονο καπιταλισμό σπάνιες γαίες, το Πεκίνο δεν καθορίζει μόνο τις τιμές, αλλά και το ποιος έχει δικαίωμα στην τεχνολογική πρόοδο -κάτι που η Ε.Ε. με την άφρονα και υποτακτική πολιτική της έχει γνωρίσει καλά στο πετσί της.
Με την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η τιμή των στρατηγικών μετάλλων εκτοξεύεται. Αλλά κι η Κίνα, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Μια πλήρης διακοπή των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμιο οικονομικό κραχ. Δεδομένου ότι η κινεζική οικονομία παραμένει εξαγωγική, μια Αμερική που δεν μπορεί να καταναλώσει σημαίνει αυτόματα (δεδομένου ότι η Ευρώπη είναι πλέον γονατισμένη κι οι αναδυόμενες οικονομίες κι η Ασία στενάζουν ήδη από την ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος) και μια Κίνα που δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Το Πεκίνο φοβάται ότι αν κι οι ΗΠΑ λυγίσουν οικονομικά από το κόστος του πολέμου θα συμπαρασύρουν και το κινεζικό ΑΕΠ σε μια ατελείωτη σπείρα ύφεσης.

Και μέχρι στιγμής η Κίνα κερδίζει όσο οι ΗΠΑ εμπλέκονται σε τούτον τον πόλεμο, απλώς ασκώντας μία πολιτική αναμονής. Η οποία και αποδίδει, καθώς με τις τελευταίες κινήσεις του Τραμπ οι ΗΠΑ έχουν απωλέσει την ικανότητα να ‘πείθουν’ τους συμμάχους τους να τις ακολουθούν με όποιο κόστος. Ούτως ή άλλως, η ενεργειακή επάρκειά της είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων χωρών: όχι μόνον η προνομιακή της σχέση με το Ιράν επιτρέπει στα κινεζικά δεξαμενόπλοια να μπορούν να διασχίσουν τα στενά του Ορμούζ, αλλά κι η απαγόρευση εξαγωγών στα κινεζικά ιδιωτικά διυλιστήρια, που ωστόσο ως ανεξάρτητοι παίκτες μπορούν κι εφοδιάζονται από πολλές άλλες πηγές (πχ Αφρική). Ενώ και τα δεξαμενόπλοιά της βρίσκονται στο απυρόβλητο και μπορούν και διαπλέουν ακόμη κι εμπόλεμες περιοχές ή ακόμη κι απ’ τον Αρκτικό Κύκλο εξασφαλίζοντας αδιατάρακτες εμπορικές σχέσεις -ακόμη και με τη Βρετανία. Και φυσικά, η Κίνα από καιρό έχει διαφοροποιήσει και το ενεργειακό της μοντέλο με έμφαση στην καθαρή ενέργεια, που την καθιστά πρωτοπόρα σε πολλούς τομείς (πχ φωτοβολταϊκά)
Οι Αμερικανοί πολίτες θα κληθούν να πληρώσουν ακριβά το κόστος του πολέμου
Πλέον ακόμη και ο αμερικανικός Τύπος συμφωνεί πως ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μια μακρινή σύγκρουση, αλλά μια άμεση επίθεση στο πορτοφόλι του μέσου Αμερικανού. Σιγά σιγά η αμερικανική κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος που θα έχει αυτή η douloureuse (η «λυπητερή») του πολέμου. Ήδη η Amazon έχει αυξήσει τις χρεώσεις της στα μεταφορικά κόστη. Τα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια έχουν αυξηθεί, όπως κι οι τιμές των πλαστικών συσκευασιών, δηλ. και των προϊόντων που τις χρησιμοποιούν (αναψυκτικά, απορρυπαντικά κλπ).
Όμως για την αμερικανική οικονομία τα χειρότερα έπονται. Ήδη οι πολίτες ετοιμάζονται για ένα ενεργειακό σοκ. Η πιθανή διακοπή στα στενά του Ορμούζ αναμένεται σύντομα να εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι. Αυτό μεταφράζεται σε άμεση αύξηση στο κόστος μετακίνησης, θέρμανσης και παραγωγής τροφίμων.

Μία τέτοια εξέλιξη θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην πορεία του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και στο διογκωμένο ήδη χρέος της. Σε περίπτωση που παραταθεί η σύρραξη στο Ιράν, η χρηματοδότηση μιας τόσο μακροχρόνιας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή απαιτεί την έκδοση νέου χρέους. Σε μια εποχή ήδη υψηλών επιτοκίων, αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί πολίτες θα πληρώνουν «φόρο πολέμου», μέσω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης, για τις επόμενες δεκαετίες. Αυτό θα έχει ολέθριες συνέπειες, κυρίως σε εκείνο που φοβούνται όλα τα καπιταλιστικά μονοπώλια: στην ιδιαίτερα σημαντική στις ΗΠΑ «ψυχολογία της κατανάλωσης». Η ενεργειακή κι οικονομική αβεβαιότητα οδηγεί σε κάθετη πτώση την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Όπως επισημαίνει η Washington Post σε πρόσφατο άρθρο της, οι Αμερικανοί αισθάνονται ήδη το βάρος μιας «πολεμικής οικονομίας» χωρίς να έχουν κηρυχθεί επίσημα σε πόλεμο.
Η σύγκρουση της ηλεκτροκίνησης με το υβριδικό δίλημμα της Κίνας
Ένα από τα στοιχεία που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την Κίνα σε σχέση με την πιθανότητα η ενεργειακή κρίση να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε αλλαγή πολιτικής, είναι και μία πιθανή υποχώρηση της ηλεκτροκίνησης (EV) έναντι της υβριδικής τεχνολογίας. Με δεδομένη την αποτυχία της Tesla να παράξει πιο οικονομικά, ανθεκτικά και πιο αυτόνομα αυτοκίνητα από την κινεζική BYD, η κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία έχει αναδειχθεί σε κυρίαρχο της σχετικής αγοράς. Μάλιστα, η Κίνα επένδυσε δισεκατομμύρια στην κυριαρχία των μπαταριών λιθίου, όπου κατέχει 85-90% της παγκόσμιας αγοράς. Ωστόσο, αν η παγκόσμια αγορά και ιδίως η αμερικανική, στραφεί προς τα υβριδικά -λόγω του κόστους και της έλλειψης υποδομών- η Κίνα κινδυνεύει να βρεθεί με τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα που κανείς δεν θα θέλει.
Αυτή η ανατροπή για την Κίνα συνδέεται με τον πόλεμο: εάν οι ΗΠΑ αναγκαστούν να αλλάξουν το βιομηχανικό τους μοντέλο λόγω της κρίσης και φυσικά μαζί με αυτές κι οι εξαρτώμενοι σύμμαχοί της, η Κίνα μπορεί να χάσει το πλεονέκτημα που έχτιζε επί 20 χρόνια.
Η Κίνα φυσικά και δεν επιθυμεί μια αμερικανική νίκη στο Ιράν, αλλά παράλληλα τρέμει και μια αμερικανική κατάρρευση. Οι μεγάλες δυνάμεις, όσο κι εάν τούτο είναι παράδοξο, λόγω του «τεχνοφεουδαρχισμού» και του μοντέλου παραγωγής τους, είναι πλέον στενά «δεμένες» στην ίδια αλυσίδα εφοδιασμού και εμπορικών σχέσεων. Σε περίπτωση που οι ΗΠΑ βγουν λαβωμένες οικονομικά από το Ιράν, η Κίνα θα βρεθεί με έναν κατεστραμμένο πελάτη (ΗΠΑ/Ευρώπη), μια παγκόσμια αγορά που δεν θα μπορεί πλέον να αγοράσει τις κινεζικές τεχνολογίες, αλλά κυρίως και με μία εσωτερική ύφεση και συνεπακόλουθα και μια κοινωνική κρίση λόγω της μείωσης των εξαγωγών.
Το βολφράμιο, οι σπάνιες γαίες και οι αλγόριθμοι της Meta ή το αμερικανικό σχέδιο Pax Silica για ολοκληρωτική επένδυση στην ΤΝ (στο πλαίσιο και του «γνωσιακού πολέμου» και με την Κίνα) είναι τα κομμάτια ενός παζλ που δείχνει ότι στο σύγχρονο κόσμο, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα, αλλά στα ορυχεία και στους τραπεζικούς λογαριασμούς των απλών πολιτών.
Η Ουάσιγκτον πρέπει να βρει τρόπο να απεξαρτηθεί από το «μέταλλο του πολέμου» του Πεκίνου, οι εταιρείες από τις γραμμές εφοδιασμού και μεταποίησης των σπάνιων γαιών και των μικροτσίπ που σχεδόν παγκοσμίως ελέγχει η Κίνα, ενώ το Πεκίνο πρέπει να ελπίζει ότι ο Αμερικανός καταναλωτής θα αντέξει το σοκ, για να συνεχίσει να αγοράζει τα προϊόντα του.

Σε αυτόν τον ολοκληρωτικό ανταγωνισμό, ο μόνος σίγουρος χαμένος είναι ο πολίτης, που καλείται να πληρώσει το τίμημα μιας γεωπολιτικής φιλοδοξίας που τον ξεπερνά















































































































