Άρθρα Κοινωνία Οικονομία

“Η ακρίβεια ανακυκλώνεται με ευθύνη της κυβέρνησης” / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας

Η Ευρώπη κινείται πλέον σε τρεις ταχύτητες όσον αφορά στα καύσιμα: στον Βορρά, οι τιμές ξεπερνούν τα 2 ευρώ το λίτρο, στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη (Βουλγαρία, Ρουμανία, Πολωνία, Κροατία, εν μέρει και Κύπρος), όπου οι φόροι είναι χαμηλότεροι, οι τιμές πέφτουν κοντά στο 1,30, ενώ ο μέσος όρος διαμορφώνεται γύρω στο 1,65.

Σε αυτό το τοπίο η Ελλάδα δεν βρίσκεται στη «μέση» – έχει ήδη μετακινηθεί προς την ακριβή ζώνη. Με τιμές βενζίνης περίπου στο 1,85, η χώρα συγκαταλέγεται στις πέντε ακριβότερες της Ε.Ε., ξεπερνώντας τον μέσο όρο κατά περίπου 10%-12%. Το παράδοξο είναι ότι αυτό δεν οφείλεται σε αυτή καθαυτή την αύξηση της τιμής του πετρελαίου λόγω του πολέμου, αλλά κυρίως στη φορολογία, που φτάνει σχεδόν το 60% της τελικής τιμής.

Και ενώ η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή πιέζει ήδη ανοδικά τις τιμές, η ελληνική αγορά ξεκινά από υψηλότερη βάση. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα κρίση μεταφέρεται πιο έντονη στον καταναλωτή. Με απλά λόγια, η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς τις αυξήσεις – τις αισθάνεται πρώτη και περισσότερο. Οι αυξήσεις στα καύσιμα δεν μένουν στην αντλία – διαχέονται παντού.

Με τη βενζίνη στην Ελλάδα κοντά στο 1,85 ευρώ το λίτρο, κάθε μεταφορά γίνεται ακριβότερη και περνά άμεσα σε τρόφιμα, υπηρεσίες και βασικά αγαθά. Ο καταναλωτής πληρώνει το ίδιο κόστος ξανά και ξανά, σε κάθε στάδιο της αλυσίδας.

Έτσι, η ακρίβεια αποκτά πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Από το ράφι του σούπερ μάρκετ μέχρι το τιμολόγιο μεταφορών, οι αυξήσεις έρχονται να προστεθούν σε μια ήδη υψηλή βάση. Σε μια χώρα που βρίσκεται στις πέντε ακριβότερες της Ε.Ε. στα καύσιμα, το περιθώριο απορρόφησης απλώς δεν υπάρχει.

Και όσο η διεθνής ένταση ανεβάζει τις τιμές της ενέργειας, το ελληνικό νοικοκυριό δέχεται διπλό πλήγμα: και από την αγορά και από τη δομή των τιμών. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές «ροκάνισμα» εισοδήματος, όπου η καθημερινότητα γίνεται ακριβότερη όχι με άλματα, αλλά με μικρές, συνεχείς επιβαρύνσεις.

Η κυβέρνηση θα μπορούσε να μειώσει ουσιαστικά τους φόρους στα καύσιμα – που φτάνουν το 60% της τιμής – και να ανακουφίσει άμεσα τον καταναλωτή, αλλά επιλέγει τη δημοσιονομική αυστηρότητα. Θα μπορούσε επίσης να ασκήσει πιο συστηματικούς ελέγχους στην αγορά και να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους, αντί για ήπιες παρεμβάσεις.

Αντί γι’ αυτά, καταφεύγει σε αποσπασματικές ενισχύσεις, αφήνοντας την ακρίβεια να ανακυκλώνεται. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η κυβέρνηση κάνει αυτή την επιλογή, αφού τελικά είναι εις βάρος της;

Το «γιατί» δεν είναι ένα – είναι συνδυασμός επιλογών και φόβων. Η κυβέρνηση δεν μειώνει ουσιαστικά τους φόρους για να μη διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία και την εικόνα σταθερότητας προς αγορές και εταίρους.

Αποφεύγει επίσης τη σκληρή σύγκρουση με την αγορά και φοβάται να προβεί σε μόνιμες δαπάνες που δύσκολα θα ελέγξει μετά. Με απλά λόγια, προτιμά να αποφύγει τώρα ένα οικονομικό ρίσκο.

Όμως έτσι μεταφέρει το βάρος στην κοινωνία, όπου η ακρίβεια γίνεται καθημερινή πίεση. Και αυτό, αργά ή γρήγορα, επιστρέφει – όχι ως οικονομική κρίση, αλλά ως πολιτική φθορά που συσσωρεύεται.

topontiki.gr

banner-article

Ροη ειδήσεων