Άρθρα Θέματα Παιδείας Κοινωνία

“Η τάξη του φόβου” / γράφει ο Ανδρέας Μαρολαχάκης

Κάποτε το σχολείο ήταν τόπος μάθησης, κόπου, ορίου. Σήμερα, σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις, γίνεται τόπος φθοράς, έντασης και φόβου. Όχι για τους μαθητές. Για τους εκπαιδευτικούς. Υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που δεν μπαίνουν στην τάξη με το άγχος του μαθήματος, αλλά με το άγχος της προσβολής

Με τον φόβο της πρόκλησης, της ειρωνείας, της απειλής, της συστηματικής απαξίωσης. Κι αυτό από μόνο του θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό σε όλη τη χώρα. Δεν έχει σημάνει. Σαν να το συνηθίσαμε. Σαν να θεωρούμε περίπου φυσικό ο εκπαιδευτικός να αντέχει τα πάντα.

Δεν είναι φυσικό. Είναι αρρώστια. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι υπάρχουν παιδιά με επιθετική ή παραβατική συμπεριφορά. Παιδιά δύσκολα υπήρχαν πάντα. Παιδιά οργισμένα, ατίθασα, τραυματισμένα επίσης υπήρχαν πάντα. Το αληθινό πρόβλημα σήμερα είναι άλλο: ότι η παραβατικότητα όχι μόνο εκδηλώνεται, αλλά συχνά προστατεύεται. Περιβάλλεται από δικαιολογίες, από μισές αλήθειες, από γονεϊκή τύφλωση, από θεσμική αδράνεια, από κοινωνική υποκρισία.

Ο μαθητής βρίζει; «Πάνω στα νεύρα του το είπε».

Ο μαθητής εξευτελίζει τον καθηγητή; «Κάτι θα προηγήθηκε».

Ο μαθητής απειλεί, διαλύει το μάθημα, μετατρέπει την τάξη σε αρένα; «Μην του βάλουμε ταμπέλα.»

Έτσι όμως δεν σώζεις ένα παιδί. Το εκπαιδεύεις στην ασυδοσία. Γιατί το παιδί που μεγαλώνει με την ιδέα ότι για όλα φταίνε οι άλλοι, ότι κάθε επίπληξη είναι προσβολή, ότι κάθε όριο είναι καταπίεση και κάθε συνέπεια αδικία, δεν προετοιμάζεται για τη ζωή. Αποσυνδέεται από αυτήν. Μεγαλώνει χωρίς μέτρο, χωρίς αυτογνωσία, χωρίς εσωτερικό φρένο. Κι όποιος δεν μαθαίνει όρια όταν είναι μικρός, θα τα βρει μπροστά του αργότερα, πολύ πιο σκληρά.

Το σχολείο δεν είναι θεραπευτήριο αυθαιρεσίας. Δεν είναι χώρος εκτόνωσης του θράσους. Δεν είναι σκηνή όπου ο πιο ασεβής επιβάλλει τον τόνο και ο πιο συνειδητός απολογείται επειδή προσπάθησε να βάλει τάξη. Το σχολείο είναι ο πρώτος δημόσιος χώρος όπου το παιδί οφείλει να μάθει κάτι στοιχειώδες: πως δεν είναι μόνο του στον κόσμο. Πως υπάρχουν άλλοι. Πως υπάρχουν κανόνες. Πως υπάρχει σειρά, ευθύνη, όριο. Πως ο σεβασμός δεν είναι διακοσμητική λέξη, αλλά όρος συνύπαρξης. Κι εδώ ακριβώς αποτυγχάνουμε.

Συζητάμε συχνά για τις γνώσεις των σημερινών μαθητών και τις συγκρίνουμε με τις γνώσεις των μαθητών του παρελθόντος. Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή. Δεν είναι όλα μαύρα ή άσπρα. Τα παιδιά σήμερα έχουν πρόσβαση σε πολλαπλά μέσα, σε πληροφορίες, σε τεχνολογία, σε εικόνες κι εργαλεία που οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μορφώνονται βαθύτερα. Γιατί η πληροφορία δεν είναι γνώση. Και η γνώση δεν είναι παιδεία. Ο μαθητής του παρελθόντος μπορεί να είχε λιγότερα μέσα, όμως συχνά είχε περισσότερη αντοχή στη μαθησιακή διαδικασία. Ήξερε καλύτερα τι θα πει να καθίσεις στο θρανίο, να ακούσεις, να κρατήσεις σημειώσεις, να κοπιάσεις χωρίς να ζητάς διαρκώς διέγερση, να δεχτείς ότι δεν γίνεται όλα να είναι εύκολα, γρήγορα κι ευχάριστα. Είχε ίσως λιγότερες πληροφορίες πρόχειρες στο χέρι, αλλά συχνά μεγαλύτερο σεβασμό προς το βιβλίο, προς την ώρα του μαθήματος, προς τον άνθρωπο που στεκόταν μπροστά στον πίνακα.

Δεν λέω ότι το παρελθόν ήταν ιδανικό. Είχε και φόβο και σκληρότητα και αδικίες. Όμως είχε κάτι που σήμερα φθίνει: την αίσθηση ότι το σχολείο είναι σοβαρή υπόθεση. Σήμερα βλέπουμε όλο και συχνότερα μαθητές που δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν, ν’ ακούσουν μέχρι τέλους, να μπουν στη λογική της προσπάθειας, ν’ ανεχτούν τη ματαίωση, να δεχτούν διόρθωση, να ξεχωρίσουν την ελευθερία από την ασυδοσία. Μπορεί να κινούνται γρήγορα σε μια οθόνη, αλλά δυσκολεύονται να σταθούν πέντε λεπτά μέσα σε μια πνευματική διαδικασία χωρίς νευρικότητα ή διάσπαση. Μπορεί ν’ απαντούν γρήγορα, αλλά όχι βαθιά. Μπορεί να μιλούν πολύ, αλλά ν’ ακούν λίγο. Αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι μορφωτικό ρήγμα. Η μόρφωση δεν μετριέται μόνο με το τι ξέρεις. Μετριέται και με το πώς στέκεσαι. Με το αν μπορείς ν’ ακούσεις. Με το αν μπορείς να πειθαρχήσεις για να μάθεις. Με το αν αντέχεις να διορθωθείς. Με το αν καταλαβαίνεις ότι ο απέναντί σου δεν είναι υπηρέτης σου ούτε στόχος σου.

Κι όμως ο εκπαιδευτικός έχει καταντήσει συχνά ο εύκολος στόχος όλων. Μπαίνει στην τάξη για να διδάξει και καλείται να κάνει τα πάντα: να ελέγξει εντάσεις, να συγκρατήσει εκρήξεις, να διαχειριστεί συμπεριφορές οριακές, ν’ αντέξει ειρωνείες, να κρατήσει ένα στοιχειώδες πλαίσιο σε περιβάλλον που συχνά μοιάζει έτοιμο να διαλυθεί. Και αν κάποια στιγμή πει «ως εδώ», αν χτυπήσει το χέρι στην έδρα για να σωθεί το μάθημα, αν βάλει απουσία, αν επιμείνει σε ποινή, αν υπερασπιστεί το αυτονόητο, τότε πολύ συχνά ο έλεγχος μετατοπίζεται πάνω του. Ξαφνικά απολογείται εκείνος. Όχι ο ταραξίας. Όχι ο υβριστής. Όχι ο μαθητής που δοκιμάζει τα όρια σαν να μην υπάρχουν.

Εκεί βρίσκεται το μεγάλο σκάνδαλο της εποχής. Όχι μόνο στη βία των μαθητών. Αλλά στην απονομιμοποίηση του δασκάλου. Τον θέλουμε ήρεμο, αλλά άοπλο. Υπεύθυνο, αλλά χωρίς κύρος. Παρόντα, αλλά δίχως στήριξη. Να κρατά όρθια την τάξη χωρίς πραγματικά μέσα. Να επιβάλλει κανόνες χωρίς συνέπειες.

Να βγάζει μορφωμένους νέους μέσα από ένα περιβάλλον που τον εξουθενώνει.

Αυτό δεν είναι εκπαιδευτική πολιτική. Είναι εγκατάλειψη.

Και οι γονείς έχουν τεράστια ευθύνη. Όχι όλοι. Αλλά πάρα πολλοί. Γιατί το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μετατραπείς σε συνήγορο του παιδιού σου. Το δυσκολότερο είναι να σταθείς απέναντί του και να του πεις: «Ναι, έφταιξες. Ναι, θα υποστείς συνέπειες. Ναι, θα ζητήσεις συγγνώμη». Εκεί κρίνεται η πραγματική αγάπη. Όχι στη συγκάλυψη, αλλά στη διαπαιδαγώγηση. Δεν είναι αγάπη ν’ αθωώνεις το απαράδεκτο. Δεν είναι φροντίδα να βαφτίζεις κάθε βία «ξέσπασμα». Δεν είναι προοδευτισμός να διαλύεις κάθε έννοια πειθαρχίας. Δεν είναι παιδαγωγική να διαπραγματεύεσαι τον σεβασμό.

Σε μια τάξη όπου ο καθηγητής διστάζει να κάνει παρατήρηση, ο μαθητής παίρνει ένα μάθημα πιο ισχυρό από κάθε κεφάλαιο βιβλίου: ότι ο θόρυβος νικά τον λόγο. Ότι το θράσος λυγίζει την ευθύνη. Ότι όποιος φωνάζει περισσότερο επιβάλλεται. Ότι ο κανόνας είναι αδύναμος και η ασέβεια ισχυρή. Από εκεί και πέρα η κατρακύλα είναι θέμα χρόνου. Το παιδί που σήμερα γελά όταν εξευτελίζεται ο δάσκαλος, αύριο θα γελά όταν εξευτελίζεται ο αδύναμος, ο συνάδελφος, ο ηλικιωμένος, ο νόμος, η ίδια η κοινή ζωή. Το παιδί που μαθαίνει πως μπορεί να κάνει τα πάντα χωρίς συνέπειες, θα γίνει ενήλικος που θα θεωρεί κάθε όριο προσωπική προσβολή. Και μια κοινωνία γεμάτη από τέτοιους ενήλικους δεν είναι ελεύθερη. Είναι διαλυμένη.

Η πολιτεία δεν μπορεί να κρύβεται άλλο πίσω από γενικόλογες δηλώσεις. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται καθαρή θεσμική προστασία, πραγματικά εργαλεία παρέμβασης, διοικητική κάλυψη, σαφές πλαίσιο συνεπειών, ψυχολογική και νομική υποστήριξη όταν απειλείται ή εξευτελίζεται. Όχι ευχολόγια. Όχι ανακοινώσεις μετά από κάθε ακραίο περιστατικό. Όχι σιωπή μέχρι το επόμενο επεισόδιο.

Και η κοινωνία πρέπει ν’ αποφασίσει επιτέλους τι θέλει απ’ το σχολείο. Θέλει πολίτες με γνώση, χαρακτήρα, αντοχή και αίσθηση ορίου; Ή θέλει αυτάρεσκες μονάδες που απαιτούν τα πάντα χωρίς να σέβονται τίποτα; Γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα χάσουμε μόνο την πειθαρχία μέσα στην τάξη. Θα χάσουμε κάτι βαθύτερο: την πίστη ότι η παιδεία είναι δύναμη συγκρότησης του ανθρώπου. Θα συνηθίσουμε σε σχολεία όπου ο δάσκαλος θα σωπαίνει για να προστατευτεί και ο μαθητής θα μαθαίνει πως η επιβολή είναι δικαίωμα. Και τότε δεν θα έχει ηττηθεί μόνο ο εκπαιδευτικός. Θα έχει ηττηθεί το ίδιο το σχολείο. Και μαζί του το μέλλον μας.

 Ανδρέας Μαρολαχάκης  – 11/3/26 

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ