“Η κατάργηση της μονιμότητας, οι εκπαιδευτικοί και το σχολείο” / γράφει ο Διονύσης Διαμαντόπουλος
//Η κυοφορούμενη κατάργηση της μονιμότητας στην Εκπαίδευση δεν συνιστά παρά μια βαθιά ιδεολογική επιλογή, που εισάγει κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας στην Εκπαίδευση, στηρίζεται στον κοινωνικό αυτοματισμό και αδιαφορεί για τις επιπτώσεις στην ποιότητα του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου.\\
–
Η συζήτηση για την κατάργηση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών, που επανέρχεται περιοδικά στον δημόσιο λόγο, αναζωπυρώθηκε πρόσφατα από την εκπεφρασμένη πρόθεση της Κυβέρνησης να καταργήσει, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Στο πλαίσιο αυτό, και για να είναι ο σχετικός δημόσιος διάλογος ουσιαστικός και γόνιμος, είναι κατ’ αρχάς σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η μονιμότητα στο Δημόσιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το θεσμό των οργανικών θέσεων. Η σχέση αυτή συνιστά τη λεγόμενη συνταγματική αρχή της μονιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι πιθανή κατάργηση της μονιμότητας σε έναν Κλάδο δημοσίων υπαλλήλων, όπως είναι αυτός των εκπαιδευτικών, οδηγεί αυτόματα και στη συνολική κατάργηση των υφιστάμενων οργανικών θέσεων.
Στην προοπτική αυτή ας δούμε μερικές από τις πλέον δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει ένα τέτοιο μέτρο στην υπηρεσιακή κατάσταση των εκπαιδευτικών:
-
Καταργείται το δικαίωμα της μετάθεσης με τα σημερινά αντικειμενικά, μετρήσιμα και διαφανή κριτήρια. Αντί μεταθέσεων οι υπηρεσιακές ανάγκες θα καλύπτονται μέσω προσωρινών αποσπάσεων σε λειτουργικά κενά με ελαστικά και επομένως υποκειμενικά κριτήρια.
-
Καταργούνται οι προστατευτικές διατάξεις των οργανικών θέσεων και πλέον οι μετακινήσεις από σχολείο σε σχολείο θα γίνονται με βάση τις προσωρινές λειτουργικές ανάγκες.
-
Καταργείται το δικαίωμα των υπεραρίθμων να τοποθετούνται κατά προτεραιότητα σε σχολεία της ίδιας ή της όμορης ομάδας.
-
Καταργείται το δικαίωμα της κατά προτεραιότητα τοποθέτησης των μονίμων έναντι των αναπληρωτών εκπαιδευτικών.
-
Καταργείται το δικαίωμα της συμπλήρωσης του υποχρεωτικού ωραρίου στο σχολείο της οργανικής θέσης.
-
Καταργούνται τα ισχύοντα κριτήρια των οργανικών θέσεων βάσει των οποίων η Διοίκηση οφείλει να αποφασίζει, να αιτιολογεί και να ενημερώνει για κάθε απόφαση μετακίνησης. Πλέον, όλοι ανεξαιρέτως οι εκπαιδευτικοί θα θεωρούνται ότι βρίσκονται στη διάθεση των Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
-
Οι νέοι διορισμοί θα πραγματοποιούνται με προσλήψεις μέσω συμβάσεων εργασίας δημοσίου δικαίου, αορίστου ή και ορισμένου χρόνου. Στο μέτρο των συμβάσεων εργασίας είναι αυτονόητο ότι θα κληθούν να υπαχθούν όλοι οι υπηρετούντες εκπαιδευτικοί μετά την κατάργηση της μονιμότητας.
-
Κατάργηση της οργανικής θέσης και της μονιμότητας σημαίνει απόλυση των λειτουργικά υπεραρίθμων χωρίς καμία προστατευτική διαδικασία.
Μια τέτοια εξέλιξη στην υπηρεσιακή κατάσταση των εκπαιδευτικών σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός από λειτουργός της δημόσιας Εκπαίδευσης θα μετατραπεί σε επισφαλή εργαζόμενο και εξαρτημένο πλήρως από τη διατήρηση ή ανανέωση της σύμβασής του.
Αυτό εκ των πραγμάτων θα ενισχύσει τον φόβο από τις πιθανές αυθαιρεσίες της Διοίκησης, θα πλήξει τη συλλογική διάσταση των δικαιωμάτων, θα αποδυναμώσει τη συνδικαλιστική δράση, θα περιορίσει τη δυνατότητα διεκδίκησης, θα αποθαρρύνει την κριτική στάση απέναντι σε διοικητικές ή εκπαιδευτικές επιλογές και θα καλλιεργήσει ένα κλίμα ανώφελου ατομικού ανταγωνισμού.
Όποιος, στα πλαίσια του κοινωνικού αυτοματισμού, θεωρεί ότι όλα τα παραπάνω αφορούν αποκλειστικά και μόνο στα δικαιώματα των εκπαιδευτικών και ότι δεν θα έχουν επίπτωση στην ποιότητα της Εκπαίδευσης πλανάται για τους εξής λόγους:
-
Η μονιμότητα των εκπαιδευτικών δεν αποτελεί προνόμιο συντεχνιακού χαρακτήρα, αλλά θεμελιώδη εγγύηση για την άσκηση του παιδαγωγικού έργου σε συνθήκες ελευθερίας, αξιοπρέπειας και επαγγελματικής ασφάλειας.
-
Η Εκπαίδευση προϋποθέτει σταθερότητα, συνέχεια και εμπιστοσύνη. Η εργασιακή ανασφάλεια και η προσωρινότητα υπονομεύει τον μακροχρόνιο παιδαγωγικό σχεδιασμό και τη σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή, ιδιαίτερα σε σχολεία κοινωνικά ή γεωγραφικά ευάλωτα.
-
Ο προσωρινός εκπαιδευτικός παύει πλέον να λειτουργεί με γνώμονα το παιδαγωγικά ορθό, αλλά το «ασφαλές», με συνέπεια το σχολείο από κοινότητα μάθησης να μετατρέπεται σε χώρο τυπικής μετάδοσης γνώσεων.
-
Ένα σχολείο με φοβισμένους, επισφαλείς και σιωπηλούς εκπαιδευτικούς παύει να είναι χώρος δημιουργικής αναζήτησης και διαλόγου και μετατρέπεται σε χώρο πειθαρχίας και φόβου. Ένα τέτοιο σχολείο δεν μπορεί να καλλιεργήσει ελεύθερους, δημοκρατικούς και κριτικά σκεπτόμενους πολίτες.
-
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από βελτιωτική διαδικασία (που έπρεπε να είναι) μετατρέπεται αυτόματα σε μηχανισμό «συμμόρφωσης» με σκοπό τη διατήρηση ή ανανέωση της σύμβασης εργασίας.
-
Η επισφάλεια αποθαρρύνει ικανούς νέους επιστήμονες από το να επιλέξουν το εκπαιδευτικό επάγγελμα, οδηγώντας μακροπρόθεσμα σε υποβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας Εκπαίδευσης.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πιθανή κατάργηση της μονιμότητας θα οδηγήσει με βεβαιότητα στη διάλυση της υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών και στη συνακόλουθη υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Γι’ αυτόν τον λόγο εξάλλου οι πλέον ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσλαμβάνουν τους εκπαιδευτικούς με καθεστώς μονίμου δημοσίου υπαλλήλου (civil servants).
Παρά ταύτα, το επιχείρημα που προβάλλεται από την κυβερνητική πλειοψηφία για τη συνταγματική κατάργηση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών είναι η ανάγκη για τον «εκσυγχρονισμό» και την «αποτελεσματικότερη λειτουργία» του σχολείου. Στην ουσία όμως πρόκειται για μια βαθιά θεσμική μετατόπιση ευθυνών καθώς είναι κοινά αποδεκτό ότι ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός και η αποτελεσματικότητα της δημόσιας Εκπαίδευσης πρωτίστως προϋποθέτει:
-Εκπαιδευτικούς εργασιακά ασφαλείς, μισθολογικά αξιοπρεπείς και παιδαγωγικά ελεύθερους, με συνεχή και ουσιαστική επιμόρφωση και υποστήριξη.
-Ενίσχυση και αναβάθμιση του συνόλου των εκπαιδευτικών υποδομών με ταυτόχρονη μετατροπή του σχολείου από γραφειοκρατικό μηχανισμό, που κατάντησε τα τελευταία χρόνια, σε πραγματική κοινότητα δημιουργίας και μάθησης.
-Υποστήριξη και διεύρυνση των ολοήμερων τμημάτων ώστε να ανταποκρίνονται πλήρως στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες των οικογενειών.
-Νέα ευέλικτα προγράμματα σπουδών που θα παρακολουθούν τις σύγχρονες κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις.
-Αντικειμενική, ουσιαστική και παιδαγωγικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου αντί της σημερινής τυπικής και γραφειοκρατικής διαδικασίας που δεν εισφέρει τίποτα στην ουσία της παιδαγωγικής και διδακτικής πράξης.
-Αποκομματικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης και ανάπτυξη μιας διοικητικής κουλτούρας χαμηλής αυθαιρεσίας, όπως συμβαίνει στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης.
Συμπερασματικά: Η κυοφορούμενη κατάργηση της μονιμότητας στην Εκπαίδευση δεν συνιστά παρά μια βαθιά ιδεολογική επιλογή, που εισάγει κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας στην Εκπαίδευση, στηρίζεται στον κοινωνικό αυτοματισμό και αδιαφορεί για τις επιπτώσεις στην ποιότητα του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου.
–











