Άρθρα Κόσμος

“Για μια χούφτα… γουάν” / γράφει ο Γιώργος Τσιάρας

«Όμως σήμερα η αμερικανική ισχύς βασίζεται πρωτίστως στις απειλές της να προκαλέσει τραύματα και χάος, δημιουργώντας και αξιοποιώντας τέτοιες λαβές στραγγαλισμού ή ως ύστατη λύση, βομβαρδίζοντας τις πιο αδύναμες χώρες» 
Η Βενεζουέλα, το Ιράν και ο κοινός παρονομαστής των παγκόσμιων κρίσεων.

Γιατί καίγεται ο κόσμος και χαμογελάν (οι φασίστες), πατέρα; Δύσκολη δουλειά να ‘σαι διεθνατζής στις μέρες μας – τη μέρα να γράφεις για Τραμπ, Μαδούρο, αγιατολάδες, βαρέλια αργού και «γλυκού« πετρελαίου, ρωσικά τάνκερ, αμερικανικά αεροπλανοφόρα, Σταρλίνκ, Ορέσνικ, Ζελέζνι, Ρούμπιο, Ματσάδο και Ροντρίγκες και τη νύχτα να βλέπεις εφιάλτες με σκελετωμένα παιδιά από την ξεχασμένη Γάζα της διάτρητης εκεχειρίας και τον Μητσοτάκη αγκαλιασμένο με τον «Ηρώδη» Νετανιάχου. Ενα μυαλό, κι αυτό χαμένο στη μετάφραση, βουτηγμένο στα τηλεγραφήματα και τις αναλύσεις, να κάνει αδιάκοπα δρομο-λόγια μπρος-πίσω, σαν μπάλα του πινγκ πονγκ, από τη Βενεζουέλα στο Ιράν και από την Ουκρανία στη Γριλανδία…

Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα μερικοί σοφοί να μας θυμίζουν πως «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον». Επεσα, που λέτε, προχθές σ’ ένα άρθρο του σπουδαίου Αμερικανού τροτσκιστή οικονομολόγου, καθηγητή και συγγραφέα Μάικλ Χάντσον, που με την εμπειρία των 86 χρόνων του και χωρίς κραυγές και σάλτσες, μου τα έκανε όλα… ταλιράκια και βοήθησε να βάλω πάλι σε μια σειρά τις σκόρπιες σκέψεις μου. Ο τίτλος του είναι «Πώς η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί την ενέργεια ως όπλο: η «οπλοποίηση» (weaponizing) της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου είναι ο θεμέλιος λίθος της αμερικανικής τάξης πραγμάτων» και αρχίζει ως εξής:

«Ιράν (1953), Ιράκ (2003), Λιβύη (2011), Ρωσία (2022), Συρία (2024) και τώρα Βενεζουέλα (2026). Ο μόνιμος κοινός παρονομαστής πίσω από τις επιθέσεις και τις οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ ενάντια σε όλες αυτές τις χώρες είναι η μετατροπή της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου σε όπλο. Ο έλεγχος του πετρελαίου είναι μία από τις κομβικές μεθόδους για την επίτευξη του μονοπολικού ελέγχου πάνω στη γενικότερη παγκόσμια οικονομία και τις δολαριοποιημένες χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Και μόνη η προοπτική ότι κάποια από τις παραπάνω χώρες μπορεί να αξιοποιήσει το πετρέλαιό της για το δικό της όφελος και τη δική της διπλωματική ισχύ αποτελεί λοιπόν τη σοβαρότερη απειλή για τη συνολική ικανότητα της Αμερικής να χρησιμοποιήσει την πετρελαϊκή αγορά για να επιβάλει τη δική της διπλωματική ατζέντα».

Και συνεχίζει: «Ολες οι σύγχρονες οικονομίες έχουν ανάγκη από πετρέλαιο για να λειτουργήσουν τα εργοστάσιά τους, να ζεστάνουν και να φωτίσουν τα σπίτια τους, να παράξουν λιπάσματα (από το αέριο) και πλαστικά (από το πετρέλαιο) και να τροφοδοτήσουν με καύσιμα τα συγκοινωνιακά τους μέσα. Το πετρέλαιο που ελέγχεται από τις ΗΠΑ ή τους συμμάχους της, όπως η British Petroleum, η αγγλο-ολλανδική Shell και ο σημερινός OPEC, λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια ως λαβή στραγγαλισμού σε βάρος των κρατών που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν αντίπαλα στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ: οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να βυθίσουν τις οικονομίες αυτών των κρατών στο χάος, απλά κόβοντάς τους την πρόσβασή τους στο πετρέλαιο.

Κι έτσι ο πρωταρχικός στόχος της αμερικανικής διπλωματίας σε αυτό που οι υπεύθυνοι της στρατηγικής της αποκαλούν «πόλεμο πολιτισμών» ενάντια στην Κίνα, τη Ρωσία και τους συμμάχους τους στην ομάδα BRICS είναι να εμποδίσουν την απόσυρση αυτών των κρατών από την ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ παγκόσμια οικονομική δομή και να υπονομεύσουν την ανάδυση ενός νέου οικονομικού συστήματος με επίκεντρο την Ευρασία. Αλλά σε αντίθεση με το στάτους της Αμερικής στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ήταν η κυρίαρχη βιομηχανική και νομισματική δύναμη, σήμερα έχει πολύ λίγα κίνητρα να προσφέρει για να προσελκύσει τις ξένες χώρες πίσω στο αμερικανοκεντρικό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, την ώρα μάλιστα που ο πρόεδρος Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει πως οι Ηνωμένες πολιτείες πρέπει να είναι πάντα ο κερδισμένος από οποιαδήποτε συναλλαγή ή επένδυση και οι άλλες χώρες οι χαμένοι.

Οι υπέρογκοι δασμοί της «Ημέρας της Απελευθέρωσης» που εξαπέλυσε ο Τραμπ στις 2 Απριλίου 2025 είχαν σκοπό να απομονώσουν τη Ρωσία, και μαζί με αυτήν την Κίνα και το Ιράν, πιέζοντας τους Γερμανούς και τους άλλους ηγέτες της Ε.Ε. να σταματήσουν εθελοντικά τις περαιτέρω εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι ο ένας από τους δύο αγωγούς αερίου είναι ακόμα λειτουργικός. Η αποδοχή από τη Γερμανία και την Ε.Ε. της καταστροφής των αγωγών Nord Stream τον Φεβρουάριο του 2022 είναι η καλύτερη απόδειξη για την ικανότητα της αμερικανικής διπλωματίας να αναγκάζει άλλες χώρες να εντάσσονται στις ψυχροπολεμικές συμμαχίες και να ακολουθούν τις αμερικανικές πολιτικές κόντρα στα συμφέροντά τους. Η ραγδαία αποβιομηχάνιση και απώλεια ανταγωνιστικότητας της Γερμανίας μετά το μπλοκάρισμα της εισαγωγής γκαζιού και πετρελαίου από τη Ρωσία ήταν η θυσία που απαίτησαν οι ΗΠΑ από το Βερολίνο (και την υπόλοιπη Ε.Ε.) προκειμένου να απομονώσουν και να πληγώσουν τις οικονομίες της Ρωσίας και της Κίνας (αλλά φυσικά και για να αυξήσουν τις δικές τους προσθετέες εξαγωγές υγροποιημένου αέριου).

Αυτό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εθνικής πολιτικής ασφαλείας των ΗΠΑ: η δύναμή της να εμποδίζει τις άλλες χώρες να προστατεύουν ενεργά τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα και τις δικές τους προτεραιότητες ασφαλείας. Αυτή η ασυμμετρία ενσωματώθηκε στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα μετά το τέλος του Β’ Π.Π., όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν τεράστια οικονομική υποστήριξη στις κατεστραμμένες από τον πόλεμο ευρωπαϊκές οικονομίες. Όμως σήμερα η αμερικανική ισχύς βασίζεται πρωτίστως στις απειλές της να προκαλέσει τραύματα και χάος, δημιουργώντας και αξιοποιώντας τέτοιες λαβές στραγγαλισμού ή ως ύστατη λύση, βομβαρδίζοντας τις πιο αδύναμες χώρες για να τις υποχρεώσει να συμμορφωθούν. Αυτή η καταστροφική μόχλευση είναι το τελευταίο εργαλείο πολιτικής που έχει απομείνει σε μια αμερικανική οικονομία που έχει χάσει μεγάλο μέρος της βιομηχανικής της παραγωγής και έχει βουλιάξει τόσο βαθιά στα ξένα χρέη, ώστε να απειλείται σοβαρά το τέλος της εποχής του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος αλλά και μέσου πλουτισμού».

Και παρακάτω γράφει: «Στην περίπτωση της Βενεζουέλας αυτό που αναστατώνει περισσότερο τους μάνατζερ της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ είναι ότι καλύπτει σήμερα το 5% των κινεζικών πετρελαϊκών αναγκών και ότι προμηθεύει το Ιράν και την Κούβα, παρά το ότι η Ρωσία την έχει υποκαταστήσει σε αυτόν τον ρόλο μετά το 2023. Η ελευθερία της Ρωσίας και της Βενεζουέλας να εξάγουν το πετρέλαιό τους όπου θέλουν έχει εξασθενήσει την ικανότητα των Αμερικανών αξιωματούχων να εκβιάζουν άλλες οικονομίες και αυτή η απώλεια ελέγχου αντιμετωπίζεται ως παραβίαση της αμερικανικής τάξης πραγμάτων.

Και η κατάσταση έγινε χειρότερη μετά το 2017, όταν η Βενεζουέλα ανακοίνωσε ότι θα πληρώνεται για το πετρέλαιό της σε άλλα νομίσματα πέραν του δολαρίου απειλώντας τη μονοπωλιακή πρακτική του πετροδολάριου. Καθώς η Κίνα άρχισε να επενδύει όλο και περισσότερα χρήματα στην πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας, ο πρόεδρος Μαδούρο άρχισε να αποτιμά τις εξαγωγές πετρελαίου σε κινεζικά γουάν, δηλώνοντας παράλληλα πως στόχος του ήταν «να βάλει τέλος στο ιμπεριαλιστικό σύστημα των ΗΠΑ» και πετώντας έτσι προκλητικά το γάντι στην Ουάσινγκτον. Αλλά η αμερικανική διπλωματία δεν νιώθει ασφαλής, παρά μόνο αν είναι σε θέση να κάνει τις άλλες χώρες να νιώθουν ανασφάλεια. Και η νέα αμερικανική στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου Μαδούρο κατά παράβαση όλων των διεθνών κανόνων είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα».

efsyn.gr 

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας