Άρθρα Κοινωνία

“Ο Δικαιωματισμός ως Αποπροσωποποίηση του Ανθρώπου” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης  

 Η κοινωνία θα ξαναβρεί το χαμένο της πρόσωπο, όχι ως άθροισμα αξιώσεων, αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι περισσότερο από έναν «φορέα δικαιωμάτων»: έναν εταίρο στο ήθος της ύπαρξης  

Η σύγχρονη κοινωνία συχνά (αυτό)προσδιορίζεται μέσα από τον λόγο των δικαιωμάτων. Το άτομο ορίζεται ως φορέας ελευθεριών, ως υποκείμενο που μπορεί να αξιώνει, να απαιτεί, να προσφεύγει στη νομιμότητα για να εξασφαλίσει τον χώρο ελευθερίας και αυτονομίας του. Η ιστορική πορεία που οδήγησε σε αυτή τη θεώρηση υπήρξε αναμφίβολα μια πορεία χειραφέτησης: από την αυθαιρεσία της εξουσίας, από τον δεσποτισμό, από τη συλλογική καταπίεση. Όμως, η ίδια αυτή πορεία φαίνεται να έχει γεννήσει ένα παράδοξο· όσο περισσότερο επεκτείνεται η ρητορική των δικαιωμάτων, τόσο περισσότερο η κοινωνία μοιάζει να χάνει το αίσθημα της προσωπικής σχέσης, της κοινότητας, του ήθους. Το πρόσωπο υποχωρεί μπροστά στο υποκείμενο των δικαιωμάτων.

Η γλώσσα του δικαιωματισμού δεν μιλά για πρόσωπα αλλά για φορείς αξιώσεων. Ο άνθρωπος γίνεται μια νομική οντότητα, ένα σημείο στο σύστημα, ικανό να επικαλεστεί το δικαίωμά του αλλά ανίκανο να το νοηματοδοτήσει και να το στοιχειοθετήσει ως συστατικό βίωσης της ζωής εν σχέσει, ως όρο δηλαδή συνύπαρξης. Δεν χρειάζεται να έχει εσωτερική ηθική συγκρότηση· αρκεί να γνωρίζει ποιο άρθρο του Συντάγματος ή ποια διεθνής συνθήκη τον καλύπτει. Έτσι, η ηθική μετατίθεται από το εσωτερικό του ανθρώπου προς το εξωτερικό, από τη φρόνηση και την αρετή προς τη διαδικασία και τον κανόνα. Το αποτέλεσμα είναι μια αποπροσωποποίηση: η κοινωνία δεν αποτελείται πια από πολίτες που συνδέονται με δεσμούς αλληλεγγύης, αλλά από άτομα που συνυπάρχουν μόνο επειδή οι νόμοι τους επιτρέπουν να συνυπάρχουν.

Η κρίση αυτή έχει βαθύτερη φιλοσοφική ρίζα. Ο Καντ, που θεμελίωσε την ηθική αυτονομία του ανθρώπου, δεν μίλησε ποτέ για δικαιώματα χωρίς καθήκοντα· η ελευθερία, για εκείνον, ήταν η δυνατότητα του λόγου να νομοθετεί για τον εαυτό του, όχι η εξουσία να πράττει ό,τι επιθυμεί. Στον δικαιωματισμό, όμως, η καντιανή αυτονομία εκφυλίζεται σε ατομική αυθαιρεσία, και το «πράττειν κατά καθολικό νόμο» αντικαθίσταται από το «πράττειν κατά προσωπική απαίτηση». Η ηθική καθολικότητα υποκαθίσταται από μια ατέρμονη πολλαπλότητα επιμέρους αξιώσεων, καθεμιά από τις οποίες προβάλλεται ως απαραβίαστη.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αποπροσωποποίηση: όταν κάθε άτομο ορίζεται μόνο από το δικαίωμα που διαθέτει, χάνει τη μοναδικότητα του προσώπου του. Ο Εμμανουέλ Λεβινάς μίλησε για την «πρόσκληση του Άλλου» ως θεμέλιο της ηθικής: η ηθική αρχίζει όταν αναγνωρίζω στο πρόσωπο του άλλου την απειρότητά του και άρα την ευθύνη μου απέναντί του. Ο δικαιωματισμός, αντιθέτως, αντιλαμβάνεται τον Άλλο ως δυνητική απειλή για το δικαίωμά μου. Το βλέμμα της ευθύνης αντικαθίσταται από το βλέμμα της διεκδίκησης. Δεν λέμε «είμαι υπεύθυνος απέναντί σου», αλλά «έχω δικαίωμα έναντί σου».

Στο επίπεδο της κοινωνικής ζωής, αυτή η μετατόπιση γεννά μια κουλτούρα απομόνωσης. Ο πολίτης δεν είναι πια μέλος ενός σώματος αλλά ιδιώτης που διαπραγματεύεται όρους συμβίωσης. Η έννοια του «κοινού αγαθού» υποχωρεί, διότι η δημόσια σφαίρα γίνεται χώρος ανταγωνισμού δικαιωμάτων, όχι κοινότητας αξιών. Κάθε συλλογικό νόημα θεωρείται ύποπτο περιορισμού της ελευθερίας· και κάθε δεσμός που δεν έχει νομική μορφή μοιάζει αυθαίρετος. Η κοινωνία, αντί να συγκροτείται από πρόσωπα που συμμετέχουν σε ένα κοινό ήθος, διαλύεται σε μια πληθώρα νομικά κατοχυρωμένων ατομικοτήτων.

Ο Μακιντάιρ, στην κλασική του κριτική για τη νεωτερική ηθική, υποστήριξε ότι όταν χάνεται το ενιαίο πλαίσιο νοήματος, ο άνθρωπος μένει μόνος με τα «δικαιώματά» του που συνιστά ένα είδος ηθικής ερημιάς. Δεν μπορεί να ορίσει το καλό, μόνο να αξιώσει την προστασία του εαυτού του. Ο δικαιωματισμός, έτσι, αποδεικνύεται όχι ως νίκη της ελευθερίας, αλλά ως παραίτηση από το κοινό νόημα και πρόταγμα της ελευθερίας. Το δίκαιο δεν λειτουργεί πια ως έκφραση του κοινού αγαθού αλλά ως μηχανισμός ρύθμισης ατομικών συγκρούσεων.

Αυτή η λογική, όμως, δε μένει χωρίς συνέπειες. Η ηθική αποσυνδέεται από την ανθρωπολογία της σχέσης· ο άνθρωπος παύει να βιώνει τον εαυτό του ως πρόσωπο εν σχέσει και αντιλαμβάνεται τον άλλον ως εμπόδιο ή εργαλείο. Ο δικαιωματισμός οδηγεί έτσι, παραδόξως, σε μια νέα μορφή ανωνυμίας: όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, αλλά κανείς δεν είναι γνωστός στον άλλον. Η πολιτική οντότητα μετατρέπεται σε σύνολο “φορέων” με νομική υπόσταση αλλά χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Η έννοια της αρετής, που απαιτεί κοινό βίο και παιδεία, εξαφανίζεται μπροστά στη νομική έννοια του δικαιώματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα πιο ιδιωτικά ή υπαρξιακά ζητήματα, όπως η ταυτότητα, το φύλο, η ζωή και ο θάνατος, εκφράζονται σήμερα μέσα από τη γλώσσα των δικαιωμάτων. Ο άνθρωπος δεν αναρωτιέται «ποιος είμαι» αλλά «τι δικαιούμαι να είμαι». Η ύπαρξη μεταφράζεται σε νομική κατηγορία. Το πρόσωπο δεν βιώνεται, αλλά επικαλείται το δικαίωμα της ύπαρξής του. Κι έτσι, το βαθύτερο ερώτημα της φιλοσοφίας -«τι είναι ο άνθρωπος;»- μετατρέπεται σε τεχνικό ζήτημα: «ποια δικαιώματα έχει;».

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για άρνηση της αξίας των δικαιωμάτων. Ο δικαιωματικός λόγος υπήρξε ιστορικά πολύτιμος φραγμός απέναντι στην εξουσία, υπεράσπιση των αδυνάτων, αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη των δικαιωμάτων, αλλά η μετατροπή τους σε αποκλειστική ηθική γλώσσα. Όταν η ηθική εξαντλείται στο δικαίωμα, παύει να είναι ηθική και γίνεται διαχείριση συμφερόντων. Η ελευθερία τότε χάνει τον χαρακτήρα της ως υπεύθυνη αυτοδιάθεση και καταντά απλή επιλογή χωρίς μέτρο.

Η φιλοσοφία του προσώπου, όπως αναπτύχθηκε από στοχαστές όπως ο Μπερντιάεφ ή ο Γιανναράς, υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι νομικό υποκείμενο αλλά πρόσωπο που ενεργεί ελεύθερα ώστε να καταστεί ον, ένα «εγώ» που υπάρχει μόνο μέσα από το «εσύ». Η αυθεντική ελευθερία δεν είναι απουσία περιορισμών, αλλά η δυνατότητα να αγαπώ, να προσφέρω, να είμαι σε σχέση. Η κοινωνία των δικαιωμάτων, αντίθετα, φοβάται τη σχέση, γιατί κάθε σχέση προϋποθέτει δέσμευση. Και η δέσμευση, για τον δικαιωματισμό, ισοδυναμεί με περιορισμό και στέρηση ελευθερίας.

Γι’ αυτό και η εποχή του δικαιωματισμού είναι συγχρόνως η εποχή της μοναξιάς. Το άτομο, νομικά κατοχυρωμένο και κοινωνικά απομονωμένο, αισθάνεται προστατευμένο αλλά κενό. Έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα δικαιώματά του, αλλά όχι να μιλήσει από καρδιάς. Η ηθική φωνή, που άλλοτε γεννιόταν από τη συνείδηση και την ευθύνη, έχει αντικατασταθεί από τη φωνή του νομικού συμβούλου ή του ακτιβιστή. Η δικαιοσύνη δεν αναζητά πια το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά την ισορροπία των αξιώσεων.

Ίσως, λοιπόν, η αποκατάσταση του προσώπου να περνά από μια νέα ηθική του δεσμού, μια ηθική της σχέσης, μια επανανακάλυψη του ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς δικαίωμα, αλλά σχέση. Να θυμηθούμε ότι το ανθρώπινο ον δεν γεννιέται αυτόνομο αλλά συνδεδεμένο: με μητέρα, με πατέρα, με κοινότητα, με ιστορία. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων είναι αναγκαίος, αλλά δεν αρκεί· χρειάζεται και η αναγνώριση της ευθύνης, του καθήκοντος, της συλλογικής σχέσης και της κοινής μοίρας.

Μόνο τότε η κοινωνία θα ξαναβρεί το χαμένο της πρόσωπο, όχι ως άθροισμα αξιώσεων, αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι περισσότερο από έναν «φορέα δικαιωμάτων»: έναν εταίρο στο ήθος της ύπαρξης.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ