Ελλάδα

Κύριε καθηγητά, θεωρώ πως είναι καθήκον μας, φοιτητών και καθηγητών αμφότερων, να αντισταθούμε

Μια τελευταία εξομολόγηση: από το πρώτο έτος της φοίτησής μου, εκείνη τη μακρά περίοδο της τηλεκπαίδευσης, πασχίζω να θυμηθώ τα στοιχειώδη (πρόβλημα που δεν έχω αντιμετωπίσει με όσα μαθήματα έχω παρακολουθήσει έκτοτε δια ζώσης). Ακόμα και από το δικό σας μάθημα, πολύ λίγα πράγματα μου έχουν μείνει

Το κείμενο που ακολουθεί είναι επιστολή φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων προς τον Καθηγητή της Κοινωνικής Λαογραφίας Βασίλη Νιτσιάκο, μ’ αφορμή τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, που ετοιμάζεται να θεσμοθετήσει η Κυβέρνηση.

———–

Κύριε καθηγητά,

Είναι κάπως αποκαρδιωτικό το ότι αυτή η «αλληλογραφία» συνεχίζεται σε βάθος τετραετίας. Το ότι παρόμοιες περιστάσεις επαναφέρουν τις ίδιες προβληματικές στο διάλογο, και στο δημόσιο λόγο, ξανά και ξανά, με αυτές να διαπιστώνονται αλλά ποτέ να μην θεραπεύονται, λες και πρόκειται για κάποιο νοητικό πείραμα ευρείας κλίμακας.

Κύριε καθηγητά, από το λίγο που σας ξέρω, θεωρώ ότι ανήκετε σε εκείνη την κατηγορία των εκπαιδευτικών που νοιάζονται πραγματικά για τις σπουδές μας και αγωνιούν για το μέλλον μας, παράλληλα με εμάς τους ίδιους. Γνωρίζω ότι είστε απογοητευμένος με την παρούσα συγκυρία. Ενδεχομένως να σας ξυπνά «μνήμες απ’ τον πόλεμο», απ’ τη λεγόμενη «Επανάσταση του 2021», όπως τη μνημονεύουμε πλέον μεταξύ μας οι φοιτητές. Ούτε εγώ τα έχω ξεχάσει. Θυμάμαι πως, την επαύριο της ακύρωσης της εξέτασής μας, εκείνο το Φεβρουάριο, τέσσερα χρόνια πριν, απορούσαμε μεταξύ μας ως πρωτοετείς: «Εκείνος δεν έλεγε πως δεν τον αφορούν οι εξετάσεις; Τώρα γιατί ωρύεται; Γιατί τις ακυρώνει;», κι εμείς, βέβαια, ωρυόμενοι. Σε βάθος χρόνου (και με το πλήρωμά του, ενδεχομένως), νομίζω πως όλοι καταλάβαμε. 

Κύριε καθηγητά, πριν τέσσερα χρόνια προειδοποιούσατε για την «απόλυτη ισοπέδωση» της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της ίδιας της εκπαίδευσης, με αφορμή την διαδικτυακή διεξαγωγή των εξετάσεών μας. Σήμερα σας βλέπω να γράφετε πως οι διαδικτυακές εξετάσεις είναι «παιδαγωγικά επικίνδυνες». Θρηνώ το γεγονός ότι αδυνατώ να διαφωνήσω. Το φαινόμενο του συστηματικού ευτελισμού των ελληνικών πανεπιστημίων πρόκειται, προφανώς, για κάποιου είδους Λερναία Ύδρα, διότι σε διάστημα μόλις τεσσάρων χρόνων, τα μέτωπα από τα οποία αυτό βάλλεται έχουν γίνει, από ένα, δύο. Η αξία των πτυχίων μας υποτιμάται πλέον με την ευλογία της κυβέρνησης, ενώ η αξία των γνώσεών μας υποβαθμίζεται πια και με εγκύκλιο του Υπουργείου. Και, απ’ ό,τι μαθαίνω, για τα τμήματα που διστάζουν να πειθαρχήσουν, και με εισαγγελική παρέμβαση: ο ελληνικός ακαδημαϊκός χώρος φαίνεται να είναι όσο αυτόνομος και ανεξάρτητος όσο και η δικαιοσύνη που τον διώκει.

Κύριε καθηγητά, συλλογίζομαι το κατά πόσο θα είναι πραγματικά ισότιμο το πτυχίο μου με αυτό ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου. Προβληματίζομαι για το τι θα σημαίνει το πτυχίο μου καθαυτό, και ποιο θα είναι το καθαρό του βάρος: αν οι δικοί μας βαθμοί έστω, ως φοιτητών του «απολιθωμένου» πλέον δημοσίου πανεπιστημίου, ανταποκρίνονται τελικά σε ουσιαστικές γνώσεις, σε γνήσια κατάρτιση. Πριν τέσσερα χρόνια μας γράψατε: «Πόσο δίκαιο και αξιοκρατικό θα ήταν, εάν όλοι αυτοί που αντέγραψαν έπαιρναν τον ίδιο βαθμό με εσάς;», εννοώντας αυτούς που δεν είχαν αντιγράψει. Αυτές τις μέρες, το βασικό μας επιχείρημα ως φοιτητών που εναντιώνονται στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης (πληθυσμός πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που στηρίζει ρητά τις καταλήψεις), είναι: «Πόσο δίκαιο και αξιοκρατικό θα είναι, εάν όλοι αυτοί που θα έχουν την πολυτέλεια να σπουδάσουν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια, πάρουν πτυχίο ισότιμο με το δικό μας;». Αν σπούδαζα Φιλολογία, κύριε καθηγητά, θα έθετα κάποιο ζήτημα διακειμενικότητας εδώ. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το αντικείμενό μου, οπότε, ακόμα κι αν εντοπίζω το φαινόμενο, δεν το κατονομάζω. Κάτι ανάλογο με το πως προσεγγίζει το Υπουργείο Παιδείας το γενικευμένο φαινόμενο της αντιγραφής κατά τη διεξαγωγή διαδικτυακών εξετάσεων, δηλαδή. 

Κύριε καθηγητά, αναγνωρίζω την αμηχανία σας, χωρίς αυτό να μου επιτρέπει να αμελήσω, ωστόσο, την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποία περιέρχονται οι επί πτυχίω και οι εργαζόμενοι συμφοιτητές μου, που επιμένουν σε μια διαδικτυακή εξεταστική, με φόβο παράτασης ή και απώλειας του εξαμήνου. Συναναστρέφομαι πολλά από αυτά τα παιδιά, και γνωρίζω πως δεν είναι λιγότερο ιδεαλιστές από εκείνους που υποστηρίζουν ενεργά την κατάληψη. Παρ’ όλα αυτά, δεν παύω να προβληματίζομαι, διότι σπάνια τους βλέπω και τους ακούω στις συνελεύσεις, και αυτό με θλίβει και με ανησυχεί περισσότερο από τον ίδιο τον διχασμό του φοιτητικού σώματος. Όταν συζητάμε (και δεν είναι λίγες οι φορές που συγκρουόμαστε), τους μιλάω για την υλιστική θεωρία, για το πως οι οικονομικές δυσχέρειες που όλους λίγο-πολύ μας επηρεάζουν δεν είναι άσχετες με την πρωτοβουλία ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, με το ρίζωμα, και στη δική μας χώρα, ενός πανεπιστημίου κεφαλαιοκρατούμενου. Αν μη τι άλλο, εσείς ο ίδιος μας μάθατε να μη φοβόμαστε να λέμε το όνομα του Μαρξ.

Κύριε καθηγητά, δε θεωρώ τον εαυτό μου τρομολάγνο. Δεν διατυπώνω καταληψιακή προπαγάνδα, ούτε κάνω ρητορικούς κύκλους γύρω από κάποιο νοερό «πού οδεύουμε;». Ειλικρινά πιστεύω πως ατενίζουμε κάποιου είδους παιδαγωγική δυστοπία, με το φόβο της ιδιωτικοποίησης από τη μια και αυτόν μιας εξεταστικής διαδικασίας σχεδόν προσομοιωτικής από την άλλη. Ένα μέλλον όπου η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία καταντά μια μίμηση, μια παράσταση — μια επιτέλεση, αν θέλετε — και οι καρποί της καθορίζονται από το ποιος έχει τη γρηγορότερη σύνδεση προκειμένου να βρει την απάντηση στο Ίντερνετ ώστε να την αντιγράψει (συνήθως λανθασμένα), ή και, σε προχωρημένο στάδιο, την οικονομική ευχέρεια να τους αγοράσει με το κιλό.

Κύριε καθηγητά, θεωρώ πως είναι καθήκον μας, φοιτητών και καθηγητών αμφότερων, να αντισταθούμε σε αυτή την κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι πεποίθησή μου πως η «άοκνη προσπάθεια και η έγνοια των καθηγητών να κρατήσετε τον πήχη ψηλά» δεν εξαντλείται στο τρίωρο της διάλεξης, όπως και ο φοιτητικός αγώνας δεν αρχίζει ούτε τελειώνει με ένα πανό στην είσοδο της σχολής. Έχω ακούσει με προσοχή την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης και των υπέρμαχων των ιδιωτικών πανεπιστημίων, όπως και των όσων συμφοιτητών μου θεωρούν τη διαδικτυακή εξεταστική ως μια ευχάριστη εξέλιξη, και τείνω να επιμείνω πως η διαφορά ανήφορου-κατήφορου είναι θέμα προοπτικής.

Κύριε καθηγητά, μια τελευταία εξομολόγηση: από το πρώτο έτος της φοίτησής μου, εκείνη τη μακρά περίοδο της τηλεκπαίδευσης, πασχίζω να θυμηθώ τα στοιχειώδη (πρόβλημα που δεν έχω αντιμετωπίσει με όσα μαθήματα έχω παρακολουθήσει έκτοτε δια ζώσης). Ακόμα και από το δικό σας μάθημα, πολύ λίγα πράγματα μου έχουν μείνει: στιγμιότυπα, πάρα κάποιο συνεχές. Θυμάμαι ότι γελούσατε συχνά, και ότι τακτικά μας παρακαλούσατε να ανοίξουμε τις κάμερες. Δεν τις ανοίγαμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς φοβόμασταν. Μεθαύριο εξεταζόμαστε διαδικτυακά, για άλλη μια φορά, μετά από τέσσερα χρόνια. Δεν ξέρω πόσοι θα έχουν τις κάμερες ανοιχτές. Δεν ξέρω πόσοι θα έχουν σκονάκια κολλημένα στην οθόνη του υπολογιστή τους. Δεν τους κατηγορώ: τους νομιμοποιεί το ίδιο το Υπουργείο.

Με το επίμαχο νομοσχέδιο στο φόντο, σύντομα προ των πυλών, φαντάζομαι πως στο μέλλον θα παρακάμπτεται ακόμα και η αντιγραφή — λογικά θα καθίσταται αχρείαστη. Το πτυχίο μας θα έχει καρτελάκι — καταστήματος ή νεκροτομείου, δεν γνωρίζω — και θα είναι όλα καλώς καμωμένα.

Κύριε καθηγητά, ανησυχώ και φοβάμαι.

Με εκτίμηση,

μια άλλη Αυγή

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας