Άρθρα

Έρχεται η «άνοιξη» ή η «μικρασιατική καταστροφή» της Τουρκίας; / γράφει ο Δημήτρης Μάρτος

Και ένας προνομιακός χώρος άνθησης αυτής πνευματικότητας ήταν η Μικρά Ασία. Γι’ αυτό αυτή δεν είναι μόνο ιστορικό πεδίο εκβαρβαρισμού αλλά και πεδίο απελευθέρωσης των λαών που διαβιούσαν αιώνες πριν υποστούν τη βαρβαρότητα των μισθοφόρων-πλιατσικολόγων που ξεχύθηκαν από την κεντρική Ασία

Το 1922 υπήρχαν δύο προοπτικές για τους λαούς της  Μικράς Ασίας: ή να γίνουν  τουρκικό κράτος ή να γίνουν κράτος της Ρωμανίας. Η προοπτική της Ρωμανίας  ηττήθηκε και αυτό δεν οφείλεται σε κάποια υπεροχή των Τούρκων στο πολεμικό πεδίο, αλλά στο κακό συναπάντημα του εγχώριου διχασμού με τις γεωπολιτικές αναθεωρήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Μικρά Ασία αντί να δοθεί στους λαούς της δόθηκε, από γεωπολιτικό καιροσκοπισμό των δυνατών της Γης, στον Κεμάλ, τον κληρονόμο των Οθωμανών Σουλτάνων, ανοίγοντας το δρόμο για την τουρκοποίηση και την εξόντωσή τους. Και μετά τον β΄π.πόλεμο  αυτός  ο εσωτερικός εκτουρκισμός προσανατολίστηκε στην τουρκοποίηση των εκτός συνόρων λαών επειδή ήταν κάποτε, λέει, υποτελείς στους Οθωμανούς και επειδή ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου που θεωρεί ότι ο αδύνατος πρέπει να υποτάσσεται στον δυνατότερο. Αυτήν την παράλογη «λύση του ανατολικού ζητήματος» και την αποκρουστική πνευματικότητα-εθνικισμό του τουρκικού κράτους εύστοχα ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης τα ονόμασε «τουρκικό πρόβλημα».

Οι ευφάνταστες τουρκικές πολιτικές ελίτ θεωρούν ότι μπορούν να πάνε τη ρητορική τους και τους «στρατηγικούς τους στόχους» ακόμη πιο μακριά από τη «γαλάζια πατρίδα», ως «τα σύνορα της καρδιάς τους», στον «αιώνα» και  στους «κόσμους της Τουρκίας». Αλλά, όταν πάρουν τα μυαλά σου αέρα και αυτοί οι «κόσμοι» γίνονται πεπερασμένοι,  και ο επόμενος στόχος γίνεται ο κόσμος όλος. Είναι μια παράδοση που έμεινε στο υποσυνείδητο της τουρκικής πνευματικότητας-εθνικισμού από τα χρόνια του Τζέκις Χαν, του μεγαλύτερου σφαγέα όλων των εποχών, όταν χρησιμοποίησε τους Τούρκους της κεντρικής Ασίας ως μισθοφόρους για να κατακτήσει τον κόσμο.

Αυτές βέβαια οι εμετικές νοσταλγίες τουρκοποίησης του κόσμου βασίζονται σε δύο ιστορικές εμπειρίες. Σε κάποιες επιτυχίες του τουρκικού επεκτατισμού και σε λάθη των άλλων κόσμων, ας πούμε, για παράδειγμα, του Δυτικού κόσμου. Αφού καταφέραμε, λένε οι πολιτικοστρατιωτικές ελίτ της Τουρκίας, να κυριαρχήσουμε στους αναπτυγμένους πολιτισμούς-έθνη της Μικράς Ασίας, συνδυάζοντας πόλεμο, τρομοκρατία και διπλωματία, μπορούμε και πέρα από αυτούς. Και,  ως προς το Δυτικό κόσμο, κατανόησαν ότι τα «λάθη» του είναι συνάρτηση της ιδεοληψίας του περί συνεχούς οικονομικής επέκτασης. Ότι, δηλαδή, παρακολουθεί την ιμπεριαλιστική έξαρση του τουρκικού κράτους υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών χωρών του και όχι του Διεθνούς Δικαίου.  Το τουρκικό κράτος γνωρίζει επίσης ότι η Δύση ανησυχεί για τη διάλυση της  νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Γνωρίζει, δηλαδή, από την ιστορία, ότι οι Δυτικοί προτιμούν να μοιραστούν τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή με την Τουρκία παρά με τη Ρωσία και ότι προκρίνουν την ακεραιότητα της. Και έτσι κατάφερε στα πλαίσια αυτών των ιδεοληψιών της Δύσης να προκαλέσει τόσο μια συστηματική βοήθεια-υποστήριξή της που την κατέστησαν μέλος της G20 όσο και την αφελή πίστη, ότι με την οικονομική της άνοδο θα εκδημοκρατικοποιούνταν και θα γινόταν μια χώρα του Δυτικού κόσμου. Ότι, δηλαδή, ένα κράτος που καταδιώκει τους διαφορετικά σκεπτόμενους, που χρησιμοποιεί βασανιστήρια και εξοντώνει κάθε μη τουρκική κουλτούρα θα αναδείκνυε μια δημοκρατία!

Όχι μόνον δεν προσέγγισαν σωστά τη φύση-προέλευση του τουρκικού εθνικισμού, αλλά αποδέχτηκαν και στήριξαν ένα κράτος θεμελιωμένο πάνω σε εθνοκτονίες, βασανιστήρια, καταπιέσεις και προσφυγοποιήσεις. Και, τελικά, βοήθησαν να αναπτυχθεί και να νομιμοποιηθεί μια μηχανή θανάτου. Τη στιγμή, μάλιστα, που αυτό το κράτος δεν αποκρύβει τον επεκτατισμό του. Όλες οι τουρκικές πολιτικές ηγεσίες ορκίζονται σε μια παρακαταθήκη που τους  άφησε ο ιδρυτής του κράτους: «Ενα κράτος για να είναι σωστό πρέπει να είναι ιμπεριαλιστικό». Τη δεκαετία του 1990 ο υπ. εξωτερικών Ισμαήλ Τζέμ,  δήλωνε: «Αν η Τουρκία θέλει να γίνει μια χώρα με κάποια σημασία για τον υπόλοιπο κόσμο, θα πρέπει πρώτα να αγκαλιάσει το παρελθόν της ως αυτοκρατορικής δύναμης και να εμπλέξει την άμεση γειτονιά της». Και ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου  δήλωνε  στο πόνημά του-συνταγή κυριαρχίας «Το στρατηγικό βάθος – Η Διεθνής θέση της Τουρκίας (2001)» ότι το τουρκικό κράτος πρέπει να προετοιμασθεί  «να απαντήσει με την απαιτούμενη σκληρότητα σε κάθε τι που απειλεί τους στρατηγικούς του υπολογισμούς», εννοώντας τους αυτοκρατορικούς του.

Αυτήν την πολιτική πνευματικότητα-εθνικισμό οι Δυτικοί την προσεγγίζουν μέσα από κατευναστικές και χρεωκοπημένες θεωρίες περί «γέφυρας-διαμεσολαβητή» ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Είναι δυνατόν ο κόσμος να συμφιλιωθεί με διαμεσολαβητή την τούρκικη πνευματικότητα; Μια πνευματικότητα θεμελιωμένη σε ιστορικά υποστρώματα, όπως η οθωμανική αυτοκρατορία, ο ισλαμισμός και ο κεμαλισμός, που παράγουν γενοκτονίες, επεκτατισμό και συνοριακά προβλήματα! Αν υπάρχει ένας δρόμος για τη συμφιλίωση μεταξύ των κόσμων-πολιτισμών της Δύσης και της Ανατολής αυτός είναι της ελληνικής πνευματικότητας γιατί στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο βρίσκονται τα βασικά υποστρώματα του εκ-πολιτισμού τους.

Και ένας προνομιακός χώρος άνθησης αυτής πνευματικότητας ήταν η Μικρά Ασία. Γι’ αυτό  αυτή δεν είναι μόνο ιστορικό πεδίο εκβαρβαρισμού αλλά και πεδίο απελευθέρωσης των λαών που διαβιούσαν αιώνες πριν υποστούν τη βαρβαρότητα των μισθοφόρων-πλιατσικολόγων που ξεχύθηκαν από την κεντρική Ασία. Σήμερα, η έγνοια-προσδοκία τόσο των ιστορικών λαών της Μικράς Ασίας  όσο  και των εθνών-κρατών που έχουν στοχοποιηθεί από το τουρκικό κράτος, επειδή εμποδίζουν την κλιμάκωση της στρατηγικής να γίνει υπερδύναμη, είναι:  πώς θα τσακιστεί αυτή η μηχανή θανάτου.

Ο τουρκικός εθνικισμός, δηλαδή, δεν εμπεριέχει μόνο τη δυναμική της τουρκοποίησης αλλά και την άρνησή της, την αποτουρκοποίηση, επειδή προκαλεί τα «στρατηγικά βάθη» των άλλων λαών. Οι πραγματικές εθνολογικές διαστάσεις της Τουρκίας δεν είναι γνωστές, επειδή οι λαοί «κρύβονται» για να μην προκαλέσουν τη μήνιν της τουρκικής μηχανής. Οι αρμενικές κοινότητες στην ανατολική Τουρκία και στην Κ/πολη, καθώς και οι Ασσυριακές στη νοτιανατολική και  στην Κ/πολη, επιπλέον μαζί με όλους αυτούς που έφυγαν στη Δύση για να γλυτώσουν από τις καταπιέσεις, τα βασανιστήρια και τις εξοντώσεις, διατηρούν τον κρυφό πόθο της επιστροφής τους, δίνοντας μάχες γι’ αυτό, ενίοτε κερδίζοντάς τες, όπως οι Αρμένιοι που κέρδισαν τη μάχη της αναγνώρισης της γενοκτονίας τους, ανοίγοντας ένα σημαντικό πέρασμα για την επιστροφή τους στους γενέθλιους τόπους. Ανάλογες μάχες δίνουν και οι Γεζίτες (μη μουσουλμάνοι Κούρδοι), που βρίσκονται στις περιοχές της Αντιόχειας – Αλεξανδρέττας, στην  Ούρφα, στο Μαρντίν κά, οι Γεωργιανοί και οι Λαζοί που ζουν στα παράλια της Μαύρης θάλασσας και οι Ρωμηοί, που ζουν κρυπτόμενοι στα παραδοσιακά κέντρα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Όλοι αυτοί αντιμετώπισαν, τον αιώνα που πέρασε, τις πολιτικές εξόντωσης του τουρκικού κράτους, με τον πολιτιστικό εκβαρβαρισμό της προπαγάνδας «Τι ευτυχία να είσαι Τούρκος», το γλωσσικό ιμπεριαλισμό της θεωρίας ότι «η τουρκική είναι η μητέρα όλων των γλωσσών», τις λατρευτικές  τελετουργίες στα σχολεία, παλαιότερα στο πρόσωπο του Κεμάλ και σήμερα του Ερντογάν, τις συνεχείς δημοσιεύσεις, τις ραδιοφωνικές και τις τηλεοπτικές εκπομπές και τα σάιτ που εκπέμπουν υστερία και φασισμό.

Αλλά πάνω απ’ όλα ο εκτουρκιστικός παροξυσμός σκοντάφτει στα 20 εκ. Κούρδων  που ζουν στο 1/3 περίπου του εδάφους της Τουρκίας (ανατολική) που τους ανήκει. Όταν οι Κούρδοι προσπαθούσαν να ενταχθούν στην πολιτική αρχιτεκτονική του κόσμου, ο Κεμάλ δρομολόγησε την εξόντωσή τους, σφαγιάζοντας, 250 χιλ. στα βουνά της νοτιανατολικής Τουρκίας (1925-26). Από τότε το κουρδικό έθνος υφίσταται την άρνηση της ύπαρξής του, την πολιτική εκτοπίσεων, τα αποσπάσματα θανάτου, τα βασανιστήρια, τις στημένες δίκες, την απαγόρευση της γλώσσας και της μουσικής, τις απαλλοτριώσεις και το πλιάτσικο περιουσιών. Γι’ αυτό  οι Κούρδοι διεξάγουν έναν πόλεμο απελευθέρωσης που οι Δυτικές χώρες, όμως, τον υποβαθμίζουν, ακριβώς γιατί το τουρκικό κράτος κατέχει μια θετική οπτική στη γεωπολιτική τους. Όλοι διαισθάνονται, όμως, ότι μια αντιστροφή αυτής της οπτικής, σε συνδυασμό με τις αναδύσεις των εθνοτήτων της Μικράς Ασίας όσο, κυρίως, με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων, θα κυοφορήσει τη ‘’μικρασιατική καταστροφή’’ του τουρκικού κράτους. Και, τότε,  ο 21ος αιώνας θ’ ανήκει σ’ αυτούς.