Βιβλίο

Βιβλιοκριτική: Δημήτρης Μάρτος “Τα παιδιά της Πλάκας” / Πατρίδα – βίωμα και θεωρία

………………………..

Δήμητρα Σμυρνή


Ο Βεροιώτης αρχιτέκτονας  και πολεοδόμος Δημήτρης Μάρτος μετά από τέσσερα βιβλία, όπου πραγματεύεται θέματα πολεοδομικά, εθνικά, κοινωνικά, πολιτικά, εκδίδει ένα πέμπτο με τη μορφή… μυθιστορήματος!

Και το τόλμημα, για έναν άνθρωπο που είχε έντονη δράση στα επιστημονικά, πολιτικά και συνδικαλιστικά πράγματα του τόπου, η επιλογή της γραφής, ξαφνιάζει. Γιατί μυθιστόρημα;

“Τα παιδιά της Πλάκας” εκδόσεις Γόρδιος, είναι ευρηματικό και ως τίτλος και ως θέμα.

1850. Κάπου στην Πλάκα της Αθήνας μια παρέα νεαρών συγκρούεται λεκτικά με μιαν άλλη, με αφορμή την επικείμενη  απόβαση αγγλικών στρατευμάτων, επειδή η Ελληνική Κυβέρνηση αρνείται να πληρώσει αποζημιώσεις για τα συμφέροντα Άγγλου υπηκόου που εθίγησαν.

Παρατηρητής του οξυμένου διαλόγου, μαζί με άλλους, και ο καπετάν Γιάγκος, πολεμιστής και ανάπηρος του Αγώνα, πρωτοπαλίκαρο του Καραΐσκάκη.

Κι  εδώ βρίσκεται ο ιδεολογικός πυρήνας του βιβλίου, η σύγκριση των δύο γενεών, της παλιάς και της καινούριας.

Συζητιέται ευρύτατα η έννοια πατρίδα στον διάλογο που ξετυλίγεται. Οι νέοι γνωρίζουν τη λέξη μέσα από τα βιβλία, και οι “Αγγλίζοντες” που θέλουν συμβιβασμό με τους Άγγλους και άνευ όρων υποχωρήσεις, αλλά και οι “γενναιόφρονες”, που θέλουν τη σύγκρουση με τους δυνατούς. Απλά γι’ αυτούς η λέξη είναι θεωρία. Για τον καπετάν Γιάγκο είναι βίωμα.

Καθώς ο συγγραφέας τον βάζει στη θέση του παρατηρητή, ουσιαστικά βάζει τον καθένα μας να παρατηρεί τα τεκταινόμενα και να σκέφτεται. Γιατί η ιστορία πάντα επαναλαμβάνεται. πάντα υπάρχουν Αδύναμοι και Δυνατοί, κι η Ελλάδα πάντα ανήκε και ανήκει στους πρώτους.

Ο καπετάν Γιάγκος συλλογίζεται τους αγώνες τους δικούς τους, τους πεθαμένους, τους ανάπηρους, εκείνους που, ενώ πολέμησαν, τώρα ζητιανεύουν και παρατηρεί στοχαστικά γυρνώντας κάθε τόσο νοσταλγικά πίσω στα Μεγάλα Χρόνια.

Καθώς αποδεικνύεται πως τα παιδιά της Πλάκας, οι “Γενναιόφρονες”, υποχωρούν αμέσως με την έκβαση των γεγονότων και οι λεκτικές τους μάχες ήταν απλά λεονταρισμοί, το τοπωνύμιο Πλάκα μετατρέπεται από τότε σε  τρόπο συμπεριφοράς για να δείχνει μέχρι σήμερα το ανεδαφικό, το μη πραγματοποιήσιμο, το επιφανειακό! “Κάνεις πλάκα” κλπ.

Ο συγγραφέας στην ουσία γράφει και πάλι ένα εθνικό, πολιτικό, κοινωνικό βιβλίο, όπως και τα προηγούμενα, με τη μορφή όμως αυτήν τη φορά μυθιστορήματος.

Κι αν δεν έχει κατακτήσει  στο έπακρο ακόμα τα εκφραστικά του μέσα, (μην ξεχνάμε ότι είναι το παρθενικό του ταξίδι στον κόσμο του μυθιστορήματος), διακρίνεται για την περιγραφική του δεινότητα σε πρόσωπα και πράγματα, για την πλήρη κατοχή των ιστορικών δεδομένων και για τον στέρεο ιδεολογικό του προσανατολισμό, ώστε να βλέπει την ουσία των πραγμάτων μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας μας.