Άρθρα Ελλάδα Κόσμος

Eλληνοτουρκικά: Παγιδευμένη στο όραμά της η Άγκυρα – Αβάσταχτο το κόστος προστασίας για την Αθήνα

Ο πόλεμος στην Ουκρανία διέψευσε ένα καθοριστικό για τον τρόπο που είχε οργανωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στερεότυπο: ο πόλεμος στην Ευρώπη (οι Βορειοευρωπαίοι τα Βαλκάνια με τα χίλια ζόρια τα αναγνωρίζουν ως ευρωπαϊκή περιφέρεια) αποκλείεται. Με δεδομένη αυτή τη διάψευση, ένα ακόμη στερεότυπο βρίσκεται ήδη υπό σοβαρή δοκιμασία: ελληνοτουρκικός πόλεμος αποκλείεται, καθώς πρόκειται για συμμάχους στο ΝΑΤΟ και σε κάθε περίπτωση σύμμαχοι και εταίροι θα σταματήσουν την Τουρκία αν αυτή τελικά επιτεθεί.

Οι πόλεμοι, ωστόσο, ξεσπούν από λάθος εκτίμηση δεδομένων, τα οποία καθορίζουν αντιλήψεις και επιλογές που με τη σειρά τους διαμορφώνουν τις συμπεριφορές που οδηγούν στη θερμή σύγκρουση. Τα ελληνοτουρκικά είναι ένα καλό παράδειγμα πιθανής επιβεβαίωσης αυτής της διαδικασίας.

Το «όραμα» του Ερντογάν

Θεωρώντας γνωστά τα στοιχεία (αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και κυριαρχίας) που συνθέτουν το ελληνοτουρκικό ζήτημα, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τρία ακόμη «συγκυριακά» δεδομένα που παίρνει υπόψη του ο Ερντογάν και επιβαρύνουν την κατάσταση:

  • Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το σύστημα ισορροπίας μπορεί να αλλάξει με τη χρήση των όπλων.

  • Η Τουρκία οφείλει να παίξει τον ιστορικό της ρόλο ως συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διεκδικώντας τη θέση της περιφερειακής (υπερ)δύναμης.

  • Η Ελλάδα, σύμφωνα με την τουρκική ηγεσία, είναι απλό εξάρτημα των μεγάλων Δυτικών και δεν έχει τις δυνάμεις και το σθένος να «φρενάρει» την πορεία της Τουρκίας προς το πεπρωμένο της.

Αυτό το αφήγημα της τουρκικής ηγεσίας, θα πρέπει να σημειώσουμε, τείνει να έχει διακομματική αποδοχή και διαχέεται στην τουρκική κοινωνία μέσα από δηλώσεις πολιτικών, στρατιωτικών, ακαδημαϊκών, καλλιτεχνικών παραγόντων. Μάλιστα, καθώς το 2023 ο Ερντογάν (και το πολιτικό / οικονομικό / κοινωνικό σύστημα που οικοδόμησε κατά την εικοσαετή κυριαρχία του) θα δοκιμαστεί στις κάλπες, (οι εκλογές του 2023 συμπίπτουν με τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την εμφάνιση του σημερινού τουρκικού κράτους) η αξιοποίηση ενός «εύκολου» εξωτερικού εχθρού (δηλαδή της Ελλάδας) αναμένεται να πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Ήδη η αντιπολίτευση πλειοδοτεί σε επιθετικότητα σε βάρος της Ελλάδας «πιέζοντας» τον Ερντογάν να πάρει τα (ελληνικά) νησιά υποσχόμενη ταυτόχρονα ότι θα στηρίξει μια τέτοια ενέργεια.

Οι επικείμενες εκλογές επιταχύνουν την πορεία της Τουρκίας στο ανεξέλεγκτο σπιράλ επιθετικότητας και για έναν ακόμη λόγο: αν ο Ερντογάν (και το σύστημά του) χάσουν δεν θα βρεθούν απλώς στην αντιπολίτευση. Τα πάθη στην τουρκική πολιτική σκηνή είναι ανεξέλεγκτα όσο ακριβώς ανεξέλεγκτη είναι η βία με την οποία ο Ερντογάν μεταχειρίζεται τους πολιτικούς του αντιπάλους μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2015. Επειδή, λοιπόν, γνωρίζει τι πρόκειται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση εκλογική ήττας, ο Ερντογάν θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του και θα χρησιμοποιήσει όποιο μέσο μπορεί σ’ αυτήν τη μάχη πολιτικής και προσωπικής επιβίωσης. Και τα ελληνοτουρκικά είναι ένα καλό εργαλείο στη φαρέτρα του.

Η Αθήνα αγοράζει «ασφάλεια»

Η μακαριότητα με την οποία η Αθήνα αντιμετωπίζει την κλιμακούμενη (μετά το καλοκαίρι του 2020 και τις έρευνες του «Ορούτς Ρέις») τουρκική απειλή βασίζεται στη βεβαιότητα προστασίας που έχει ήδη αγοραστεί με συμβόλαια δισεκατομμυρίων στην πολεμική βιομηχανία των ισχυρών συμμάχων και εταίρων.

Συγκυριακά αυτή η βεβαιότητα προστασίας επιβεβαιώνεται από κάποιες δηλώσεις από το αμερικανικό ΥΠΕΞ, τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν αλλά εσχάτως και από τον Γερμανό καγκελάριο Σολτς που είπαν το αυτονόητο: ότι η κυριαρχία επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων που αμφισβητεί η Τουρκία (με το πρόσχημα ότι είναι παρανόμως στρατιωτικοποιημένα) είναι αδιαμφισβήτητα ελληνική.

Οι δηλώσεις αυτές προβάλλονται από την ελληνική κυβέρνηση ως απόδειξη της πετυχημένης της εξωτερικής πολιτικής, μέσα από την οποία έπεισε τους συμμάχους και εταίρους για τα ελληνικά δίκαια.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αυτό που έπεισε τους ισχυρούς να δηλώσουν το αυτονόητο είναι οι ελληνικές παραγγελίες στις πολεμικές τους βιομηχανίες, που κοστίζουν απείρως πολύ περισσότερο απ’ τις ανέξοδες δηλώσεις τους. Ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σ’ αυτό το απτό κόστος των ήδη υπαρχόντων και επικείμενων αγορών:

  • Τα 18 γαλλικά Rafale θα κοστίσουν μεταξύ 2.400.000.000 και 3.100.000.000 ευρώ.

  • Οι 3 γαλλικές φρεγάτες Belharra (με option για μία ακόμη το 2026) και οι 3 κορβέτες Gowind-2500 (συν μία option) στα 5.000.000.000 ευρώ.

  • Για την αναβάθμιση των αμερικανικών F-16 Block 52 σε F-16 Viper, το κόστος κυμαίνεται στα 1.200.000.000 ευρώ.

  • Οι 4 φρεγάτες τύπου ΜΕΚΟ 200 θα κοστίσουν 500.000.000 ευρώ.

  • Τα 20 αμερικανικά Stealth μαχητικά F-35 έχουν κόστος 3,5 δισ. δολάρια.

  • Η αναβάθμιση των 183 γερμανικών τεθωρακισμένων Leopard και η νέα προμήθεια 205 Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μάχης (ΤΟΜΑ Lynx) έχουν κόστος περί τα 2.000.000.000 ευρώ.

Προσθέτοντας τα πιο πάνω ποσά μαζεύονται (πάνω – κάτω) περί τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ που η κυβέρνηση αποφάσισε να εκταμιεύσει η χώρα σε βάθος δεκαετίας προκειμένου, όπως υποστηρίζει, να δημιουργήσει αξιόλογη δύναμη αποτροπής. Ωστόσο, καθώς τα εν λόγω όπλα αναμένεται συνολικά να ενταχθούν στο ελληνικό οπλοστάσιο ύστερα από 2 έως 10 χρόνια, αυτό που τελικά αγόρασε η ελληνική κυβέρνηση είναι την εκδήλωση μιας κάποιας εύνοιας στις ελληνικές θέσεις έναντι των τουρκικών διακηρυγμένων διεκδικήσεων.

Αυτές οι αγορές, επιπρόσθετα, σημαίνουν την παραδοχή της κυβέρνησης ότι οι δυνάμεις της χώρας – από τη στιγμή που απαιτείται η δρομολόγηση ενός εξοπλιστικού προγράμματος- μαμούθ – αυτή τη στιγμή δεν είναι επαρκείς ώστε να αποτρέψουν μια τουρκική επίθεση…

Οι υπολογισμοί που μπορούν να οδηγήσουν στη σύγκρουση είναι – έχουμε την εντύπωση – ολοφάνεροι. Η τουρκική ηγεσία υποτιμά τις ελληνικές δυνάμεις και το σθένος αντίστασης του ελληνικού λαού.

Απ’ την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση υπερτιμά τις δηλώσεις περί ελληνικών δικαίων που οι ηγέτες των ισχυρών δυτικών χωρών κάνουν για χάρη των πολεμικών τους βιομηχανιών…

banner-article

Ροη ειδήσεων