Χρονογράφημα

Ειρήνη Δασκιωτάκη “Μαζεύοντας κεράσια”

———-

Ειρήνη Δασκιωτάκη

Μάης ο Κερασάρης έρχεται με τις παπαρούνες και φεύγει με τις κόκκινες χάντρες του τις γυαλιστερές και πολύτιμες, αν σκεφτείς την τιμή τους στην αγορά. Τις τελευταίες ημέρες την παράσταση έχουν κλέψει τα κεράσια τα οποία έκαναν είσοδο σε λαϊκές, super market και μανάβικα με ρεπορτάζ να κάνουν λόγο ακόμα και για πώληση τους στα 18 ευρώ το κιλό!

Κόκκινες. πετροκόκκινες χάντρες,  στολίδια ανέλπιστα της φύσης, κρέμονται όμορφες, γελαστές και χαρούμενες στα κλαδιά των δέντρων που τις γεννάνε.

Το μάζεμα τους αν και πολύ δύσκολο, τόσο ευχάριστο, καθώς βλέπεις να γεμίζουν οι κουβάδες που αποκτούν μία ιδιαίτερη εικαστική παρουσία και στη συνέχεια η διαλογή τους που γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα!

Δεν μπορείς να αντισταθείς!

Στρουμπουλές, τραγανές,ζουμερές, βαθυκόκκινες μπαλίτσες…

Παναγία μου, νοστιμιά!

Ευαίσθητος όμως ο καρπός πρέπει να συντηρηθεί σε ψυγείο, αλλιώς αλλοιώνεται γρήγορα…

Τα κεράσια τα συνδέω με μία γλυκιά, πολύ γλυκιά ανάμνηση.

Μετά του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, κάθε χρόνο και για πολλά χρόνια περιμέναμε να εμφανιστεί η μαυροφορεμένη γιαγιά Μαρία.

Η γιαγιά Μαρία πενθούσε μία ζωή τον Γιωργάκη της, τον πρωτότοκο γιο της, τον άριστο μαθητή που καμάρωνε για αυτόν και πέθανε σε μία σχολική εκδρομή, Μάρτη μήνα, 14 χρονών.

Η γιαγιά μας η Μαρία, μάνα της μάνας μας, με καταγωγή από το Βελβεντό και το Πολύφυτο Κοζάνης…

Παντρεύτηκε τον παππού Γιάννη και αφού άλλαξαν διάφορα μέρη στη διάρκεια του πολέμου και μετά τον εμφύλιο, καθώς ο παππούς Γιάννης ασχολούνταν με το εμπόριο και άνοιγε μπακάλικα σε διάφορα χωριά, καταστάλαξαν στην Καστανιά Κολινδρού.

Η Καστανιά είναι ένα πανέμορφο ημιορεινό χωριό στην αγκαλιά των Πιερίων, αγαπημένος τόπος των λιγοστών  παιδικών μας διακοπών…

Δεν γνωρίζαμε ακριβώς ποια μέρα θα έρθει.

Σκέτη ταλαιπωρία όμως ήταν για αυτήν αυτό το ταξίδι .

Να πάρει το ένα από τα δύο λεωφορεία που έκαναν τη συγκοινωνία στο χωριό, το πρωινό- πρωινό, για να πάει στον Κολινδρό.

Από εκεί να πάρει της Κατερίνης να σταματήσει στο Αιγίνιο στη διασταύρωση, στη στάση με το ξεχωριστό, παραδοσιακό καφενείο.

Εκεί να περιμένει καμιά φορά και δύο ώρες το λεωφορείο από Κατερίνη που είχε προορισμό τη  Θεσσαλονίκη.

Να το πάρει, να κατέβει Αλεξάνδρεια , στη συνέχεια να περπατήσει κάνα δεκάλεπτο μέχρι τα ΚΤΕΛ κι από εκεί με λεωφορείο για το Νησί…

Τις περισσότερες φορές πληροφορούμασταν για τον ερχομό της, όταν κάποιος κάτοικος του χωριού ερχόταν εποχούμενος να μας πει ότι η γιαγιά Μαρία χάθηκε στο χωριό και ότι της είπε τώρα πώς να έρθει και όπου να ‘ναι έρχεται.

Η γιαγιά ενώ ήταν τόσο έξυπνη , είχε τελειώσει και το Διδασκαλείο, είχε ένα θεματάκι με τον προσανατολισμό.

Χανόταν σε ένα τόπο που δεν της ήταν τόσο γνωστός και οικείος.

Μόλις παίρναμε την πληροφορία, βγαίναμε στον δρόμο από όπου μπορούσαμε να δούμε απάνω τον κεντρικό δρόμο που θα έστριβε η γιαγιά.

Σε λίγο να την στη δημοσιά, λίγο πριν στρίψει λουσμένη στο φως, καταβεβλημένη, κρατώντας το πολυπόθητο καλάθι.

Τρέχαμε να την προϋπαντήσουμε όλο χαρά και αγάπη!

Καλά μου!  καλά μου! έλεγε κι άφηνε το καλάθι που εμένα μου φαινόταν μαγικό, στον δρόμο, για να μας αγκαλιάσει…

Είχε πάνω-πάνω κλαδιά με φύλλα κερασιάς που τότε ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω τη χρηστική τους αξία..

Μου άρεσε όμως, όταν η γιαγιά φτάνοντας στο σπίτι, έπαιρνε προσεκτικά τα κλαδιά και αποκαλύπτονταν τα πανέμορφα, κόκκινα, αστραφτερά κεράσια ανακατωμένα με τα ροδοπορτοκαλιά πετροκέρασα.

Ζευγαράκια με τους ντελικάτους μίσχους τους υπομονετικά τακτοποιημένα δίπλα – δίπλα, σχεδόν ζωντανοί ακόμη οι όμορφοι καρποί.

Μόλις γινόταν η αποκάλυψη ορμούσαμε στο καλάθι, παίρναμε δύο ζευγάρια σκουλαρίκια και τα βάζαμε στα αυτιά μας.

Καμάρι εμείς… άλλο πράγμα!

«Μωρέ τι όμουρφα που είστι!

Τι κουρίτσια είνι αυτά!»

Βλέποντας την αδερφή μου καμαρωτή και χαμογελαστή συμφωνούσα με  τη γιαγιά.
Πόσο όμορφη με τα ακριβά της στολίδια!

Κουνούσαμε  το κεφάλι μας πέρα δώθε και αυτά μας χάιδευαν τα μάγουλα χαιρετίζοντάς μας με μία αίσθηση ευτυχίας.

«Μη φάτι πουλλά!
Θα σας πιάσι κόψιμου!»

Διάβαζε τη σκέψη μας η γιαγιά.

Καθώς τρώγαμε τα κεράσια λιγόστευαν στο καλάθι που η μαμά  το έβαζε στην αποθήκη για να συντηρηθούν, αφού εκεί δεν έμπαινε φως…

Όσο λιγόστευαν τόσο περισσότερο μελαγχολούσα.

Γνώριζα ότι τελειώνοντας αυτά η γιαγιά θα πάρει το άδειο καλάθι και θα φύγει.
Και ποιος θα μας λέει τώρα παραμύθια για λάμιες και δράκους…

Η εβδομάδα περνούσε γρήγορα.

«Θα πάω τώρα καλά μου!

Έχου τουν παππού μουναχό.»

Κεράσια δεν ξανατρώγαμε από κει και πέρα.

Άλλα φρούτα ζωγράφιζαν το τοπίο!

καλή εβδομάδα με υγεία

Ει. Δα.