Απόψεις

“Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και οι Βλάχοι της Μάνης” γράφει ο Γιώργης Έξαρχος

 

 

———-

Το παρόν δημοσίευμα και το επόμενο, ας θεωρηθούν «Παράρτημα» στη σειρά μας «Βλαχολογικοί Ίαμβοι και Ανάπαιστοι», και συμπλήρωμα στην όλη σχετική ύλη, και γράφτηκαν επί τούτου, μετά από τηλεφωνήματα αναγνωστών που μου έθεσαν σχετικά ερωτήματα, για να δώσω κάποιες πιο αναλυτικές διευκρινίσεις:

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: Ποιες πηγές μαρτυρούν την ύπαρξη Βλάχων στον Μοριά, υπήρχαν Βλαχοχώρια στον Μοριά, γιατί οι Μανιάτες ονόμαζαν τους άλλους Πελοποννησίους με τον όρο Βλάχοι, αλλά όχι τον εαυτό τους;

Απαντώ, λοιπόν, με βάση τα γραφόμενα των πηγών, και θυμίζω εδώ μανιάτικο «στιχάκι» τι λέει για τους Βλάχους: «Στο διάολο και στην οργή / να πάει η γλώσσα η βλάχικη / κι όσοι την αναμπαίζουσι / τη γλώσσα τη μανιάτικη / οπόναι η γλώσσα του Θεού»! Τι αναφέρουν όμως οι πηγές;

ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

Πρώτον και μείζον ιστορικό ζήτημα είναι να ξεκαθαριστεί απόλυτα το θέμα των Σκλαβούνων του Μοριά. Τι ήταν οι Σκλαβούνοι της Πελοποννήσου; Σλάβοι, Αλβανοί ή Βλάχοι; Αυτό το ζήτημα θαρρώ ότι έχει λυθεί και απαντηθεί επαρκώς στη σειρά μας «Διαδρομές αυτογνωσίας», γι’ αυτό περνώ στο θέμα των Βλάχων του Μοριά.

Δεν πρέπει ωστόσο να αγνοηθεί το γεγονός ότι την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε και διερευνούμε, η ποιμενική ζωή ήταν κυρίαρχη και ασκείτο από τους Βλάχους, και εξ αυτού του γεγονότος έφτασαν στο να ταυτίσουν τους όρους Βλάχος και βοσκός (τσοπάνης, τσομπάνος, ποιμένας) ή να τους θεωρούν ότι είναι δύο όροι συνώνυμοι. Βέβαια, στη Βαλκανική υπάρχουν και άλλες «φυλές» που ασκούν το ποιμενικό επάγγελμα, αλλά τη νομαδική ποιμενική ζωή συγκροτημένη υπό τη μορφή των φαλκαριών ή τσελιγκάτων, την ασκούσαν μόνον οι Βλάχοι. Μετακινούμενοι οι Βλάχοι ποιμένες από τόπο σε τόπο και συγκροτημένοι ως κτηνοτροφικές κοινότητες, φαλκάρια ή τσελιγκάτα, με πλήθος κοπάδια από παραγωγικά ζώα, εγκαθίσταντο σε κατούνες προσωρινές στην αρχή και μόνιμες στην πορεία, δημιουργώντας χωριά και οικισμούς, και ήταν έτσι οι μοναδικοί και κατ’ εξοχήν εκφραστές του λεγόμενου ποιμενικού βίου. Φαλκάρια των 200-1000, καμιά φορά και 2000, οικογενειών, μετακινούνταν το καλοκαίρι από τους κάμπους στα βουνά, και τον χειμώνα από τα βουνά στους κάμπους, έχοντας κύρια γεωγραφικά σημεία αναφοράς τα βουνά της Πίνδου και τις γειτονικές πεδιάδες, και κυρίως τον Θεσσαλικό κάμπο.

Αυτό είναι κάτι που ιστορικά δεν αμφισβητείται από κανένα. Ο Φρ. Πουκεβίλ δίνει παραστατικά αυτή τη νομαδική ζωή:

«La migration annuelle des Valaques, que Cantacuzene appelle Massarets, a quelque chose de particulier et de solennet qui n’est point usite chez les autres peuplades. A une époque determine, qui est celle de la Saint-Demetrius, les tribus reunites celebrant une fete generale dans les bourgs d’Avdela, de Perivoli et de San Marina, situes dans la chaine Macedonienne du Pinde. Les vieillards, après cette ceremonie, tiennent conseil et font choix de quelques familles robustes qu’on destine a passer l’hiver pour garder les demeures qu’on doit quitter. L’ordre du depart etant regle, les pretres l’annoncent par des priers et en repandant sur le people les benedictions dy Dieu d’Israel. Apres ces ceremonies, qui sont suivies d’adieux touchants, la population entriere s’ebranle et se met en marche par sections. Chaque halte est prevue pour le temps qu’on doit y passer, afin de consommer les pasturages; et chaque station nocturne est indiquee. On salue,par des cris prolonges, les hameaux et les demeures qu’il faut quitter; on se retourne pour apercevoir encore le toit qu’on doit revenir habiter a la saison nouvelle, en plaignant ceux qu’on abandonne a sa garde. Ainsi les cigognes, oiseaux voyageurs, s’eloignent de leurs aires, accompagnees des leurs familles nouvelles, pour s’elancer au-dela des mers, avec l’amoureuse Esperance de revenir, au reveil de la belle saison, habiter les lieux qu’elles abandonment a regret, en y laissant ceux qui ne peuvent les suivre.[1] Les troupeaux grimpent en colonnes ondoyantes sur le flanc des montagnes; le bruit des sonnettes des boucs et des beliers, les cris des animaux de toute espece, des voix confuses, annoncent, accompagnent et suivent la longue file des emigrants du Pinde, qui reverse sa population d’ete sur les plaines de la Macedoine. Vieillards, adolescents, homes, filles, les meres charges du berceau du nouveau-ne, qu’elles portent en havresac sur leurs epaules, marchent entoures d’animaux domestiques, de chevaux robustes,[2] et de mullets charges de bagages, sur lesquels chante le coq, horologe des cabanes, qui annonce les veilles de la nuit; tous brilliants de santé, rayonnants d’esperance, vont chercher l’abondance et une climat plus doux sous les tentes, et la plus grande partie dans des villages ou ils ont leurs demeures d’hiver. Si leur attitude n’etait pas paisible et pastorale, on se croirait, en voyant ces colonies errantes transporte aux temps ou le nord vomissait ses peuplades devastatrices sur les regions infortunees de l’Orient.»[3]

Οι Γραικοί της Βαλκανικής δεν διάγουν βίον νομαδικόν· οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι ελάχιστα· οι Αλβανοί επίσης ελάχιστα, με εξαίρεση τους Αλβανούς του βορρά, τους λεγόμενους Γκέγκηδες (βλχ. Γκέγκâ ή Γκέγκι, πληθ. Γκέγκανjι), οι οποίοι όμως κατά τις μετακινήσεις τους δεν έχουν τις οικογένειες μαζί τους και ούτε στήνουν κατούνες. Όπου στην Αλβανία συναντάει κανείς [προ του 1800] μετακινούμενους νομάδες, αυτοί είναι στο σύνολό τους Φαρσαριώτες, δηλ. Αρβανιτόβλαχοι, και μετακινούνται σε φαλκάρια των 100, 200, 500 κ.λπ. οικογενειών, μέχρι τους κάμπους της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Πελοποννήσου, της Θράκης, φτάνοντας μέχρι τα βουνά της Προύσας στη Μικρασία, δηλ. μέχρι τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Και επειδή οι άντρες εξωοικογενειακά κάνουν χρήση κυρίως της αλβανικής γλώσσας, έχουν εκληφθεί και εκλαμβάνονται σαν Αλβανοί. Είναι οργανωμένοι ανά φάρες σε τσελιγκάτα και φαλκάρια.

Σύμφωνα με τα όσα έχει δημοσιοποιήσει ο Κ. Σάθας από τα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται ότι οι Φαρσαριώτες της Πελοποννήσου έχουν εκληφθεί σαν Αλβανοί μα το ότι ήταν Βλάχοι το προδίδουν τα ονόματά τους: Ρόσιος, Γκρόσος, Φράτης, Φλόκας, Τσιόγκας κ.λπ.

Στην αλληλογραφία των Διοικητών της Πελοποννήσου με τη Βενετσιάνικη Γερουσία, την περίοδο 1400-1500 και δώθε, διαπιστώνει κανείς ότι γίνεται λόγος για κατούνες, για αρχηγούς σε κατούνες, που εξυπηρετούν τους αρχηγούς του στρατού των Βενετών ενάντια στους Τούρκους. Διαπιστώνει δε ακόμα ότι οι αρχηγοί των κατουνών έχουν το όνομα le loro fameglie, fameie, όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα [1880] με τους Φαρσαριώτες. Ο Κ. Σάθας υποστηρίζει ότι οι φερόμενοι ως Σλάβοι της Μάνης, δηλ. οι Μανιάτες, δεν ήταν Σλάβοι αλλά Αλβανοί, επισημαίνοντας τη «βεντέτα» των Μανιατών που την έχουν από τους Αλβανούς, αγνοώντας προφανώς ότι η «βεντέτα» είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά των Φαρσαριωτών Βλάχων. Κατόπιν όμως γράφει:

«On sait que les Maniotes sont les seuls des Hellenes chez lesquels se conservent des traces de feodalite. Les documents venitiens appellant les serfs qui appartenaient aux feudataires de la Laconie fameji, et ce nom se maintient encore parmi les Maniotes pour designer les clients d’une maison aristocratique (οι φαμέγιοι). Ce mot ne peut provenir que de l’albanais faljmeja significant l’asservissement.

Les Albanais etant partages en differentes tribus, voyons a laquelle pourraient appartenir ceux de la Lconie.

Le temoignage de Chalcocondyle et celui de Meletius d’apres lesquels les Tenariens portaient aussi le nom de Valaques (Βλάχοι) et appartenaient a la meme race que les Valaques cantonnes sur le Pinde, peuvent nous server deguide pour la solution de cette question.

Jean Cantacuzene, qui a bien connu les Valaques du Pinde, nous prend que de son temps ces nomads n’appartenaient pas exclusivement u la race valaque;…»[4]

Οι λέξεις fameglie και fameie και fameji, και faljmeja, δηλ. οι φαμέγιοι, που αναφέρει ο Κ. Σάθας, είναι καθαρά βλάχικες, και τις έχουν οι Φαρσαριώτες Βλάχοι στο λεξιλόγιό τους: φâμέλιλε ή φουμέλιλε, φâμέιλε ή φουμέιγε του τάδε Τσhέλνικ’ ή του δείνα Ντόμνου. Οι λέξεις φâμέλιλε ή φουμέλιλε, φâμέιλε ή φουμέιγε σημαίνουν οικογένεια /-γένειες και τέκνα.

Από τα γραπτά του Καντακουζηνού, του Χαλκοκονδύλη και του Μελέτιου δεν συνάγεται αυτό που έως σήμερα είναι κυρίαρχο, δηλ. ότι… οι Μανιάτες είναι Σλάβοι ή Αλβανοί (!), αλλά αντίθετα ότι οι Μανιάτες υπήρξαν/είναι Βλάχοι και ότι η ονομασία Μάνη προέρχεται από τους Βλάχους του Μοριά. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η ανάγνωση και μελέτη του έργου του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (905-959 μ.Χ.), ιδίως το De Administrando Imperio (Περί διοικήσεως της Αυτοκρατορίας), Vol. III, p. 224).

———————— 

*Γιώργης Σ. Έξαρχος /  Συγγραφέας – Ερευνητής / Βιογραφικό – Κάνετε κλικ                                                                                                                                                                                         

Σημείωση Φαρέτρας: Όλα τα κείμενα / εργασίες του Γιώργη Έξαρχου μπορείτε να τα διαβάζετε κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο ΕΔΩ

———————-

Ο Κ. Σάθας αναλύει το πώς εκτουρκίστηκαν διάφοροι στις ελληνικές χώρες, και συγκεκριμένα στον Μοριά, με βάση συγκεκριμένο χρονικό:

«Κατά την περυσινήν εις Επτάνησον περιοδείαν μου εύρον παρά τω εν Κεφαλληνία πολυμαθεί αρχειοφύλακι Σπυρίδωνι Φωκά την εξής σημείωσιν εν πρωτοτύπω περί των εν Ελλάδι διαμεινάντων απογόνων των Μπουαίων, και της ύστερον τύχης αυτών.

Πέρνωντα ο Τούρκος το Μοριά όσοι στραδιόταις, ήγουν τζέρνιδες [= αρματολοί] Αλμπανέζοι σε δούλεψι της σινιορίας [= Αυθεντεία των Ενετών], ήρταν στο νησί της Κεφαλονιάς και Κορφού, και ο πρέντζιπας τους εχάρισε φέουδα να μένουν στο νησί για φύλαξι. Οι Μπουγίδες πήραν φέουδα στο Λιβαθό, οι Σπάτιδες με τους Μενάγιδες στο Κάστρο. Σε λίγο βγήκε προκλάμο του Τούρκου, το όσοι Ρωμαίοι είχαν φέουδα να τουρκεύσουν και τα παίρνουν, ενάντιο τα χάνουν. Τότες από τους Μπουγίδες βγήκε ο Γρίβας και από τους Σπάτιδες ο Μπαρκεζίνης, και επήγαν στο Γιάννινο και ετούρκεσαν και επήραν τα φέουδα της φαμελιάς των, που ήταν καθάριοι Μπουγίδες. Ο Γρίβας γένηκε τσέρνιδος στο Ξηρόμερι, και ο Μπαρκεζίνης στη Χιμάρα, πέρνοντα τα πατρικά τους φέουδα· η άλλη φαμίλια μινέσιοντα στο νησί της Κεφαλονιάς χριστιανοί επέρναν τόσα φλουρία το χρόνο από τους τουρκεμένους· υστέρου ο Γρίβας έστερνε τα φλουρία μονάχα στον αδελφό του Σγούρο, και ο Μπαρλεζίνης στο Πολυκαλά· η άλλη φαμίλια ωχθρεύτηκε και ο Γκολεμής με το Μπούα και το Σπάτα εβγήκαν και επήγαν στον Τούρκο και επήραν του ξαδερφού τους του Γρίβα το φέουδο· μα αυτός τεχνικώτερος στ’ άρματα εσκότωσε υους δύο, και τον Γκολεμή τον εσκλάβωσε· υστέρου τον ελυπήθηκε και τον έβαλε κόντρα τσέρνιδο στο Αγγελόκαστρο· οι Αλμπανέζοι της Κεφαλονιάς εβγήκαν από το νησί και εσκοτώσαν το Γρίβα, και εβάλαν το ανήψι του Αποστόλη Μπούα, και ο Τούρκος δε το εδέχτηκε, γιατί δεν ήταν τουρκεμένο· ο γιος του Μπαρκεζίνη με βοήθεια του Τούρκου κατέβηκε από τη Χιμάρα και επήρε το Ξερομέρι και Μπόνιτσα, και έκοψε τον Αποστόλη, τον ξάδερφό του. Πεθαίνωντα ο Μπαρκεζίνης, ο γιος του Αποστόλη Θόδωρος Γρίβα επήρε τη Μπόνιτσα, και ο Γκολεμής επήρε το Ξερομέρι, και υστέρου τη Μπόνιτσα και τον έδιωξε. Ο Θόδωρος ήρθε στο νησί και πήρε φέουδα τη σινιορία στο Θιάκι, και ο αδερφός του Γιάννης . . . . . [5] στο πόλεμο των Κουρτζολάρωνε μαζή με τον Τσιμάρα. Το παιδί του Θόδωρου Αποστόλης βγήκε και πήρε την Μπόνιτσα και το Ξερομέρι και απόκλεισε το Γκουλεμή στ’ Αγγελοκάστρο, και του πήρε το κορίτζι στανικώς γυναίκα, και ο Γκουλεμής σε λίγο πέθανε. Ο Αποστόλης πήρε τότε και τα φέουδα του πεθερού του, και έτζι ετέλειωσε ο πόλεμος των Μπουγίδων για τα φέουδα.

     27 Γιανουαρίου 1637. Κωνσταντής Βρυόνης γράφω διά θύμησι”.»[6]

Για εξισλαμισμούς που έλαβαν χώρα και στους Βλάχους, διασωζόταν παράδοση και στο χωριό Αβδέλλα, τουλάχιστον έως το 1880. Την παράδοση επιβεβαιώνει στη Χρονογραφία ο Π. Αραβαντινός, ο οποίος γράφει και για γεγονότα που αφορούν στους προγόνους του Ιω. Καραγιάννη:

«Την εικασίαν ταύτην βασίζομεν εις τα σωζόμενα χωρία των τεσσάρων περιο-χών, άτινα διατηρούσι το όνομα των ιδιοκτητών αυτών, ως και τα χωρία Ιερομνήμονος, Μπέρκου, διέμειναν τηρούντα το όνομα των εγνωσμένων οικογενειών Ιερομνήμονος, και Μπέρκου· η τελευταία αυτή οικογένεια κατά πιθανόν λόγον, απώκησεν εκ της Πάργης κατά το 1360 και την αυτήν καταγωγήν αποδοτέον εις την του Καραγιάννη (Μαυρογιάννου) οικογένειαν, την τε του Βρανά, αρχαιοτάτας της Πάργης οικογενείας[7]

Το έτος 1360 έφυγαν από την Πάργα οι οικογένειες, Καραγιάννη, Βρανά και Μπέρκου εγκαταστάθηκαν στα Γιάννινα. Η οικογένεια Καραγιάννη συγγένεψε εκεί με την οικογένεια Μαρούτση, η οποία λόγω διώξεων από τους Τούρκους κατέφυγε στα νησιά του Ιονίου και στη Βενετία, όπου με τον καιρό κατέλαβε θέση στην «Αυθεντεία των Ενετών». Κατόπιν η οικογένεια Καραγιάννη εγκαταστάθηκε στην Αβδέλλα, όπως και η οικογένεια Μπέρκα ή Μπάρκα. Η οικογένεια Βρανά μετώκησε από Γιάννινα σε άλλα βλαχοχώρια της Ηπείρου και της Μακεδονίας.

Από τους κιρατζήδες και έμπορους Μαρούτσηδες των Ιωαννίνων, ο Λάμπρος Μαρούτσης, που ήταν έμπορος στη Βενετία, ίδρυσε το 1742 τη Μαρούτσειο Σχολή, στην οποία πρώτος διευθυντής ήταν ο φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και χημικός Ευγένιος Βούλγαρης. Το 1805 η σχολή, παίρνει το όνομα του ευεργέτη Ζώη Καπλάνη, εμπόρου στη Ρωσία, σαν Καπλάνειος Σχολή και τέθηκε υπό την προστασία του Πατριαρχείου. Πρώτος διευθυντής της ορίστηκε ο Αθανάσιος Ψαλίδας, με σπουδές στη Ρωσία και στη Βιέννη. Ο Ψαλίδας διεύθυνε για 15 χρόνια, αλλά τελικά η σχολή έπαυσε να λειτουργεί το 1820 όταν κάηκε, όπως και η Μπαλάνειος. Παρά την καταστροφή λειτούργησε μέχρι το 1828.

Η μέγιστη πλειονότητα των μπογιάρων, την περίοδο 1431-1814, στα Γιάννινα, είναι Βλάχοι, όπως αποδεικνύεται από τα ονόματά τους, οπότε κάνουμε ενδεικτική αναφορά σε αυτά: Βάρδας, Βράνας Αναστάσιος, Γερακάρις, Γιοργάνου, Γκάγκας Γεώργιος, Γκούμας, Γκιούνμας, Γκουβέλης Μ., Γοργόλης Θεόδωρος, Δήμας Α., Ζηγούρης (πεθερός του Πάνου Καραϊωάννου), Ζοργιάνου, Ζούκας Παναγιώτης, Καβαλάρις, Καλοβέτος Σπυρίδων, Καλωτάς, Καπλάνης Ζώης, Καραϊωάννης Αναστάσιος, Καραϊωάννου, Κερασάρης Αλέξιος, Κόντης, Κοντοσκάλας, Λελυπαράς,  Λιόκου, Μακρύνου, Μαμούδης Π., Μανάρος Τ., Μανασσής, Μανασσής Πλέσσας, Μαρούτζης Αναστάσιος, Μαρούτζης Χριστόδουλος (γαμπρός από θυγατέρα του Πάνου Καραϊωάννου), Μαρούτσος Πάνος, Ματζούκις, Μάτσος Μπαλάνος Τροφίμου, Μήσιος Γεώργιος, Μήτας, Μηχαλίτζις, Μίγκος Ζώης, Μονοβάρδας, Μπαλαδήμας Διαμάντης, Μπαλάνος Πάλας, Μπαλούλιας Πάν., Μπάλτσιος, Μπάρδας Ευστάθιος Χατζή, Μπέρκος Νικόλαος, Μπέρκος Πάνος (Μπέρκος = Μπάρκας), Μπίτζινος Λάμπρος, Μπίτζινος Χρήστος, Μπόγκας Σ., Μπούιας Σάββας, Μπούλτζου, Μπούμπας, Μπουντούκης, Μπουτζαράς, Νάιος Ι., Νέγορας, Νικολέτος Γεώργιος, Ντόκος Ι., Ντόμπρου, Ντουντούμης, Παπαλέκας Φώτος, Παπαφίλιος, Πέτας, Πετζάλης, Πλέσσας, Ρωμανού, Σαμαρινιώτης Π., Σερμπάνος, Σουγδουρής Σερμπάνης, Σταύρου Μάντος, Τάτσης ή Βράνας Ζήσης, Τουλίκας Κ., Τριστενίκος, Τσεχούλης Γεράσιμος, Τσούριας Χατζής, Φόρης ή Τσιακάλωφ, Φούρου Χρίστος Σταύρου, Φουτζιογιάννης Ι., κ.λπ., κ.λπ.

Παρόμοια διαπίστωση μπορεί να κάνει κανείς για τη Μάνη, με βάση επώνυμα κατοίκων της, με ενδεικτικά τα εξής: Βεντίκος, Βιτσιλόγιαννης, Καπερνάρος, Καραμάνης, Καραντάνης, Κάσσης, Κατσικάρος, Κοντογιάννης, Κοτρώτσος, Κουβάτσος, Λυκόγιαννης, Μαντούβαλος, Μιχαλίτσης, Μπαλίνης, Μπαλιτσάρης, Μποντίλας, Μπουραζάνης, Μπουρίκος, Μπουφούνος, Μπράτης, Ντούβας, Ντουρέκας, Πατσούρος, Ρίτσος, Ρόζος, Τσαπατσάρης, Τσιμπιδάρος, Τσιρογιάννης, Τσατσαρούνος, Φατούρος, κ.ά., κ.ά.

Ο πολύς  Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (1790-1861), για την… απόδειξη του ισχυρισμού του ότι… οι Πελοποννήσιοι είναι Σλάβοι (!), χρησιμοποιεί και τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, και παραπέμπει στο γνωστό χωρίο: «Τοσόνδε μέντοι επίσταμαι ως τοις ονόμασι ταύτα δε τα γένη διεστηκότα αλλήλων, ήθεσι μεν ούκετι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι, κατάδηλοι εισιν έτι και νυν. Ως μέντοι διέσπαρται ανά την Ευρώ-πην πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταύγετον όρος, και ες το Ταίναρον ωκημένον. Chalcocondyl. Hist. Byzant. lib. I, pag. 18, edit. Venet. (p.17, ed. Paris). Bgl. Deu-fetben autor pag. 56 edit. Venet. und pag. 71 ed. Paris»[8].

Και σταματάει εκεί την παραπομπή! Της οποίας η συνέχεια είναι: «…εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος και ες το Ταίναρον ωκημένον. ω δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βράχοι δε αμφότεροι ονομάζονται· και ουκ αν δη έχω διεξιέναι οποτέρους αν τούτων λέγοιμι επί τους ετέτους αφικέσθαι.» (έκδ. Βόννης 1843, σ. 44-45). Το περίεργο είναι ότι κανείς από τους «κρίνοντες» τον Φαλμεράυερ δεν καταχωρίζουν ολόκληρο το χωρίο του Χαλκοκονδύλη!… Δεν έχω εξήγηση περί τούτου…

Τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (1430-1490) έρχεται να επιβεβαιώσει ο ΜιχαήλΜελέτιος Μήτρου (1661-1714, Γεωγραφία, 1728, 309), 225 χρόνια αργότερα: «ύστερον ελθόντες οι Βλάχοι εκ της Δακίας, ήτοι της μεγάλης Βλαχίας, εκατοίκησαν εις αυτό, καθώς και εις το Ταΰγετον της Πελοποννήσου». Και αυτή την μαρτυρία την παραβλέπουν… Μανιάτες και μη Μοραΐτες, του καιρού μας, ιστορικοί και μη…

Αυτά, άραγε, διέλαθον της προσοχής του Φαλμεράυερ και όλων όσων ασπάστηκαν τις ατεκμηρίωτες –ως προς το θέμα αυτό– θέσεις του;… Φοβερό!…

Στις σελίδες 450-451 του ίδιου έργου (Fragmente aus dem Orien), ο αυστριακός Φαλμεράυερ δίνει τα εξής στοιχεία: ότι ιδρυτές-κτήτορες της μονής στο Μέγα-Σπήλαιον του Μοριά ήταν ο Γεράσιμος Ζαλογκίτης, αρχιδιάκονος από το Μεσολόγγι· ο Ζαλογκίτης από τη Βόνιτσα· οι αδελφοί Κόνιτσα· ο Ζούζουλας, ο Κρούμπος, ο Μπρίκος, ο Τούρνος, ο Πετροβίτσης, ο Μπελιντσάκος, ο Μπουγκουμάρας, ο Μπουζουνάρας, ο Τσιάτσιος από την πεδιάδα του Ευρώτα, δίπλα στη Σπάρτη· ο Σκλαβουνόγαμπρος και ο Σκλαβουνάκος από τον Πύργο της Μάνης, ο Σκλαβέας, ο Μπρούμιας, ο Πατσιαμπέλιας, ο Σβολόπιας, ο Μπότζιας και ο Γκαμπλέτσιας από το Doloi (Δολoί;), δίπλα στη Σπάρτη.

Στο εξαιρετικό Κτιτορικό ή Προσκυνητήριον της Ιεράς και Βασιλικής Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, Αθήνησιν ,ΑΩΜ’ [1840], και σε άλλα βιβλία που ανέτρεξα, δεν βρήκα κάτι σχετικό με τα πιο πάνω ονόματα.

Αν τυχόν οι Μανιάτες και οι Πελοποννήσιοι έχουν κάποια άποψη για τους Βλάχους, καλό είναι δίπλα στη δική τους να κρατήσουν και τούτη του Ιω. Λαμπρίδη, ο οποίος πολύ ξεκάθαρα τους… αποκαλύπτει:

«Η βλαχική φυλή πανταχού επί φιλομουσία και φιλοπονία διακρίνεται. Διό και μόνον οι Βλάχοι και εν τοις χωρίοις της επαρχίας ταύτης ζώσιν ανθρωπίνως και την κτηνοτροφίαν περιποιούμενοι. Διότι οι Αλβανοί, ενθάδε μάλιστα, χριστιανοί και οθωμανοί ένεκα της παραδειγματικής αυτών αδρανείας και απιστεύτου ολιγαρκείας ουδέν άλλου πλην του ξηρού εξ αραβοσίτου άρτου εσθίουσιν. Ουχ ήττον θαυμασίως αντέχουσι και γενναιότατα μάχονται. Την βλαχικήν φυλήν και το προς τα πάτρια σέβας διακρίνει. Ουδέποτε ουδαμού της Μέσης και Άνω Αλβανίας θρήσκευμα ή δόγμα μετέβαλε βλάχος, καθολικός γενόμενος. Πάντες οι υπό των προπαγανδών παρασυρθέντες αυτόθι ορμώνται εκ της αλβανικής φυλής. Εις την φιλοτιμίαν και τον άκρατον πατριωτισμόν της βλαχικής φυλής ο ελληνισμός οφείλει πολλά. Άνευ της φυλής ταύτης το μέγιστον ίσως της Μακεδονίας μέρος την καταγωγήν αυτού ήθελεν αρνηθή. Μη δε και εν τη Νέα Ηπείρω έπραξεν ολίγα;»[9]

Να ξαναγυρίσω όμως στα Βενετικά Αρχεία, έτσι όπως τα έχει εκδώσει και επιμεληθεί ο σοφός ιστοριοδίφης Κ. Σάθας, και να δούμε τι άλλα χρήσιμα στοιχεία μπορούν να αντληθούν, που πείθουν αβίαστα για την έντονη παρουσία των Βλάχων στην Πελοπόννησο.

Από τα ονόματα των στρατιωτών και των επικεφαλής των, διαπιστώνεται ότι στη μέγιστη πλειονότητά τους αυτοί ήταν Βλάχοι (Αρβανιτόβλαχοι), και πολέμησαν τόσο στην Πελοπόννησο όσο και σε άλλες ελληνικές περιοχές.

Στον Μοριά –κυρίως– αυτοί ήταν εγκαταστημένοι σε κατούνες (καλυβοοικισμούς) και χωριά, και προέρχονταν από εδάφη της Αλβανίας, Κεντρικής Ελλάδας και Μακεδονίας. Μετά την κατάληψη των εδαφών τους από τους Οθωμανούς κατέφυγαν σε φραγκοκρατούμενς περιοχές: Μοριά και αλλού.

Πινακοποιημένα τα ονόματα των STRATIOTI[10] έχουν ως εξής:

Abati Lorenzo             (Documents inedit, Vol. IV, p. 75)

Baffi Nicola                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Baffo Alvise                (Documents inedit, Vol. IV, p. 180)

Baffo Maffio                (Documents inedit, Vol. IV, p. 249)

Barasso Isari                (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Barbuzi Lazaro            (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Bardi Brailla                (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Bardi Mira                   (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Barthimi Gini              (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Barthimi Lazaro           (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Barthimi Piero              (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Barthimi Theodoro      (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Bartini Gioni               (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Barzi Vreto                  (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Bazzeli Nicola              (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Belli Vettot                  (Documents inedit, Vol. IV, p. 109)

Bembo Johannem        (Documents inedit, Vol. IV, p. 31)

Bembo Zuanne            (Documents inedit, Vol. IV, p. 31)

Benbo Anthuonio        (Documents inedit, Vol. IV, p. 46)

Bezi Zorzi                   (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Bezzi Nicolo                (Documents inedit, Vol. V, p. 138)

Bidelli Jacomo            (Documents inedit, Vol. V, p. 276)

Bizduni Lazaro            (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Blesia Thodero            (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Blesia Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Blessa Dimi                 (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Bocali Demetrio          (Documents inedit, Vol. V, p. 34)

Bocali Nicolao             (Documents inedit, Vol. V, p. 34)

Boldu Pasqual              (Documents inedit, Vol. IV, p. 32)

Borsa Dima                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Borsa Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Bragadin Piero           (Documents inedit, Vol. IV, p. 13)

Bua Alesio                   (Documents inedit, Vol. VI, p. 84)

Bua Andrea                 (Documents inedit, Vol. VI, p. 283)

Bua Elia                      (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Bua Ghini                    (Documents inedit, Vol. VI, p. 84)

Bua Jani                       (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Bua Petri                     (Documents inedit, Vol. V, p. 34)

Bua Petro                    (Documents inedit, Vol. IV, p. 40)

Bua Piero                     (Documents inedit, Vol. VI, p. 40)

Bua Piro                      (Documents inedit, Vol. VI, p. 84)

Bua Rossus                  (Documents inedit, Vol. I, p. 151)

Bua Simon                   (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Bua Theodaro              (Documents inedit, Vol. VI, p. 226)

Bua Thodero               (Documents inedit, Vol. VI, p. 162)

Bua Zuan                    (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Bua Zuan                    (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Busichi Duma              (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Busichi Mexa               (Documents inedit, Vol. VI, p. 162)

Busichi Mexa               (Documents inedit, Vol. VI, p. 202)

Busichi Piero               (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Busichi Zorzi               (Documents inedit, Vol. VI, p. 161)

Busichi Zorzi               (Documents inedit, Vol. VI, p. 191)

Busichi Zorzi               (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Cabassi Gigni              (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Cabassi Nicola              (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Calbo Zanoto              (Documents inedit, Vol. IV, p. 151)

Canaven Gigni             (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Cancadi Condo            (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Cancadi Vranesi          (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Canchadi Antonio       (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Cangadi Condo            (Documents inedit, Vol. VI, p. 283)

Cangadi Georgio          (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Cangadi Sguro               (Documents inedit, Vol. V, p. 155)

Cangadi Theodoro       (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Carandino Georgio      (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Caratolla Xogan           (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Caratolla Zonga           (Documents inedit, Vol. VI, p. 161)

Carcali Petro                (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Cardo Anthuonio         (Documents inedit, Vol. IV, p. 49)

Carossi Jani                  (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Cavachi Andree           (Documents inedit, Vol. V, p. 37)

Cavalari Gindia           (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Cazzari Gabriel            (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Chiluri Zuanne            (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Cimera Stamati            (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Comi Lazaro                (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Comi Vathi                  (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Condi Comino             (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Condi Petro                 (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Condi Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Conte Theodoro          (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Conto Theodoro          (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Cornario                      (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Crassa Zuane               (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Curessi Georgio           (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Dara Zuan                   (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Diedo Antonii             (Documents inedit, Vol. V, p. 219)

Dorissa Michali           (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Dramassi Jani              (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Dramassi Lecha           (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Dramis Lecha              (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Duma Piero                 (Documents inedit, Vol. VI, p. 191)

Erizo Nicolo                (Documents inedit, Vol. IV, p. 149)

Fava Antonio              (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Flocha Vreto               (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Flocha Vreto               (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Flocha Zorzi                (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Flocha Zorzi                (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Fraguli Georgii            (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Francesco Porta Dalla  (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Franguli Dimitri          (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Frati Zuan                   (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Frati Zuan                   (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Frossina Gini               (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Fucca Andrea              (Documents inedit, Vol. V, p. 217)

Galina Nicolo              (Documents inedit, Vol. IV, p. 238)

Gardassi Domenico     (Documents inedit, Vol. VI, p. 212)

Geno Marcus               (Documents inedit, Vol. III, p. 205)

Gindia Andrea              (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Gisi Petrus                   (Documents inedit, Vol. IV, p. 241)

Gixi Francesco            (Documents inedit, Vol. IV, p. 75)

Gliata Joni                   (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Gnagniza Piero            (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Golemi Jani                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Golemi Micha              (Documents inedit, Vol. VI, p. 169)

Golemi Nicola               (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Gradenigo Zan            (Documents inedit, Vol. IV, p. 13)

Grevigno Andrea         (Documents inedit, Vol. IV, p. 161)

Grosso Zuan               (Documents inedit, Vol. VI, p. 39)

Janiza Pietro                (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Janiza Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Janni Papa                   (Documents inedit, Vol. V, p. 329)

Lambeti Gnagni           (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Lambeti Zuan              (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Lanzoi Dima                (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Licavessi Nicola          (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Licurissi Nicola           (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Lion Andrea                (Documents inedit, Vol. VI, p. 84)

Longo Zam                  (Documents inedit, Vol. IV, p. 114)

Magnachi Zorzi           (Documents inedit, Vol. V, p. 329

Malacasa Zorzi            (Documents inedit, Vol. VI, p. 243)

Manara Andrea            (Documents inedit, Vol. IV, p. 161)

Manasi Costa               (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Manesi Jogani              (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Manessi Dimitri           (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Manessi Georgio          (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Mangola Theodoro      (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Masarachi Fadiomo     (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Masarachi Stamatti      (Documents inedit, Vol. VI, p. 285)

Maschari Leo               (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Massi Colla                  (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Matino Rossus             (Documents inedit, Vol. III, p. 205)

Mattissi Dima              (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Mattissi Gigni              (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Mattissi Nicola            (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Mattissi Nicola            (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Mavrojani Anzolo        (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Maxerachi Jani             (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Maxerachi Nicolo        (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Maxi Vreto                  (Documents inedit, Vol. VI, p. 191)

Maxi Vreto                  (Documents inedit, Vol. VI, p. 202)

Memo Andrea              (Documents inedit, Vol. IV, p. 76)

Memo Marco               (Documents inedit, Vol. V, p. 52)

Memo Nicolo              (Documents inedit, Vol. IV, p. 111)

Mengola Theodoro      (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Mirminzi Nicolo          (Documents inedit, Vol. V, p. 46)

Molochi Costa                (Documents inedit, Vol. V, p. 219)

Mumuris Nicolaus       (Documents inedit, Vol. III, p. 276)

Musachi Dimitri          (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Musachi Dimitri          (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Musachi Zorzi               (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Musachi Zorzi                (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Musachi Zuan                (Documents inedit, Vol. VI, p. 283)

Muxachi Zorzi             (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Nichifero Caloyero      (Documents inedit, Vol. V, p. 329)

Nichifora Gigni           (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Nicolizi Andrea           (Documents inedit, Vol. V, p. 20)

Niti Thoder                 (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Pacchi Zorzi                (Documents inedit, Vol. VI, p. 301)

Pandi Jani                    (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Peta Martin                  (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Pisani Nicolo               (Documents inedit, Vol. IV, p. 6)

Pleschino Zoi              (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Plessa Domenego        (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Plessa Duca                 (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Plessa Georgio             (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Plessa Martin               (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Plessa Petro                 (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Ralli Belisario              (Documents inedit, Vol. VI, p. 315)

Ralli Drimi Michali      (Documents inedit, Vol. VI, p. 41)

Ralli Michali                (Documents inedit, Vol. VI, p. 51)

Rana Francesco           (Documents inedit, Vol. IV, p. 109)

Renessi Anzolo            (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Renessi Georgio          (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Renessi Ginni              (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Renessi Gioni              (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Renessi Lumo              (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Renessi Piza                (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Romassi Zorzi               (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Ruzini Marcho             (Documents inedit, Vol. IV, p. 3)

Schulogion Zorzi         (Documents inedit, Vol. IV, p. 4)

Scutari Piero da           (Documents inedit, Vol. IV, p. 238)

Serva Francho               (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Servo Andrea               (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Servo Andrea               (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Servo Androni             (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Servo Costa                 (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Servo Dima                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Servo Francesco          (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Servo Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Sindici Dominicus Trivisanus (Documents inedit, Vol. IV, p. 27)

Soga Gini                     (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Spatari Jani                  (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Spatharo Andrea          (Documents inedit, Vol. VI, p. 200)

Stache Giorgio             (Documents inedit, Vol. V, p. 154)

Struta Zorzi                 (Documents inedit, Vol. V, p. 151)

Surbi Mira                    (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Taci Nicola                  (Documents inedit, Vol. V, p. 160)

Tarachia Dimitri          (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Tarachia Dimitri          (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Tarachia Gnagni          (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Tarachia Michali          (Documents inedit, Vol. V, p. 18)

Terachia Michali          (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Terachia Zorzi              (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Tinto Nicolo                (Documents inedit, Vol. IV, p. 35)

Troyano Damo            (Documents inedit, Vol. V, p. 175)

Valagni Dima              (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Valle Piero da              (Documents inedit, Vol. IV, p. 75)

Vergi Ioni                    (Documents inedit, Vol. V, p. 152)

Vetturi Antonio           (Documents inedit, Vol. VI, p. 191)

Vlacho Zorzi               (Documents inedit, Vol. V, p. 19)

Vocalli Constantini      (Documents inedit, Vol. VI, p. 315)

Xogla Gigni                 (Documents inedit, Vol. V, p. 17)

Zangan Elia                 (Documents inedit, Vol. VI, p. 202)

Zen Nicolo                  (Documents inedit, Vol. IV, p. 66)

Zori Janni                    (Documents inedit, Vol. V, p. 329)

Η ανάγνωση αυτών των ονομάτων και η συσχέτισή τους με ονόματα και επώνυμα των Βλαχοχωρίων –καταγραφής προ του 1880– όπως δίνονται στη συνέχεια, δείχνει ότι στο σύνολό τους είναι ονόματα που τα συναντάς στους Βλάχους των ελληνικών χωρών και κυρίως στους Αρβανιτόβλαχους. Αυτό σημαίνει ότι οι ανωτέρω αναγραφόμενοι Stratioti στα Βενετικά Αρχεία, δεν είναι Griexi ούτε Albanexi, αλλά «dorigine albanesevalacca».

Ο κατάλογος αυτός θα μπορούσε να είναι κατά πολύ πιο μακρύς, αν έκανα συστηματική καταγραφή όλων των βλάχικων ονομάτων από το πολύτιμο και πολύτομο έργο του Κ. Σάθα, μα δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.

Πολλοί από αυτούς τους στρατιώτες ήταν μεταξύ τους συγγενείς και της αυτής φυλής, όπως ήταν ο Κορκόδειλος Κλαδάς με τους Μπουαίους (Αλέξη, Πέτρο, Ρόσιο) και συγγενής με τον γιο του Γεωργίου Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη, που ονομαζόταν Ιωάννης Καστριώτης.[11]

«Abandonato quell luogo Clada predetto, che era con dite galie, in quello intro et hebbe etiam il castello de Sopoto che era in ditte montagne; et per ditto Zuan Castriotti dal ditto suo cusin (δηλ. Clada) in petrdo havea el ditto Soliman, dandoli duc 1500, i quaili divise infra la sua zente

«Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοποννήσω εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν[12]

Εφόσον οι Μπουαίοι ήταν Βλάχοι, όπως και ο εξάδελφος αυτών Κορκόνδειλος Κλαδάς, τότε αναμφίβολα είναι Βλάχος και ο εξάδελφος αυτών Ιωάννης Καστριώτης, γιος του Γεωργίου Σκεντέρμπεη.

Απλές συσχετίσεις, αλλά καθοριστικές για συναγωγή ορθών εκτιμήσεων και συμπερασμάτων, που δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών.

Ο Κ. Σάθας, στο ευρετήριο του α’ τόμου (Documents Inedites, Tome I, Paris 1880, p. 343), στο λήμμα Stratioti καταχωρίζει τις συγκεκριμένες σελίδες (146-29, 243-2, 251, 253-6), 257-27, 259, 2607, 263-16, 265-15, 266-31, 269 22-40, 270-21, 273-38, 278, 280, 281, 282 10-33, 283 13-17, 308, 309, 310, 311 13-31, 322-14) και στο τέλος προσθέτει ότι όλοι αυτοί είναι Valachi (Βλάχοι). Ουσιαστικά ταυτίζει τη λ. Stratioti με τη λ. Valachi! Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι μισθοφόροι πολεμιστές λεγόμενοι Stratioti, του Μεσαίωνα, ήταν στη μέγιστη πλειονότητά τους Βλάχοι, και δη Αρβανιτόβλαχοι.

Οι Βλάχοι, πέρα από τα βαπτιστικά ονόματά τους έιχαν και άλλα –με τα οποία ήταν γνωστοί–, και τους δίνονταν από τους δικούς τους ως παρατσούκλια ή και ως κανονικά ονόματα, στο πλαίσιο της δικής τους παράδοσης, και τα οποία δεν τα συναντάει κάποιος στους σύνοικους λαούς, Αλβανούς, Βούλγαρους, Γραικούς, Σέρβους κ.λπ. Αυτά τα ονόματα υπάρχουν στον ανωτέρω κατάλογο, αλλά και στους Σουλιώτες.

Οι Βενετοί πολύ πριν από το 1400 και από το 1400 και δώθε, όσο καιρό διαφέντευαν την Πελοπόννησο και άλλες ελληνικές χώρες, είχαν την παράδοση να προσλαμβάνουν Βλάχους για διοικητικές και κοινωνικές θέσεις, και πρωτίστως να τους έχουν πολεμιστές – στρατιώτες, για διάρκεια 5–10 ετών.

Αυτού του είδους οι διοικητές ονομάζονταν Capitaneo, πλ. Cupitani και οι διοικήσεις Capetenerie ή Cupitaneria, από τα οποία προέκυψαν μετά οι Καπιτάνοι ή Καπεταναίοι και τα Καπιτανάτα ή Καπιταναράτα. Όροι που στη συνέχεια περάστηκαν στη νέα ελληνική γλώσσα, αλλά είναι προφανής η βλάχική τους προέλευση.

Το 1560 ο Hector Bua ονομάστηκε καπιτάνιος της Πάργας, για πέντε έτη·[13] το 1517 οι Stephano και Nicolo Magno γίνονται καπιτάνοι στην Κεφαλονιά, για έξι έτη·[14] το 1547 ο Zorzi Lnaza γίνεται καπιτάνος της Πάργας, στην οποία υπήρξε και παλαιότερα εκεί ως καπιτάνος.[15]

Αυτή είναι η αιτία για την οποία πριν το 1400 και μετά το 1400 και μέχρι το 1821, στην Ελληνική Επανάσταση, τα βουνά τα οποία κατοικούνταν κυρίως από Βλάχους είχαν τα καπιτανάτα τους, διοικούμενα από στρατιωτι-κούς αρχηγούς – οπλαρχηγούς, γνωστούς από Βλάχους και Γραικούς ως Κâπιτάν’/Καπιντάν’Καπιτάνος ή Καπετάνος Καπετάνιος.[16]

Οι Τούρκοι, ώστε, βρήκαν καπετανάτα που υπήρχαν καιρό πριν τον ερχομό τους στις ελληνικές χώρες, και φρόντισαν να τα διατηρήσουν. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν σε πεδινές περιοχές, και όχι σε ορεινές, διότι στις δεύτερες ήταν αδύνατο να συμβούν τέτοιες εγκαταστάσεις, καθότι υπήρχαν από παλαιά συνθήκες μιας ιδιότυπης αυτονομίας. Διοικούνταν από πανίσχυρους Έξαρχους.

«Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς τας επαρχίας των, ουδ’ ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, οθωμανός να θέση τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω και θέλων ν’ αναταμείψη τους μετ’ αυτού αγωνισθέντας απένειμεν εκτεταμένα κόλια (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά του και διώρισε [ο Ζήδρος] τον Βλαχάβαν εις τα Χάσια, τον Λάζον εις Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζιώτην εις Βέρροιαν, τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους αλλαχόσε.

Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο και απε-φάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού ζητήματος[17]

«Ίνα οι εκείθεν διερχόμενοι Οθωμανοί θεωρώσι την γην εκείνην ιεράν, και υποχρεώνται εξερχόμενοι των ορίων, ίνα εξάγωσι και αποτεινάσωσι τα πέταλα των ίππων των, όπως μη συνεπάγωσι ουδ’ έν δράμιον χώματος Μετσοβιτικού[18]

Να για ποιον λόγο από το 1453, που έγινε η άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς, και μέχρι το 1821, όλες οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις κατά των Τούρκων, έγιναν από ορεσίβιους –και δη Βλάχους– κλεφτοκαπεταναίους και αρματολούς. Διότι, ήδη από την περίοδο του Μεσαίωνα αυτοί, οι Βλάχοι, ήταν αρματολοί και καπιτάνοι σε καπιτανάτα ιδρυμένα από Βενετούς και Φράγκους, που συνέχισαν να τα διατηρούν οι Οθωμανοί μετά την κατάκτηση των ελληνικών χωρών.[19] Γι’ αυτό είναι να απορεί κανείς με την κυρίαρχη διατύπωση: «Οι Αλβανοί απελευθέρωσαν την Ελλάδα», όταν είναι γνωστό ότι οι Έλληνες του 1821 πολεμούσαν κατά των Οθωμανών, μα πρακτικά στους πολέμους και στις μάχες αντιμετώπισαν τα στίφη εξισλαμισμένων Αλβανών! Αλήθεια, πώς διαφεύγει της προσοχής αυτή η λεπτομέρεια;… Ιστοριογραφικές φαντασιώσεις και αντιεπειστημονικές δοξασίες!…

  1. ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΓΡΑΙΚΙΚΑ ΦΕΟΥΔΑ ΣΤΟΝ ΜΟΡΙΑ[20]
Αγαλλιανοί

Αποστόλου

Αρβανίτη

Αρμένοι

Βαλθολομηό

Βάλμη

Βαρυμπόπη

Βελιμάχη

Βερλινου

Βερσίτση

Βίλιζα

Βράνα

Γεροπέτρου

Γκέρπεση

Γκρέκα

Γολέμη

Γολέμη

Γρηγόρη

Δαμακίνη

Δάρα

Δέλγα

Δεμέστιχα

Δεχούνη

Δημητρόπουλου

Δούκα

Δραγώμη

Δραγουμάνου

Ζάχα

Θερειαού

Ίσαρη

Καβασιλάκη

Καγκάδη

Κακοτάρη

Καλαθά

Καλέντση

Καλογέρεση

Καλολετσή

Καλότυχον

Καλουπαιδιού

Καλούση

Καναλωπού

Καπελλέτου

Καρβούνη

Καρδαμά

Καρδιακαύτη

Κάρμη

Καρούση

Κατσαρού

Κατσούρα

Κελεβή

Κέρτεζη

Κοκλάκη

Κολλύρη

Κολοκυθά

Κούκουρα

Κουμουθέκρα

Κουμπουθέκρα

Κουνινά

Κουτσοχέρα

Κουφόπουλον

Κρεκούκη

Λαβασίλα

Λάβδα

Λαδικού

Λάλα

Λαλη-Κώστα

Λαμπέτη

Λαπαναγοί

Λάπη

Λάτα

Λεποβίτη

Λεχούρη

Λόπεση

Λόπεση

Λόπεση

Λουκά

Λυκουδιση

Μάγειρα

Μαζαράκη

Μαυρομμάτη

Μάχου

Μιχόη

Μουζάκη

Μουρλά

Μουρτάτου

Μπαλή

Μπαρδη-Κώστα

Μπάστα

Μαζαράκη

Μάζη

Μαλαπάση

Μαλίκη

Μαλίκη

Μαμουσά

Μάνεση

Μαρκόπουλον

Μαρονάκη

Μαστραντώνη

Ματαράγκα

Μάτεση

Μαυρίκη

Μπεδρόνη

Μπεζαΐτη

Μπελούση

Μπεσερέ

Μπέχρου

Μπισμπάρδη

Μπισχίνη

Μπούμπα

Μπούρα

Μπουρδάνου

Μπουχιώτη

Μπρακμάδη

Μπρουμάζη

Παγκράτη

Παλάτου

Πέτα

Πόθου

Ραφτοπούλου

Ρένεση

Ρέπεση

Ρετούνη

Ρογγόση

Ρουπακιά

Ρωμανού

Ρώμεση

Σαββανοί

Σβυρού

Σιγγούνη

Σκιαδά

Σκλήβα

Σκληρού

Σκληρού

Σκούπη

Σκούρα

Σούβαρδον

Σούλη

Σπάτα

Στραβοκέφαλου

Στρέφη

Στυλιανού

Σώστη

Τζόγια

Τζόγκα

Τόσκεση

Τούμπα

Τρουμπέ

Τσαπόγα

Τσαρούχλη

Φλόκα

Χαϊκάλη

Χαλαζώνη

Χαντζούρη

Χιόνα

Χόβολη

Χριστιάνου

Χρούτσα

Ψάρη

κ.ά.

Ο Κ. Σάθας δίνει αυτά τα 159 ονόματα ως «catalogue des villages Pelopon-nesiens portant les noms des feudataires Grecs et Albanais». Εύκολα διαπιστώνει κάποιος ότι τα περισσότερα εξ αυτών υπάρχουν ως «βλάχικα βαπτιστικά ή οικογενειακά ονόματα» ή ότι ερμηνεύονται με βάση τη βλάχικη γλώσσα! Οπότε, λογικά συνάγεται ότι οι κάτοικοι των χωριών, στα οποία συναντούμε αυτά τα ονόματα, δεν μπορεί να προέρχονται από γλωσσικά «αποαλβανισμένους» Αλβανούς και Γραικούς, διότι τα ονόματα είναι βλάχικα, ή ότι κάποιοι Πελοποννήσιοι Γραικοί είναι γλωσσικά «αποβλαχισμένοι» Βλάχοι (Φαρσαριώτες / Αρβανιτόβλαχοι) και ότι οι φερόμενοι Αρβανίτες του Μοριά δεν ήταν στην πλειονότητά τους παρά μόνο Αρβανιτόβλαχοι. Απλά πράγματα! Απλή λογική… Αν κάποιος φτάνει σε διαφορετικό συμπέρασμα ας το καταθέσει.

  1. ΟΝΟΜΑΤΑ ΓΡΑΙΚΙΚΩΝ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΩΝ ΣΤΟΝ ΜΟΡΙΑ
Αβραμιού

Αγριακώνας

Αδάμη

Αλειτούργη

Αμφισσού

Αρμένοι

Βασιλίτση

Βελιμάχια

Βλάση

Βλαχορράφτη

Βραχάτη

Γαβριά

Γαλατά

Γιανναίοι

Γραικού

Ζαραφώνας

Θάνα

Θροφάρη

Καίσαρη

Κακούρη

Καλαμάρα

Καλαφάτη

Καλλίνα

Καρβέλη

Καρβουνάρη

Καρδαρίτση

Κατσαρού

Καφρού

Κεραστάρη

Κεφαλά

Κεφαληνού

Κλαδά

Κοκώνη

Κοντογόνη

Κοντόσταυλος

Κουρουνιού

Κρεμμύδη

Κυνηγού

Κυνηγού

Κυπαρίσση

Λαδά

Λειόντη

Λεπτίνη

Λιανού

Λογάφτη

Λουκά

Μαγούλα

Μαγούλα

Μαυριά

Μαυρίκη

Μαυρογιάννη

Μαυρομμάτη

Μελιγκού

Παλαμάρη

Παναρίτη

Παναρίτη

Παπαδά

Παπάρα

Πάπαρη

Παρδάλη

Πετρή

Πλανήτη

Πουλίτση

Πυρή

Ραψομμάτη

Ροκώνη

Ρωμανού

Σαμμαρά

Σανδάνη

Σαρακήνη

Σάρκου

Σέρβου

Σκορτσινού

Σουστιάνη

Σπαθάρη

Στεφάνη

Στρέφη

Σύρνα

Τουρκορράφτη

Τουρνίκη

Τραπεζοντή

Τρύφα

Φιλιππάκη

Φονειάς

Χανδρηνού

Ψάρη

κ.ά.

 

Ο Κ. Σάθας δίνει αυτά τα 86 ονόματα ως «Voici quelques autres noms des feudataires grecs et albanais que je glane dans les autres prefectures du Peloponnese. Noms grecs». Από αυτά, τα περισσότερα τα συναντούμε αυτούσια ως βλάχικα ονόματα, και ερμηνεύονται με βάση τη βλάχικη γλώσσα! Οπότε, λογικά συνάγεται ότι οι Βλάχοι των χωριών στα οποία συναντούμε αυτά τα ονόματα προέρχονται από γλωσσικά «αποαλβανισμένους» Γραικούς του Μοριά ή ότι οι Γραικοί του Μοριά είναι γλωσσικά «αποβλαχισμένοι» Βλάχοι (Αρβανιτόβλαχοι), που τους ονομάζουν λαθεμένα Αρβανίτες του Μοριά! Απλά τα πράγματα! Αν κάποιος φτάνει σε διαφορετικό λογικό συμπέρασμα ας το καταθέσει.

  1. ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΛΒΑΝΙΚΩΝ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΩΝ ΣΤΟΝ ΜΟΡΙΑ[21]
Αγατσίκη

Βάλλου

Βούτση

Γκολέμη

Γρίζη

Δαλακλή

Δάρα

Δάρα

Δόριζα

Δράγκα

Ζαμπάντη

Ζαρμπίσια

Ζέζα

Ζωνάτη

Καμπάση

Κατσιμάδη

Κατσίμπαλη

Κατσουμάδη

Κουτρουμπούχη

Κουτσουμάδα

Λάγιου

Λαλιώτη

Λάλουκα

Λάστα

Λέζη

Λιάμου

Λότη

Λούζη

Λούμη

Λυκούρεση

Λυκούρεση

Μάζη

Μάνεση

Μανιάκη

Μαντσάρη

Μαργέλλη

Μάρκεση

Ματαράγκα

Μηνάγια

Μουζάκη

Μούσκα

Μούστα

Μπαλή

Μπάση

Μπέλεση

Μπεσίρη

Μπέτση

Μπισμπάρδη

Μπόζια

Μπούγα

Μπούγα

Μπούζα

Μπούζη

Μπούρα

Μπουρνάζη

Νάσια

Ντούσια

Πέτα

Πρίτσα

Ράδου

Ρεκούνη

Ρένεση

Ρούτση

Σελεγούδη

Σίνα

Σούλη

Σούλου

Σούλου

Σοχά

Στρούζα

Τάτση

Τερμπούλη

Τζεραγούνη

Τζούνη

Τόσκεση

Τουρκολέκα

Τσάρεση

Τσιάρνη

Τσίβα

Τσιτζόρη

Τσούκα

Χαλαμπρέζα

Χάστεμη

Χοτούσα

Χρούσα

Χωρέμεση

κ.λπ.

Ο Κ. Σάθας δίνει αυτά τα 86 ονόματα ως «Voici quelques autres noms des feudatairesPeloponnese. Noms albanais». Από αυτά συναντούμε τα πιο πολλά αυτούσια ως βλάχικα ονόματα, και με τη βλάχικη γλώσσα ερμηνεύονται τα περισσότερα! Οπότε, λογικά συνάγεται ότι οι Βλάχοι των χωριών στα οποία συναντούμε αυτά τα ονόματα προέρχονται από γλωσσικά «αποαλβανισμένους» Αλβανούς του Μοριά ή ότι οι φερόμενοι ως Αλβανοί του Μοριά είναι Αρβανιτόβλαχοι, που λαθεμένα τους ονομάζουν Αρβανίτες του Μοριά! Απλά και εδώ τα πράγματα! Αν κάποιος ογηγείται σε διαφορετικό λογικό συμπέρασμα ας το καταθέσει.

Το έτος 1527 στη Μονεμβασιά κατοικούσαν Βλάχοι (Vulachi), και τα Ενετικά ντοκουμέντα το αναφέρουν ξεκάθαρα. Το ερώτημα είναι πώς σήμερα τους… λογαριάζουν για Αρβανίτες ή για Σλάβους!;

«7o. Septimo. Che attento in questa pace presente fatta cum il Signor Turco per li podesta passati hano messo nova usanza che ogni inverno imtrano in questo poco nostro territorio di Vulachi cum li sui animali a pascolar et guastano quelle poche de semenason nostre et alter nostre possession che di questo Vostra Sublimita non ha utile alcuno, immo i podest hano convertito in loro certa regalia insolita. (…)» (Κ. Σάθας, Documents inedit, Vol. IV, p. 231)

Βλάχοι υπάρχουν σε όλες τις ελληνικές χώρες, και εξ αυτού του γεγονότος αναφέρονται –σχεδόν παντού– πλειάδα χωριών και οικισμών ως Βλαχοχώρια, στα οποία άνθισε ο κλεφταρματολισμός, και είναι αυτά που έδωσαν λαμπρούς πρωταγωνιστές το 1821, και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ελληνικής Επανάστασης.

ΤΑ ΒΛΑΧΟΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

Ακούγοντας κάποιος τον όρο «Βλαχοχώρια του Μοριά», θα νομίζει πως πρόκειται για κάποιο… σύγχρονο ανέκδοτο ή για κάποιο αστείο ή –ίσως– για αχαλίνωτη φαντασίωση κάποιου φαντασμένου και φανατισμένου εθνικιστή. Οι παλιές, όμως, γραφές είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς αυτό το θέμα και δεν αφήνουν περιθώρια παρεξηγήσεων και παρερμηνειών. Και ξεκινώ με την ξεκάθαρη δήλωση του Θόδωρου Κολοκοτρώνη:

  • «Επήγαμαν εις του Χρυσοβίτζι, Καλύβια, εσφάξαμε ένα αρνί, εκεί μας επρόδωσαν· επήγαμεν έπειτα εις τους Αραχαμίτες, ευρήκαμε τους Τούρκους, εφύγαμε, επήγαμε εις το Μοναστήρι της Καλτεζιάς, βροντούμε την πόρταν και μέσα ήταν 200 Τούρκοι.» – «Στον δρόμο εκρύφθηκαν οι Έλλη-νες, 100 τους έφαγε το φεγγάρι ώστε να πάμε στο Χρυσοβίτζι. Τότενες τα χωριά, τα Βλαχοχώρια έλειπαν στα χειμαδιά και δεν ήτον άνθρωποι· ηύραμε έναν άνθρωπον, τον ερωτήσαμεν, αν οι Τούρκοι επέρασαν από την Λαγκάδα, και μας είπε, ότι χθες επέρασαν 17 νωμάτοι, και επήγαιναν 5-6.000 πρόβατα και δεν ευρέθηκε άνθρωπος να τους τουφεκίση.»[22]

Το Χρυσοβίτσι, βέβαια, ή Χρυσοβίτσα, αναμφίβολα αποτελεί μια άλλη εκδοχή του Κρουσιοβίτσα ή Κρουσοβίτσα, όπως είναι το ομώνυμο χωριό του νυν Δήμου Μετσόβου, στην Ήπειρο.

Και με απόλυτη σαφήνεια ο Esprit Marie Cousinery (1747-1833), γράφει, σε έργο του εκδοθέν το 1831, για τους Βλάχους του Άργους:

  • «Les Valaques de la Macedoine different beaucoup de ceux qui habitant les bords du Danube, quoiqu’ils parlent les uns et les autres un latin tres-corrompu. Ceux de Macedoine ont conserve nonseulement leur caractere national, ainsi que le nom dres Romains, mais encore la fierte et le courage de leurs ancetres. On les place toujours a la tete des caravans qui se transportent dans les foires de la Romelie, lorsqu’il s’agit de quelque passage suspect. Ils portent tous dans ces marches le meme costume, les memes armes, et un bonnet couvert de laine noire fort eleve, qui leur donne ane attitudine tres martiale.

On voit des Valaques non-seulement dans la Valachie, la Moldavie et la Macedoine, mais jousqu’aux environs d’Argos, ou ils exercent general-ment la profession de marchands et de bergers. Je puis parler de ces derniers avec une pleine connaissance.

Un jour que je me trouvais au marche d’Argos, on me fit remarquer un grand nombre d’hommes et de femmes don’t l’habillement etais different de celui des Grecs; on m’assura qu’ils habitaient sur des montagnes voisines, qu’ils etaient presque tous pasteurs, qu’ils par-laient a-peu-pres le langage des Valaques de la Macedoine et en meme temps la langue grecque. Je jugaie facilement que c’etaient d’anciens Romains, tells que ceux de la Macedoine et des descendans des anciens colons qu’Auguste avait etablis a Corinthe et a Patras. Ils auront apparemment eprouve le meme sort et les memes affections que xeux de la Macedoine. Chasses de leurs proprieties dans des revolutions dont les époques nous sont inconnues, ils auront cherche un refuge dans les montagnes d’Argos, ou ils pouvaient le mieux se nourir et se defen-der.»[23]

«Οι Βλάχοι της Μακεδονίας διαφέρουν πολύ από εκείνους που κατοικούν στις όχθες του Δούναβη, παρ’ όλο που ομιλούν και οι μεν και οι δε ένα πολύ φθαρμένο λατινικό ιδίωμα. Οι Βλάχοι της Μακεδονίας έχουν διατηρήσει όχι μόνον τον εθνικό τους χαρακτήρα, όπως και το όνομα των Ρωμαίων, αλλά ακόμα την υπερηφάνεια και το θάρρος των προγόνων τους. Τους τοποθετούν δε πάντοτε επικεφαλής των καραβανιών [ως κιρατζήδες] που ταξιδεύουν στις αγορές της Ρωμυλίας όταν πρόκειται να περάσουν κάποιο ύποπτο πέρασμα. Φέρουν πάντοτε σε αυτές τις διαδρομές το ίδιο ένδυμα, τα ίδια όπλα και ένα σκουφί καλυμμένο από μαυρόμαλλο, πολύ υψηλό, που τους δίνει όψη πολεμιστή.

Βλάχους συναντούμε όχι μόνο στη Βλαχία, στη Μολδαβία και στη Μακεδονία, αλλά ακόμα και στα περίχωρα του Άργους, όπου εξασκούν γενικά το επάγγελμα του εμπόρου και του βοσκού. Γι’ αυτούς τους τελευταίους –τους βοσκούς– μπορώ να μιλήσω έχοντας πλήρη επίγνωση.

Μια μέρα, ευρισκόμενος στην αγορά του Άργους, μου επισήμαναν έναν μεγάλο αριθμό ανδρών και γυναικών των οποίων η ενδυμασία διέφερε από εκείνην των Γραικών· με διαβεβαίωσαν ότι κατοικούσαν πάνω στα γειτονικά βουνά, ότι ήταν σχεδόν όλοι τους βοσκοί, ότι μιλούσαν περίπου το γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων της Μακεδονίας και ταυτόχρονα τη γρακική [νεοελληνική] γλώσσα. Εκτίμησα εύκολα ότι επρόκειτο για αρχαίους Ρωμαίους, όμοιους με εκείνους της Μακεδονίας και απογόνους των αρχαίων αποίκων που ο Αύγουστος είχε εγκαταστήσει στην Κόρινθο και στην Πάτρα. Θα έχουν υποστεί προφανώς την ίδια μοίρα και τις ίδιες μεταβολές που υπέστησαν εκείνοι [οι Βλάχοι-Αρμάνοι] της Μακεδονίας. Διωγμένοι από τις περιουσίες τους κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων, των οποίων μας είναι άγνωστες οι εποχές τους [που έλαβαν χώρα], θα έχουν αναζητήσει καταφύγιο στα βουνά του Άργους, όπου εκεί μπορούσαν να τραφούν και να προφυλαχτούν καλύτερα.»[24]

Οι απόγονοι αυτών των Βλάχων του Άργους, ή θα νομίζουν ότι είναι απόγονοιΣλάβων (δίνοντας δίκαιο στον Φαλμεράυερ), ή απόγονοιΑλβανών (δικαιώνοντας νεόκοπους εθνικισμούς γειτόνων), ή ότι αυτοί οι Βλάχοι δεν ήταν… Βλάχοι αλλά ήταν Σαρακατσιάνοι, για να δικαιώσουν τους ποικίλους επινοητές ανόητων ιστοριών σύγχρονων ιστοριογραφούντων της Γραικίας, δικαιώνοντας το… ο παπάς στην πόλη κι η παπαδιά μολογάει!… Για τους Βλάχους τα Πελοποννήσου, όμως, έχουν γράψει και άλλοι περιηγητές νωρίτερα, και αναφέρω λ.χ. τον Ληκ.

  • «[1805, May 6.]

The mountains bordering on the Neda and its branches are steep and lofty on both sides. To the right of the southern branch of the river, on the mountain side, is Marina, to the left Kakaletri, with a considerable tract of cultivated land around it, immediately at the foot of Mount Tetrazi. Leaving above us the small village of Mavromati, we descend, at 2.20, to the Neda, which we find difficult to pass on account of the steepness of the banks, the rapidity of the stream, and the great number of large round stones in the bed. On the right bank I take shelter for a quarter of an hour in the tent of a shepherd of Marina, who has brought his flocks here to feed on a little grassy spot on the river side. The town-Greeks of the Morea give the name of Vlakhi to all shepherds who in the winter leave their mountain abodes in search of pasture and of warmer situations; but it is a misnomer, for no real Vlakhi ever bring their flocks into the peninsula, nor is the Wallachian language ever heard here. The word, however, has very naturally been brought into use by the great number of Vlakhiote shepherds in northern Greece.

The man with whom we take shelter has his wife and children, and his sons’ wives and all their children, to the number of twelve or fifteen, in the tent. Milk and misithra is their only food: “but no bread”. Such is the life of a modern Arcadian shepherd, who has almost reverted to the balanephagous state of his primitive ancestors.[25] The children, however, all look healthy, and are handsome, having large black eyes and regular features, with very dark complexions.

On leaving the Mandhra we almost immediately cross a large rapid branch of the Neda, flowing from the northward through a rocky ravine shaded with fine planes; -then ascend obliquely the mountain overhanging the right bank of this stream, and having mounted slowly to the same height as the opposite village of Mavromati, turn to the north along the side of the mountain to the little village Tragoi, or Dhragoi,[26] romantically situated on the side of a mountain, which is separated by a deep glen to the westsward from an opposite hill, on the face of which is another hamlet of the same size, called Puikadhes.[27] Between the two villages several plentiful streams issue from the mountain, and rush down its steep sides into the ravine: around the springs the mountain is shaded with planes. On arriving at Tragoi, at 3.50, I find some difficulty in procuring a lodging, the Turk who owns the pyrgo having gone out to visit his flocks in the neighbourhood of the Columns; on his return we obtain admittance, when the reason pr pretence given for the delay first experienced is, that the Janissary of an English traveler had recently ill-treated one of the Greek inhabitants, and consumed his provision without paying for it. The villagers of Tragoi and Puikadhes speak Albanian in common with Greek; and I am informed that in several of the neighbouring villages the inhabitants do the same. It appears, therefore, that there has been an Albanian colony in this part of Arcadia, though none of Vlakhiotes. It dates probably from before the Tourkish conquest.»[28]

  • «[1795] Μετά τη γαλλική επανάσταση, οι Γάλλοι προτίθενται να επεκτείνουν τις ιδέες τους και τα ενδιαφέροντά τους στν Ανατολή. Οι Γάλλοι πρόξενοι ανιχνεύουν και αναζητούν ανάμεσα από τους σύγχρονους Έλληνες, συνεργάτες ευαίσθητους στις επαναστατικές και απελευθερωτικές κλήσεις τους. Για ευνόητους λόγους απορρίπτονται οι κοτσαμπάσηδες και οι ιερείς και προτείνονται για οποιοδήποτε απελευθερωτιό – επαναστατικό κίνημα μόνον οι Βλάχοι του Μοριά. Τούτοι, οι Βλάχοι, εγκαταστάθηκαν σε ολόκληρο τον Μοριά από την Αιτωλοακαρνανία, μετά από αναγκαστική μετεγκατάστασή τους εκεί από τη Βλαχία (Vlaquie = Θεσσαλία) από τους αυτοκράτορες της Ανατολής. Εργάζονται ως κολίγοι στα κτήματα και ρωτούν συνεχώς τους Γάλλους που τους έχουν προσεγγίσει, ποιος θα έλθει να τους απελευθερώσει[29]

Το γαλλικό ντοκουμέντο του 1795 είναι σαφές, και λέει ότι αυτοί που νοιάζονται για απελευθερωτικό – επαναστατικό κίνημα στον Μοριά είναι μόνον οι Βλάχοι και δεν κάνει μνεία σε καμιά άλλη ράτσα, φάρα ή φυλή!

Όσοι αγνοούν αυτήν την πραγματικότητα δεν θα κατανοήσουν το γιατί ο Θ. Κολοκοτρώνης περιστοιχιζόταν από Βλάχους και ηγείτο Βλάχων.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν «Βλαχοβασιλιάς» ή «Βασιλέας των Βλάχων»,[30] μιλούσε «βλαχική διάλεκτον»,[31] κινιόταν στα «Βλαχοχώρια του Μοριά», περιστοιχιζόταν από Βλάχους, και ηγείτο Βλάχων,[32] και οι Γραικύλοι τον ήθελαν τότε «βλαχοκούταβον» και «σκατόβλαχο»![33]

Και η Επανάσταση των Σουλιμοχωριτών, το 1834, υπό τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη και τον πεθερό του Μητροπέτροβα, ονομάστηκε Βλαχοεπανάσταση του 1834, και η οποία δεν αποτελούσε μόνο μια πράξη υπεράσπισης των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα, αλλά εξέφραζε κυρίως το αίτημα συμμετοχής του λαού στην πολιτική διαδικασία διά μέσου του Συντάγματος που θα του εξασφάλιζε την αντιπροσώπευση και τη συμμετοχή στις κυβερνητικές αποφάσεις

«Ως προς το πρόσωπον αυτού, ο Κολοκοτρώνης, Γορτύνιος ων, έσχεν εκτεταμένην συγγένειαν εν τη επαρχία και επιρροήν ιδίαν επί των λεγομένων Βλαχοποιμένων ταύτης, των μάλλον καρτερικών εν ταις κακουχίαις και ησκημένων κατά το όπλον. Επ’ αυτής εστήριζε την κυρίαν στρατιωτικήν ενίσχυσιν εαυτού, και δι’ αυτής πρώτης εθεώρει δυνατήν την συρροήν δυνάμεων ικανών περί την Τρίπολιν. Αληθώς οι Βλαχοποιμένες αυτοί υπήρχον επί της ώρας εκείνης κατά τα λεγόμενα “χειμαδιά” της Μεσσηνίας και Αργολίδος, όπου τα κτήνη τούτων εδίωκεν η χιών του χειμώνος εκ των βουνών, ως η ξηρασία του θέρους εκ των πεδιάδων· αλλά η περίπτωσις αύτη μόνων ημερών τινων ζήτημα ήτο[34]

Επειδή μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους ότι όλοι αυτοί οι Βλάχοι και οι Βλαχοποιμένες του Μοριά ήταν… Σαρακατσιάνοι,[35] καταθέτω τη θέση του Konstantin Josef  Jireček  (1854-1918), ο οποίος έγραψε γι’ αυτούς και τις μετακινήσεις τους, ονομάζοντάς τους Καρακατσιάνους, ότι είναι τμήμα Βλάχων, προφανώς τμήμα Φαρσαριωτών – Αρβανιτοβλάχων:

«Wlachische Hirten, Karacačani genannt, bringen den Winter am Aegaeischen Meere, den Sommer auf hohen Bergen wandernd zu, wobei sie mitunter bis in den Trojan-Balkan gelangen. Bisher hielten die “Vlasi” die Partei der Griechen, und gracisirten sich stark; jetzt brach auch bei ihnen eine antifanariotische rumunische Nationalbewegung los, namentlich in Wlacho-Klisura, in Magarovo (am Peristeri) und Pindus[36]

Οι Βλαχοποιμένες του Μοριά[37] κατά Φωτάκο: «Οι βλαχοποιμένες, οι λεγόμενοι και σκηνίται, Ρουμελιώται, οι οποίοι εγεννήθησαν εις την Πελοπόννησον έζων κατά γενεάς, και ευρέθησαν εκεί εις την επανάστασιν.». Ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης τους ονομάζει Έλληνες Βλαχαΐτες και Βλαχοχωρίτες, και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821: «Δεν έλειπον οι Έλληνες, και κατ’ εξοχήν οι Βλαχαΐτες να κάμουν ενέδρας διά ζώα [της στρατιάς του Δράμαλη], πιάνοντες και ιπποκόμους λεγόμενους Βουλγάρους, και όντες χριστιανοί δεν τους εφόνευον οι Έλληνες, αλλ’ ούτοι οι αιχμάλωτοι τι δεν έκαμον εις τους εμφυλίους πολέμους εναντίον των Πελοποννησίων και λοιπών Ελλήνων.»[38]

«Οι Βλαχοχωρίτες νομίζοντες ότι ήτον η πορεία των Τούρκων, και ως και ήτον διά την Δημητζάνα, είχαν τις οικογένειες τους κατά το διάσελον της Αλωνίσταινας με όλα τα ποίμνιά τους, βλέπουν αίφνης τους Τούρκους [του Ιμπραήμ] και ερχόντουσαν επάνω τους και οι ανδρείοι Έλληνες έβαλαν εμπρός τας οικογενείας τους και τα ποίμνιά τους και όπισθεν οι οπλοφόροι και πολεμώντες και πολεμούμενοι έφθασαν σε μια σπηλιά του Αρκουδορέματος και όσες φαμίλιες εδυνήθησαν, εμβήκαν· οι άλλες αναχώρησαν διά τα όρη. […] Οι άλλοι οι [Βλαχοχωρίτες] Έλληνες οι φεύγοντες με τις φαμίλιες και ποίμνια, αφού επήγαν κάμποσον διάστημα και ασφάλισαν τις φαμίλιες τους και ακούγοντας ότι γίνεται τουφεκισμός, επίστρεψαν εις βοήθειαν των κλεισμένων. Ήτον επί κεφαλής ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και ο Παπαδημήτρης από Χρυσοβίτσι. […] Στο μεταξύ έπιασε και μια ραγδαία βροχή και όσα ποίμνια είχον πάρει [οι Τούρκοι], τα επήραν οι Έλληνες και εφονεύθησαν, όπου έμειναν απλήγωτοι 32 Τούρκοι και διά της Ταφιδιάς υπήγαν εις την Τρίπολιν.»[39]

Και αν, λοιπόν, νομισθεί ότι οι ανωτέρω Βλαχοποιμένες, Έλληνες Βλαχαΐτες, Βλαχοχωρίτες και σκηνίτες Ρουμελιώτες δεν είναι Βλάχοι του Μοριά[40] αλλά Σαρακατσιάνοι, τότε να δούμε το τι λένε οι παλαιές πηγές για δυο άλλους μεγάλους αγωνιστές κλεφταρματολούς, που η σαρακατσιάνικη παράδοση, τους… θέλει Σαρακατσιάνους! Τσιόγκας και Κατσιαντώνης

O David Urquhart (1805-1877), στο The Spirit of the East, Illustrated in a Journal of Travels Through Roumeli during an eventful period, by D. Urquhart, Esq. Author of “Turkey and its Resources”, “England, France, Russia, and Turkey”, &c., In Two Volumes, Vol. I, London 1838, σ. 122-124, γράφει ότι ο Τσιόγκας και ο Κατσιαντώνης, ήταν… καθαρόαιμοι Βλάχοι![41]

«Μολονότι η Βόνιτσα ήταν η κυρίαρχη επαρχία, παρ’ όλα αυτά δεν στάθμευε εκεί ούτε ένα μέρος από τα στρατεύματα και μόνο ένας από τους καπεταναίους βρισκόταν εκεί: ο Τσιόνγκας, ο αρχηγός των Βλάχων, ενός λαού, ο οποίος σε διάφορες περιόδους της επανάστασης βοήθησε τόσο πολύ με δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Ο Τσιόνγκας στον καιρό του όριζε δύο χιλιάδες. Παρ’ όλο που οι Βλάχοι δεν ήταν αρματολοί, εν τούτοις αυτοί έγιναν στρατιώτες πολύ πιο σβέλτοι από ότι οι Γραικοί ραγιάδες. Τα ποιμενικά ήθη και η πιο μικρή επαφή που αυτοί είχαν με τους Τούρκους, τους έκαναν λιγότερο υποτακτικούς και καθότι ήταν εξοικειωμένοι με τις συγκρούσεις και τους κινδύνους και με τη χρήση των όπλων. Ακόμα, ο πλούτος τους συνίστατο σε κοπάδια ζώων, εύκολα μεταφερόμενος, σε βούτυρο και σε τυρί, και σε ενδύματα, τα οποία οπουδήποτε θα μπορούσε κάποιος όλα αυτά εύκολα να τα μετατρέψει σε χρήματα. Αυτό δεν τους περιόριζε την μπαγαμπόντικη ζωή τους και τους έβγαζε από τις ανάγκες και την ευχαρί-στηση του τυχοδιωκτισμού. Εγώ πιστεύω ότι δεν είναι ανάγκη να σημειώσω ότι οι Βλάχοι έλκουν την καταγωγή τους από τη Βλαχία και ότι όλοι τους ανέρχονται σε περίπου μισό εκατομμύριο ψυχές μετακινούμενων ποιμένων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία, και οι οποίοι αλλάζουν κατοικία με την αλλαγή των εποχών, και ότι κατέχουν στη χώρα μεγάλο μέρος προβάτων, και συχνά άλλοι φυλάγουν κοπάδια ή έχουν την ευθύνη φροντίδας τους,  και που ανήκουν σε εδραίους.

Ο φημισμένος αρχηγός τους, ο Κατσιαντώνης, ένας από τους ήρωες κλέφτες κατά την περίοδο της ηγεμονίας του Αλή πασά, υπήρξε ένας πλούσιος ιδιοκτήτης προβάτων και γιδιών, αλόγων και μουλαριών. Ένα απόσπασμα Αλβανών  εισέβαλε κάποτε στην κατούνα του. Κλέβει σφαχτάρια πρόβατα και τουλούμια με κρασί. Μετά από το φαγοπότι επιδόθηκαν στις πιο ξεδιάντροπες πράξεις, και στην ώρα του ύπνου προκάλεσαν θύματα παραβιάζοντας υβριστικά την αγνότητα της βλάχικης κατούνας.

Ο Κατσιαντώνης εξαγριωμένος για την προσβολή της οικογένειάς του (…) επήρε το βουνό. Άντρας με ένα πνεύμα τολμηρό, για να μην πούμε υπέροχο, και με ατσάλινο χαραχτήρα, έγινε ο ήρωας αυτών που έχουν το όνομα Βλάχοι (…).

Ο Τσιόνγκας ήταν το πρωτοπαλίκαρό του και υποτάχτηκε αμέσως μετά τον θάνατό του στον Αλή πασά. Αυτός κληρονόμησε από τον αρχηγό του την υπόληψη ανάμεσα στους Βλάχους, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά εμφανίζονται σαν αρματολοί. Μολονότι διαφορετικοί από τους Γραικούς στη γλώσσα και στην καταγωγή, υπήρξαν υπό οποιαδήποτε άλλη έποψη ισότιμοι με αυτούς (…).»

Τούτα είναι γραμμένα το 1838, και δεν έχουν καμιά σχέση με τα ψεύδη που γράφονται σήμερα, με παραποιήσεις, επινοήσεις, στρεβλώσεις και ανοησίες που εδράζονται στην εθνικιστική… ανορεξία. Λεπτομέρειες στο έργο μου: Κλέφτες και αρματολοί κατά της οθωμανοκρατίας (1495-1878) – Η διαχρονική παρουσία Ελληνόβλαχων επαναστατών, 2020.

Κλέφτες και αρματολοί κατά της οθωμανοκρατίας (1495-1878) – Η διαχρονική παρουσία Ελληνόβλαχων επαναστατών, 2020.

Ο ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΒΛΆΧΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ / ΤΟΥ ΤΑΫΓΕΤΟΥ

Ο έλεγχος της αξιοπιστίας των πηγών πρέπει να είναι βασικό μέλημα του ιστορικού ερευνητή –και του κάθε ερευνητή– γι’ αυτό και εδώ θα καταθέσω τα του Χαλκοκονδύλη για τους Βλάχους της Μάνης / του Ταϋγέτου, από 12 έκδόσεις, από την πολλάκις αναφερόμενη από τους ερευνητές, της Βόννης έτους 1843, και μετά δε από την πρώτη έκδοση του 1556, έπονται οι άλλες με χρονολογική σειρά. Οι εικόνες προέρχονται από την έκδοση του 1662. Και όπως έχω γράψει και παλαιότερα: Οι πηγές δεν ψεύδονται ούτε διαψεύδονται… Το ίδιο και για τους Βλάχους της Μάνης και του Μοριά

1) Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Editio Emendatior et Coposior, Consilio B.G. Niebuhrii C.F., Auctoritate Academiae Litterarum Regiae Borussicae Continuata, Laonicus Chalcocondylas, Bonnae MDCCCXLIII [1843] – Λαόνικου Χαλκοκονδύλου Αθηναίου, Απόδειξις Ιστοριών Δέκα.

«Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί Μυσούς και επί Τριβαλλούς. Το δε γένος τούτο παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών, είτε από Ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν, είτε, ως ένιοι, από της πέραν του Ίστρου επ’ εσχάτων της Ευρώπης, από τε Κροατίας και Προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν και Σαρματίας της νυν ούτω Ρωσίας καλουμένης, έστε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον, κακείθεν ωρμημένοι και τον τε Ίστρον διαβάντες επί την ες τον Ιόνιον χώραν αφίκοντο και ταύτη επί πολύ επί Ενετούς διήκουσαν καταστρεψάμενοι ώκησαν, είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον Ιόνιον χώρας ωρμημένοι και Ίστρον διαβάντες επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. Τοσόνδε μέντοι επίσταμαι, ως τοις ονόμασι ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι κατάδηλοί εισιν έτι και νυν. Ως μέντοι διέσπαρται ανά την Ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος και ες το Ταίναρον ωκημένον. Ω δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βράχοι δε αμφότεροι ονομάζονται [utrisque nomen fuit Bacchi]· και ουκ αν δη έχω διεξιέναι οποτέρους αν τούτων λέγοιμι επί τους ετέρους αφικέσθαι. Ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλλούς και Μυσούς και Ιλλυριούς και Κροατίους και Πολανίους και Σαρμάτας την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν· ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. Υπό δε του καιρού ες ήθη τε διενηνεγμένα αλλήλων και επί χώραν άλλην αφικόμενοι ώκησαν. Ουκούν δη λέγεται προς ουδένων ώστε σαφές τι περί αυτών έχειν ημάς ες ιστορίαν αποδείκνυσθαι. Βασίλεα μεν έστιν αυτοίς κανταύθα του Ίστρου και πέραν τε, το τε γένος τούτο πολύ μείζον και επί πολύ μάλλον διήκον, ώστ’ αν μάλλον εκείθεν φάναι κάλλιον παρέχον επί τάδε αφικέσθαι το γένος τούτο, και οικήσαι προς τη κατά τον Ιόνιον χώρα, και [παρά] τον Ίστρον διαβήναι, και αυτού μάλλον οικήσαι ή εντεύθεν ωρμημένον επί τα εκεί της οικουμένης σχεδόν τι αοίκητα αφικέσθαι. Είτε μεν ουν ανάγκη τινί προηγμένον, είτε και εκούσιον επ’ άμυναν στελλόμενον χωρίς ούτω απ’ αλλήλων απωκισμένον έτυχεν ως έστιν ιδείν, τεκμαίρεσθαι μάλλον τι ή διισχυρίζεσθαι δέοι αν. Εντεύθεν μεν ουν και την τε άνω Μυσίαν και κάτω Μυσίαν φάναι καλώς έχειν οίονται ένιοι, ως την άνω Μυσίαν ου την ες τα άνω του Ίστρου αλλά την ες το πέραν του Ίστρου ωκημένην χώραν, την δε κάτω Μυσίαν ου την ες τα κάτω του Ίστρου αλλά την επί τούτο του Ίστρου χώραν, έστε επί Ιταλίαν καθήκουσαν. […]» (σ. 33-36).

2) «Post haec bellum auertit in Mysios et Tryballos. Tryballos autem gentem esse totius orbis antiquissimam et maximam, compertum habeo! Appulerunt in hanc regionem, siue (uariant enim auctores) diuisi ab Illyrijs: siue, ut quorundam sentential est, ab ea regione quae ultra Istrum in extrema Europa est, et a Croacia Prusiisque. Septentrionale mare accolentibus; necnon a Sarmatia, quam hodie Russiam uocant, propter suae regionis frigus inuictum profecti, Istrumcque transgressi, in regionem Ionio affusam penetrarunt. ubi quoque habitarunt, cum armis eam regionem, quae Venetos spectat, subegissent. Si autem quis contrariam sequatur sententiam, quasi e regione uersus Ionium uergente digressi, Istrocque superato, in illam accesserint, unde eos antea prodijsse diximus, regionem, haud quidem contendero. nec tamen eam tuto arripere audio. Attamen scio, quamris populi isti nominibus sint discreti, non tamen moribus quicquam inter se differunt; idem linguae usus ijsdem etiam hodie est. Dispersi hinc inde, domicilia per totam habuera Europam, incolentibus quibusdam de illo grege Peloponnesi regionem Laconicam, qua patet ad montem Taugetum, et ad Taenarum, ubi etiam habitauit a Dacia ad Pindum usque montem, in Thessaliam se prolicjentem alius quidam populus, utrisque nomen fuit Bracji [Bacchi]. Nec tamen scio, utrum in Epiros commigrasse asseuerem. Haud me fugit, Tryballos, Mysios, Illyrios, Polonos, et Sarmatas, eadem inter sese lingua uti. Si igitur hinc coniecturam facere licet, existimo omnes istos, unum hominu esse genus, nec diuersum. […]» (Έκδοση 1556 [λατινικά], σ. 10-11. Στην έκδ. του 1843 γράφεται Bacchi αντί Bracji της έκδ. του 1556).

3) «[…] Mais ie ne voy pas aussi comme i’y peusse seurement adheret. Quoy que ce soit, cela scay-ie bien, qu’ encore que ces peoples cy soient distringuez de noms, si ne voit-on pas au’ils different en rien ny de meurs, ny de langage. Au reste ils s’escarterent ca et la par l’Europe; tellement qu’aucuris s’en allerent habiter en Laconie, au dedans du Peloponese, es enuirons de la Montaigne de Taugete, et du cap de Taenare, communement appelle Metapan; la mesme ou auoit autre-fois faict sa de meure cerrain autre people, depuis la proince de Dace iusques au mont de Pinde, qui se reiette en dedans la Thessalie; eftans les vns et les autres appellez du seul nom de Valaques. Toutesfois ie n’oserois bonnement affirmer s’ils passerent en l’Epire: car les Triballiens, Mysiens, Illiriens, Croats, Polonois, et Sarmates, vsent d’vn mesme langage entr’eux. […]» (Έκδοση 1584 [γαλλικά], σ. 43-44. Στην έκδ. του 1584, στη γαλλική γίνονται Valaques, οι Bracji του 1556 της λατινικής).

4) «Post haec bellum auertit in Mysios et Tryballos. Tryballos autem gentem esse totius orbis antiquissimam et maximam, compertum habeo! Appulerunt in hanc regionem, siue (uariant enim auctores) diuisi ab Illyrijs: siue, ut quorundam sentential est, ab ea regione quae ultra Istrum in extrema Europa est, et a Croacia Prusiisque. Septentrionale mare accolentibus; necnon a Sarmatia, quam hodie Russiam uocant, propter suae regionis frigus inuictum profecti, Istrumcque transgressi, in regionem Ionio affusam penetrarunt. ubi quoque habitarunt, cum armis eam regionem, quae Venetos spectat, subegissent. Si autem quis contrariam sequatur sententiam, quasi e regione uersus Ionium uergente digressi, Istrocque superato, in illam accesserint, unde eos antea prodijsse diximus, regionem, haud quidem contendero. nec tamen eam tuto arripere audio. Attamen scio, quamris populi isti nominibus sint discreti, non tamen moribus quicquam inter se differunt; idem linguae usus ijsdem etiam hodie est. Dispersi hinc inde, domicilia per totam habuera Europam, incolentibus quibusdam de illo grege Peloponnesi regionem Laconicam, qua patet ad montem Taugetum, et ad Taenarum, ubi etiam habitauit a Dacia ad Pindum usque montem, in Thessaliam se prolicjentem alius quidam populus, utrisque nomen fuit Bacchi*. Nec tamen scio, utrum in Epiros commigrasse asseuerem. Haud me fugit, Tryballos, Mysios, Illyrios, Polonos, et Sarmatas, eadem inter sese lingua uti. Si igitur hinc coniecturam facere licet, existimo omnes istos, unum hominu esse genus, nec diuersum. […]» (Έκδοση 1587, σ. 231. Οι Βράχοι γράφονται λατινιστοί ως Bacchi, και με αστερίσκο εξηγείται ο όρος: *Valachi).

5) «Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί μυσούς και επί τριβαλούς, το δε γένος τούτο, παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών` είτε από ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν, είτε ως ένιοι, από της πέραν του ίστρου επ’ εσχάτων της ευρώπης, από τε κροατίας, και προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν, και σαρματίας, της νυν ούτως ρωσίας καλουμένης, έστε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον, κακείθεν ορμημένοι, και τον τε ίστρον διαβάντες, επί την ες τον ιόνιον χώραν αφίκοντο. και ταύτη επί πολύ επί ενετούς διήκουσαν, καταστρεψάμενοι, ώκησαν, είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον ιόνιον χώρας ωρμημένοι, και ίστρον διαβάντες, επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον, ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. Τοσόν δε μέν τοι επίσταμαι, ως τοις ονόμασι. Ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων, ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι, κατάδηλοί εισιν έτι και νυν. Ως μέντοι διέσπαρται ανά την ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη, και εν τινι της πελοποννήσου χώρας τε της λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος, και ες το Ταίναρον ωκημένον. ω δη και από δακίας επί πίνδον το ες θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν, [έθνος] βράχοι δε αμφότεροι ονομάζονται [utrisque nomen fuit Bachiκαι ουκ αν δη έχω διεξιέναι, οποτέρους αν τούτων λέγοιμι, επί τους ετέρους αφικέσθαι. Ούτω δη κανταύθα τους τε τριβαλούς και μυσούς και ιλλυριούς και κροατίους και πολανίους και σαρμάτας, την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν· ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. […]» (Έκδοση 1615, σ. 21-23. Λείπει η υπογραμμισμένη λ. έθνος, οι δε Βλάχοι ονομάζονται βράχοι/Bachi).

6) «[…] Car tout de ce pas ils s’en allerent contre les Triballiens, et Mysiens, qui sont (a ce que trouue) l’vn des plus grands peoples et des plus anciens de toute la terre. Ils aborderent iadis es marches ou ils font encore de present leur demeure: s’estans desbandez d’auec les Illyriens, ou (comme est l’opinion de quelques vns, car les autheurs variant en cet endroict) estans partis de la contree, qui est au dela du Danube, a l’vn des coings de l’Europe, et de la Croatie: par eillemet des Prusies qui habitant les riuages de l’ Ocean Septetrional: et encore de la Sarmatie qu’ on apelle la Russie. Toutes lesquelles regions a cause de leurs intolerable froidures, et tres-aspre rigueur de l’air, ils abandonnerent pour trauerser le Danube, et se venir habitué en la region espandue le long de costes de la mer Ionie, d’ou ils conquirent par après tout le pays limitriphe, iusques aux terres des Venitiens. Quesi quelqu’vn ayme mieux suiure l’opinion contraire, assauoir qu’ils partirent des regions maritimes de Ionie; et ayans passé le Danube, se vindrent arrester en crst endroict de pays, don’t nous venons de dire qu’ils sortirent premieremer, ie ne contesteray point a l’encontre: Mais ie ne voy pas aussi comme i’y peusse seurement adheret. Quoy que ce soit, cela scay-ie bien, qu’ encore que ces peuples cy soient distringuez de noms, si ne voit-on pas au’ils different en rien ny de meurs, ny de langage. Au reste ils s’escarterent ca et la par l’Europe; tellement qu’aucuris s’en allerent habiter en Laconie, au dedans du Peloponese, es enuirons de la Montaigne de Taugete, et du cap de Taenare, communement appelle Metapan; la mesme ou auoit autre-fois faict sa de meure cerrain autre people, depuis la proince de Dace iusques au mont de Pinde, qui se reiette en dedans la Thessalie; eftans les vns et les autres appellez du seul nom de Valaques. Toutesfois ie n’oserois bonnement affirmer s’ils passerent en l’Epire: car les Triballiens, Mysiens, Illiriens, Croats, Polonois, et Sarmates, vsent d’vn mesme langage entr’eux. […]» (Έκδοση 1620 [γαλλικά], σ. 19. Στην πρώτη υπογράμμιση εξηγεί: «Queleques vns les prennent icy pour les Valaques» [Μερικοί συγγραφείς τους εκλαμβάνουν για Βλάχους]. Στην δεύτερη υπογράμμιση εξηγεί: «Autre opinion de lorigine des Valaques» [Άλλη άποψη για την καταγωγή των Βλάχων]).

7) «[…] Car tout de ce pas ils s’en allerent contre les Triballiens, et Mysiens, qui sont (a ce que trouue) l’vn des plus grands peoples et des plus anciens de toute la terre. Ils aborderent iadis es marches ou ils font encore de present leur demeure: s’estans desbandez d’auec les Illyriens, ou (comme est l’opinion de quelques vns, car les autheurs variant en cet endroict) estans partis de la contree, qui est au dela du Danube, a l’vn des coings de l’Europe, et de la Croatie: par eillemet des Prusies qui habitant les riuages de l’ Ocean Septetrional: et encore de la Sarmatie qu’ on apelle la Russie. Toutes lesquelles regions a cause de leurs intolerable froidures, et tres-aspre rigueur de l’air, ils abandonnerent pour trauerser le Danube, et se venir habitué en la region espandue le long de costes de la mer Ionie, d’ou ils conquirent par après tout le pays limitriphe, iusques aux terres des Venitiens. Quesi quelqu’vn ayme mieux suiure l’opinion contraire, assauoir qu’ils partirent des regions maritimes de Ionie; et ayans passé le Danube, se vindrent arrester en crst endroict de pays, don’t nous venons de dire qu’ils sortirent premieremer, ie ne contesteray point a l’encontre: Mais ie ne voy pas aussi comme i’y peusse seurement adheret. Quoy que ce soit, cela scay-ie bien, qu’ encore que ces peuples cy soient distringuez de noms, si ne voit-on pas au’ils different en rien ny de meurs, ny de langage. Au reste ils s’escarterent ca et la par l’Europe; tellement qu’aucuris s’en allerent habiter en Laconie, au dedans du Peloponese, es enuirons de la Montaigne de Taugete, et du cap de Taenare, communement appelle Metapan; la mesme ou auoit autre-fois faict sa de meure cerrain autre people, depuis la proince de Dace iusques au mont de Pinde, qui se reiette en dedans la Thessalie; eftans les vns et les autres appellez du seul nom de Valaques. Toutesfois ie n’oserois bonnement affirmer s’ils passerent en l’Epire: car les Triballiens, Mysiens, Illiriens, Croats, Polonois, et Sarmates, vsent d’vn mesme langage entr’eux. […]» (Έκδοση 1632 [γαλλικά]. σ. 21. Στην πρώτη υπογράμμιση εξηγεί: «Quelequesvns les prennent icy pour les Valaques» [Μερικοί συγγραφείς τους εκλαμβάνουν για Βλάχους]. Στην δεύτερη υπογράμμιση εξηγεί: «Autre opinion de lorigine des Valaques» [Άλλη άποψη για την καταγωγή των Βλάχων]).

8) «Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί Μυσούς, και επί Τριβαλούς. Το δε γένος τούτο, παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών` είτε από Ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν, είτε ως ένιοι, από της πέραν του Ίστρου επ’ εσχάτων της Ευρώπης, από τε Κροατίας, και Προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν, και Σαρματίας, της νυν ούτω Ρωσίας καλουμένης, ές τε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον*, κακείθεν ορμημένοι, και τον τε Ίστρον διαβάντες, επί την ες τον Ιόνιον χώραν αφίκοντο. και ταύτη επί πολύ επί Ενετούς διήκουσαν, καταστρεψάμενοι, ώκησαν, είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον Ιόνιον χώρας ωρμημένοι, και Ίστρον διαβάντες, επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον, ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. Τοσόν δε μέν τοι επίσταμαι, ως τοις ονόμασι, ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων, ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι, κατάδηλοι εισίν έτι και νυν. Ως μέντοι διέσπαρται ανά την Ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη, και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος, και ες το Ταίναρον ωκημένον. ω δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. βράχοι** δε αμφότεροι ονομάζονται [vtrisque nomen fuit Bacchiκαι ουκ αν δη έχω διεξίεναι, οπωτέρους αν τούτων λέγοιμι, επί τους ετέρους αφίκεσθαι. Ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλούς και Μυσούς και Ιλλυριούς, και Κροατίους, και Πολανίους, και Σαρμάτας, την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν, ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. […]» (Έκδοση 1650, σ. 17-18. Η λ. αοίκητον έχει 1 αστερίσκο με την εξήγηση *ανικήτον, και η λ. βράχοι έχει 2 αστερίσκους με την εξήγηση **βλάχοι [Bacchi]).

9) «[…] Car tout de ce pas ils s’en allerent contre les Triballiens, et Mysiens, qui sont (a ce que trouue) l’vn des plus grands peoples et des plus anciens de toute la terre. Ils aborderent iadis es marches ou ils font encore de present leur demeure: s’estans desbandez d’auec les Illyriens, ou (comme est l’opinion de quelques vns, car les autheurs variant en cet endroict) estans partis de la contree, qui est au dela du Danube, a l’vn des coings de l’Europe, et de la Croatie: par eillemet des Prusies qui habitant les riuages de l’ Ocean Septetrional: et encore de la Sarmatie qu’ on apelle la Russie. Toutes lesquelles regions a cause de leurs intolerable froidures, et tres-aspre rigueur de l’air, ils abandonnerent pour trauerser le Danube, et se venir habitué en la region espandue le long de costes de la mer Ionie, d’ou ils conquirent par après tout le pays limitriphe, iusques aux terres des Venitiens. Quesi quelqu’vn ayme mieux suiure l’opinion contraire, assauoir qu’ils partirent des regions maritimes de Ionie; et ayans passé le Danube, se vindrent arrester en crst endroict de pays, don’t nous venons de dire qu’ils sortirent premieremer, ie ne contesteray point a l’encontre: Mais ie ne voy pas aussi comme i’y peusse seurement adheret. Quoy que ce soit, cela scay-ie bien, qu’ encore que ces peuples cy soient distringuez de noms, si ne voit-on pas au’ils different en rien ny de meurs, ny de langage. Au reste ils s’escarterent ca et la par l’Europe; tellement qu’aucuris s’en allerent habiter en Laconie, au dedans du Peloponese, es enuirons de la Montaigne de Taugete, et du cap de Taenare, communement appelle Metapan; la mesme ou auoit autre-fois faict sa de meure cerrain autre people, depuis la proince de Dace iusques au mont de Pinde, qui se reiette en dedans la Thessalie; eftans les vns et les autres appellez du seul nom de Valaques. Toutesfois ie n’oserois bonnement affirmer s’ils passerent en l’Epire: car les Triballiens, Mysiens, Illiriens, Croats, Polonois, et Sarmates, vsent d’vn mesme langage entr’eux. […]» (Έκδοση 1662 [γαλλικά]. σ. 21. Στην πρώτη υπογράμμιση εξηγεί: «Quelequesvns les prennent icy pour les Valaques» [Μερικοί συγγραφείς τους εκλαμβάνουν για Βλάχους]. Στην δεύτερη υπογράμμιση εξηγεί: «Autre opinion de lorigine des Valaques» [Άλλη άποψη για την καταγωγή των Βλάχων]).

10) «Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί Μυσούς, και επί Τριβαλούς. Το δε γένος τούτο, παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών` είτε από Ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν. είτε ως ένιοι, από της πέραν του Ίστρου επ’ εσχάτων της Ευρώπης, από τε Κροατίας, και Προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν, και Σαρματίας, της νυν ούτω Ρωσίας καλουμένης, ές τε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον*, κακείθεν ορμημένοι, και τον τε Ίστρον διαβάντες, επί την ες τον Ιόνιον χώραν αφίκοντο. και ταύτη επί πολύ επί Ενετούς διήκουσαν, καταστρεψάμενοι, ώκησαν, είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον Ιόνιον χώρας ωρμημένοι, και Ίστρον διαβάντες επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. Τοσόνδε μέν τοι επίσταμαι ως τοις ονόμασι, ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων, ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι, κατάδηλοι εισίν έτι και νυν. Ως μέν τοι διέσπαρται ανά την Ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη, και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος, και ες το Ταίναρον ωκημένον. ω δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. βράχοι* δε αμφότεροι ονομάζονται [vtrisque nomen fuit BacchiΚαι ουκ αν δη έχω διεξίεναι, οποτέρους αν τούτων λέγοιμι, επί τους ετέρους αφίκεσθαι. Ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλούς και Μυσούς, και Ιλλυριούς, και Κροατίους, και Πολανίους, και Σαρμάτας, την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν, ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. […]» (Έκδοση 1729, σ. 13-14. Η λ. βράχοι έχει αστερίσκο με εξήγηση *βλάχοι [Bacchi]).

11) «Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί Μυσούς και επί Τριβαλλούς. Το δε γένος τούτο παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών` είτε από Ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν, είτε, ως ένιοι, από της πέραν του Ίστρου επ’ εσχάτων της Ευρώπης, από τε Κροατίας και Προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν και Σαρματίας, της νυν ούτω Ρωσίας καλουμένης, έστε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον, κακείθεν ωρμημένοι, και τον τε Ίστρον διαβάντες, επί την ες τον Ιόνιον χώραν αφίκοντο. Και ταύτη επί πολύ επί Ενετούς διήκουσαν, καταστρεψάμενοι, ώκησαν` είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον Ιόνιον χώρας ωρμημένοι, και Ίστρον διαβάντες, επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον, ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. Τοσόνδε μέντοι επίσταμαι ως τοις ονόμασι ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι, κατάδηλοί εισιν έτι και νυν. Ως μέντοι διέσπαρται ανά την Ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη, και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος, και ες το Ταίναρον ωκημένον. Ου δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βράχοι δε αμφότεροι ονομάζονται [utrisque nomen fuit Bacchiκαι ουκ αν δη έχω διεξιέναι, οποτέρους αν τούτων λέγοιμι, επί τους ετέρους αφικέσθαι. Ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλλούς και Μυσούς και Ιλλυριούς και Κροατίους και Πολανίους και Σαρμάτας την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν· Ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. Υπό δε του καιρού ες ήθη τε διενηνεγμένα αλλήλων, και επί χώραν άλλην αφικόμενοι ώκησαν. Ουκούν δη λέγεται προς ουδένων ώστε σαφές τι περί αυτών έχειν ημάς ες ιστορίαν αποδείκνυσθαι. Βασίλεια μεν έστιν αυτοίς κανταύθα του Ίστρου, και πέραν τε, τό τε γένος τούτο πολύ μείζον, και επί πολύ μάλλον διήκον. Ώστ’ αν μάλλον εκείθεν φάναι κάλλιον παρέχον, επί τάδε αφικέσθαι το γένος τούτο, και οικήσαι προς τη κατά το Ιόνιον χώρα, και παρά τον Ίστρον διαβήναι, και αυτού μάλλον οικήσαι, ή εντεύθεν ωρμημένον, επί τα εκεί της οικουμένης σχεδόν τι αοίκητα αφικέσθαι. Είτε μεν ουν ανάγκη τινί προηγμένον, είτε και εκούσιον απέμειναν στελλόμενον χωρίς ούτω απ’ αλλήλων απωκισμένον έτυχεν, ως έστιν ιδείν τεκμαίρεσθαι μάλλον τι, ή διισχυρίζεσθαι δέοι αν. Εντεύθεν μεν ουν και την τε άνω Μυσίαν και κάτω Μυσίαν φάναι καλώς έχειν οίονται ένιοι, ως την άνω Μυσίαν ου την ες τα άνω του Ίστρου αλλά την ες το πέραν του Ίστρου ωκημένην χώραν, την δε κάτω Μυσίαν ου την ες τα κάτω του Ίστρου αλλά την επί τούτο του Ίστρου χώραν, έστε επί Ιταλίαν καθήκουσαν. […]» (Έκδοση 1866, στήλες 41-44. Και εξηγεί σε υποσημειώσεις: ανίκητον/αοίκητον, Βράχοι/Βλάχοι [Bacchi]. Η δε υπογραμμισμένη λ. απέμειναν, στις άλλες εκδόσεις είναι: επ’ άμυναν).

12) «Μετά δε ταύτα ήλαυνεν επί Μυσούς και επί Τριβαλλούς. το δε γένος τούτο παλαιότατόν τε και μέγιστον των κατά την οικουμένην εθνών, είτε από Ιλλυριών μοίρας απεσχισμένον ταύτην ώκησε την χώραν, είτε, ως ένιοι, από της πέραν του Ίστρου επ’ εσχάτων της Ευρώπης, από τε Κροατίας και Προυσίων των ες τον αρκτώον ωκεανόν και Σαρματίας της νυν ούτω Ρωσίας καλουμένης έστε επί χώραν την διά το ψύχος αοίκητον, κακείθεν ωρμημένοι, και τον τε Ίστρον διαβάντες επί την ες τον Ιόνιον χώραν αφίκοντο και ταύτη επί πολύ επί Ενετούς διήκουσαν καταστρεψάμενοι ώκησαν, είτε δη τουναντίον μάλλον ειπείν άμεινον, ως εντεύθεν από της ες τον Ιόνιον χώρας ωρμημένοι και Ίστρον διαβάντες επέκεινα εγένοντο της οικουμένης, ουκ αν δη λεγόμενον, ασφαλώς λέγοιτο υφ’ ημών. τοσόνδε μέντοι επίσταμαι, ως τοις ονόμασι ταύτα δη τα γένη διεστηκότα αλλήλων ήθεσι μεν ουκέτι, γλώττη δε και φωνή τη αυτή χρώμενοι κατάδηλοί εισιν έτι και νυν. ως μέντοι διέσπαρται ανά την Ευρώπην, πολλαχή ώκησαν, άλλη τε δη, και εν τινι της Πελοποννήσου χώρας τε της Λακωνικής ες το Ταΰγετον όρος και ες το Ταίναρον ωκημένον. ω δη και από Δακίας επί Πίνδον το ες Θετταλίαν καθήκον ενοικήσαν έθνος. Βλάχοι δε αμφότεροι ονομάζονται· και ουκ αν δη έχω διεξιέναι, οποτέρους αν τούτων λέγοιμι επί τους ετέρους αφικέσθαι. ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλλούς και Μυσούς και Ιλλυριούς και Κροατίους και Πολάνους και Σαρμάτας την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν· ει δέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος ταυτό τε και έν και ομόφυλον εαυτώ. υπό δε του καιρού ες ήθη τε διενηνεγμένα αλλήλων και επί χώραν άλλην αφικόμενοι ώκησαν. ουκούν δη λέγεται προς ουδένων, ώστε σαφές τι περί αυτών έχειν ημάς ες ιστορίαν αποδείκνυσθαι. βασίλεια μεν έστιν αυτοίς κανταύθα του Ίστρου και πέραν τε, τό τε γένος τούτο πολύ μείζον, και επί πολύ μάλλον διήκον, ώστ’ αν μάλλον εκείθεν φάναι κάλλιον παρέχον επί τάδε αφικέσθαι το γένος τούτο, και οικήσαι προς τη κατά τον Ιόνιον χώρα, και παρά τον Ίστρον διαβήναι, και αυτού μάλλον οικήσαι, ή εντεύθεν ωρμημένον επί τα εκεί της οικουμένης σχεδόν τι αοίκητα αφικέσθαι. είτε μεν ουν ανάγκη τινί προηγμένον, είτε και εκούσιον επ’ άμυναν στελλόμενον χωρίς ούτω απ’ αλλήλων απωκισμένον έτυχεν, ως έστιν ιδείν, τεκμαίρεσθαι μάλλον τι, ή διισχυρίζεσθαι δέοι αν. εντεύθεν μεν ουν και την τε άνω Μυσίαν και κάτω Μυσίαν φάναι καλώς έχειν οίονται ένιοι, ως την άνω Μυσίαν ου την ες τα άνω του Ίστρου αλλά την ες το πέραν του Ίστρου ωκημένην χώραν, την δε κάτω Μυσίαν ου την ες τα κάτω του Ίστρου αλλά την επί τούτο του Ίστρου χώραν, έστε επί Ιταλίαν καθήκουσαν. […]» (Έκδοση 1922 [ουγγρική], σ. 30-32. Σε υποσημείωση γράφει ότι οι Βράχοι του Κώδικα διορθώνονται σε Βλάχοι, και οι Πολάνιοι σε Πολάνους.).

*****

Οι Μανιάτες, ήδη από το 1463, ξεκινούν αγώνες κατά των Τούρκων: «Την 25 Ιανουαρίου 1463 ανεχώρησεν εκ Βενετίας ο εξοπλησθείς στόλος υπό την αρχηγίαν Λουδοβίκου του Λορεδάνου. […] Ο Βερτόλδος στρατολογήσας και εκ Κρήτης μέγαν αριθμόν κακούργων, προς ους εχαρίσθη η ποινή, απεβίβασεν ανενοχλήτως τον στρατόν του εις Ναύπλιον, και εδημοσίευσε προκηρύξεις εις τους Έλληνας καλών αυτούς εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα και υποσχόμενος μεγάλην συνδρομήν. Εις το κήρυγμα τούτο η Σπάρτη, οι Μανιάται, οι Αρκάδες και άλλοι έλαβον τα όπλα κατά των Τούρκων.» (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνησι 1869 , σ. 11-12).

Το 1481 γίνεται «Η εν Μάνη επανάστασις του Κορκοδείλου Κλαδά. Εκστρατεία Καστριώτου και Κλαδά εις Ήπειρον. Επανάστασις των Χιμαριωτών.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 36-45).

Το 1570 «Ο Βενιέρης καταλαμβάνει το φρούριον της Μάνης, και λεηλατεί την Άνδρον.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 163-166).

Το 1609-1624, «Ανταρσία Μανιατών. Ενέργειαι του δουκός Νεβέρ προς επανάστασιν της Ελλάδος. Συνεννοήσεις μετά των επισημοτέρων κληρικών και Λαϊκών…» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 196-210).

Το 1659-1667, «Επανάστασις Μανιατών. Πειρατικαί εκδρομαί. Ιωαννίκιος Β’ εν Μάνη. Λεηλασία Καλαμών. Λιβεράκης Γερακάρης.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 300-309).

Το 1685, «Επανάστασις Μανιατών» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 327-332).

«Ούτοι [οι Ενετοί] ελθόντες εις την Πελοπόννησον διήρεσαν το βασίλειον εις τέσσαρας νομούς, εξ ων ο μεν πρώτος της Ρωμανίας πρωτεύουσαν είχε το Ναύπλιον και συνεκροτείτο εκ των επαρχιών Άργους, Κορίνθου, Τριπόλεως, και αγίου Πέτρου της Τσακωνίας, ο δεύτερος της Αχαΐας πρωτεύουσαν έχων τας Πάτρας περιελάμβανε τας επαρχίας Βοστίτσης, Καλαβρύτων, Γαστούνης, και Πατρών, ο τρίτος της Μεσσηνίας πρωτεύουσαν είχε τον Νέον Ναυαρίνον και συνεκροτείτο εκ των επαρχιών Μεθώνης, Κορώνης, Ανδρούσης, Καλαμών, Λεονταρίου, Καρυταίνης, Φαναρίου, Ναυαρίνου, και Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς), και ο τέταρτος της Λακωνίας αποτελούμενος εκ των επαρχιών Μισθρά, Βαρδούνιας, Κελεφά, Πασαβά, και Ζαρνάτας πρωτεύουσαν είχε την μετέπειτα κατακτηθείσαν Μονεμβασίαν. Εν εκάστω των νομών τούτων εγ-κατεστάθη προβλεπτής διά την πολιτικήν και στρατιωτικήν διοίκησιν, είς διευθυντής της δικαιοσύνης, και είς οικονομικός επίτροπος. Επί κεφαλής δε όλων ήτο ο γενικός προβλεπτής έχων είδος αυλής και αμέσως αντεπιστέλλων προς την Γερουσίαν. Η δε Λευκάς μετά της Ναυπάκτου και των εν Στερεά Ελλάδι υποκειμένων τη Δημοκρατία τόπων απετέλεσεν ίδιον διαμέρισμα ανατεθέν εις την διοίκησιν του προβλεπτού των τριών Νήσων Ανδρέα Νοβαγιέρου.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 364-366).

Το 1689, «Λιβέριος ο Γερακάρης αποφυλακισθείς αναγορεύεται βέης της Μάνης και πέμπεται κατά των Ενετών. Πολιορκία Μονεμβασίας.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 382-387).

Το 1770, «Διένεξις Μανιατών. Λεγεώνες της Σπάρτης.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 520-523).

Το 1780, «Υποταγή Μανιατών. Ηγεμονία της Μάνης. Καταστροφή των Κολοκοτρωναίων, και άλλων οπλαρχηγών της Πελοποννήσου. Ο έξαρχος Γρηγοράκης. Αντεκδίκησις Μανιατών.» (Κ. Σάθας, ό.π., σ. 530-533).

Η συμμετοχή των Μανιατών στον Αγώνα του 1821 είναι από τις σημαντικότερες. Να ιδούμε σχετικό κείμενο:

«Οι Μανιάτες στην Εθνεγερσία του 1821.

Η Μάνη γεωγραφικά βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του ακρωτηρίου Ταινάρου και ορίζεται σε Ανατολική και Δυτική Μάνη. Η Ανατολική Μάνη βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως την σημερινή πόλη του Γυθείου και η Δυτική Μάνη βρέχεται από τον Μεσσηνιακό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως τον Αλμυρό της Μεσσηνίας. Η Μάνη στα τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας διατηρήθηκε ελεύθερη, όχι γιατί οι Τούρκοι δε θέλησαν να την υποτάξουν. Χύσανε πολύ αίμα για να την κατακτήσουν, αλλά το φρόνημα των κατοίκων της και μόνο αυτό εξουδετέρωνε τις συνεχείς και ορμητικές επιθέσεις των Τούρκων. Οι αγώνες των Μανιατών για τη διατήρηση της ελευθερίας της Μάνης ήταν σκληροί και μακροχρόνιοι, γι’ αυτό κάθε φορά που παρουσιαζόταν κάποιο σχέδιο για απελευθερωτικό αγώνα του έθνους, οι σκέψεις ατόμων και ομάδων στρεφόταν στη Μάνη.

Πρώτος με τον Θούριό του ο Ρήγας Φεραίος καλούσε τους Μανιάτες σε δράση με τους στίχους:

Μανιάτες και Σουλιώτες, λιοντάρια ξακουστά,

ως πότε σταις σπηλιαίς σας, κοιμάστε σφαλιστά“.

Ο Ρήγας Φεραίος, μελετώντας το πρόβλημα της εθνέγερσης, είδε πως ο ξεσηκωμός του Γένους έπρεπε να ξεκινήσει από τη Μάνη, και στους Μανιάτες στήριξε τις ελπίδες του για την επιτυχία της Επανάστασης. Στο πόρισμά τους οι ανακριτικές αρχές της Βιέννης, που ανέκριναν το Ρήγα, και από το άλλο ανακριτικό υλικό, διαπιστώσανε ότι:

“Είχεν ο Ρήγας την απόφασιν νά μεταβή εις την χερσόνησον του Μορέως . . . προς τους αύτοθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, τους Μανιάτας, απογόνους όντας των αρχαίων Σπαρτια-τών, να προσελκύση την εμπιστοσύνη των, να κηρύξη την ελευθερίαν, κι έπειτα, βοηθούμενος υπ’ αυτών, να ελευθερώση όλην την χερσόνησον του Μορέως διά της βίας από του τουρκικού ζυγού.”.

Οι φημισμένοι καπεταναίοι των κλεφτών του Μοριά, Ζαχαριάς, Παναγιώταρος, Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο ηρωϊκός Σκυλόγιαννης στα Ορλωφικά, και στη συνέχεια οι διορισθέντες ηγεμόνες της Μάνης (Μπέηδες) ήταν πασίγνωστοι σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στα Ευρωπαϊκά κράτη, σαν αγωνιστές της ελευθερίας και επίδοξοι ελευθερωτές των σκλαβωμένων Ελλήνων. Οι Μανιάτες σταθερά προσανατολισμένοι στην ιδέα και στην ελπίδα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό δεν δίστασαν να έρθουν σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Σύνδεσμος μεταξύ των Μανιατών και του Ναπολέοντα ήταν οι Στεφανόπουλοι, Κορσικανοί, από τους εγκατασταθέντες στην Κορσική Στεφανόπουλους του Οιτύλου, οι οποίοι μετέφεραν στον μπέη Τζανέτο Γρηγοράκη επιστολή του Βοναπάρτη, της οποίας το περιεχόμενο έχει έτσι:

Ο αρχιστράτηγος της στρατιάς της Ιταλίας προς τον αρχηγό του ελεύθερου λαού της Μάνης.

     Πολίτη, Έλαβα από την Τεργέστη ένα γράμμα στο οποίο εκφράζετε την επιθυμία να γίνετε χρήσιμος στη Γαλλική Δημοκρατία, υποδεχόμενος τα σκάφη της στα λιμάνια σας. Θέλω να πιστεύω ότι θα κρατήσετε τον λόγο σας με εκείνη την πίστη που ταιριάζει σ’ έναν απόγονο των Σπαρτιατών. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν θα φανεί αχάριστη έναντι του έθνους σας.

     Χαιρετισμούς και αδελφοσύνη.

Υπογραφή: Βοναπάρτης“».

     Οι ελπίδες όμως των Μανιατών για την απελευθέρωση της Ελλάδας διαψεύσθηκαν καθώς και τόσες άλλες φορές. Καλύτερα όμως από κάθε άλλον γνώριζαν την ανδρεία, την φιλοπατρία και την πολεμική αρετή των Μανιατών οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας, οι οποίοι και δεν εδίστασαν να επιλέξουν την ελεύθερη Μάνη σαν ορμητήριο του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Από τον Σκουφά μυήθηκε ο Ηλίας Χρυσοσπάθης, που ήταν και αυτός Μανιάτης, και οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης φρόντισαν να μυήσουν τον Κυριάκο Καμαρινό και τα παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Γιωργάκη και τον Ανέστη, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ως όμηροι της πίστεως του πατέρα τους. Μετά τη μύησή τους ο Χρυσοσπάθης και ο Καμαρινός εστάλησαν από την Φιλική Εταιρεία στη Μάνη για να μυήσουν τους Μανιάτες και να ετοιμάσουν την επανάσταση. Ο Καμαρινός μύησε τον Πετρόμπεη, ο οποίος με τη σειρά του μύησε τους: Αθανάσιο Καμαρινό, Αναγνώστη Δημητρόπουλο, Λιμπέριο Αθανασάκη, Παναγιώτη και Διονύσιο Τρουπάκη.

Από τον Ηλία Χρυσοσπάθη μυήθηκαν οι: Καπετάν Νικολάκης Χριστέας, Γιάννης Καπετανάκης-Μαυρομιχάλης, Πανάγος Χριστέας, Ιωάννης Χρυσοσπάθης, Γιάννης Χατζάκος.

Από τον Κυριάκο Καμαρινό μυήθηκαν και οι: Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και αρχιμανδρίτης Γαβριήλ. Ο Π. Τρουπάκης μύησε τους: Παναγιώτη Τρουπάκη, Νικόλαο Βενετσανάκη και τον Ανδρουβίστας Θεόκλητο. Ο Χριστόφορος Περραιβός μύησε τους: Αντώνμπεη Γρηγοράκη, τον Ιωάννη Κουγέα, τον Βενετσάνο Γαϊτανάρο, τον Μονεμβασίας Χρύσανθο, τον Δημήτριο Γρηγοράκη. Αλλά ο Χριστόφορος Περραιβός κατόρθωσε κάτι πιο σημαντικό για τον απελευθερωτικό αγώνα. Συμφιλίωσε τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης, που ήταν σε έριδα, και επέτυχε την υπογραφή του Πατριωτικού Συμφώνου στις Κιτριές, από τους εκπροσώπους των τριών ισχυρότερων οικογενειών της Μάνης, δηλ. μεταξύ Μαυρομιχαλαίων, Τρουπάκηδων, Γρηγοράκηδων.

Το Πατριωτικό Σύμφωνο περιελάμβανε και τα ακόλουθα:

Διά του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ’ όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών πίστεως και με την δύναμην του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως διά την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να διαφυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας: Α. Ημείς αι τρείς γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες και Τρουπάκηδες,… υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματά μας μία ψυχή, μία σύμπνοια, μία θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον ιερό δεσμό“.

Αυτό το Πατριωτικό Σύμφωνο περιλαμβάνει και τα εξής:

“…Να είμεθα έτοιμοι συμφώνως και προθύμως να πράξωμεν τα όσα ήθελε προσταχθώμεν από τους ανωτέρους και εγκρίτους του Γένους μας διά το Γενικό συμφέρον της Πατρίδος μας Ελλάδος, ωσάν οπού είμεθα υπόχρεοι και εν αυτώ ωρισμένοι να χύσωμεν και την ύστατην ρανίδα του αίματός μας οπόταν η χρεία το καλέσει…”.

Όταν ο Χρ. Περραιβός προσκόμισε το παραπάνω σύμφωνο των Μανιατών στο Συμβούλιο της Ανωτάτης Αρχής (Φ.Ε.) στην Κωνσταντινούπολη προκάλεσε τον ενθουσιασμό των μελών του, τα οποία αποφάσισαν να στείλουν ευχαριστήριο έγγραφο στους υπογράψαντας το Πατριωτικό Σύμφωνο, αναφέροντας τα εξής:

Και εις ημάς αυτούς και εις όλον το Πανελλήνιον είναι εγνωσμένον της ψυχής υμών το ευγενές, ελεύθερον και αγέρωχον, το οποίον καθ’ ο κτήμα των αθανάτων ημών προγόνων, σεις μόνον διεσώσατε τέσσαρας ήδη σχεδόν αιώνας. Δι’ αυτό ουν τούτο θέλε-τε μείνη, καθώς εστί μακαριστοί αθάνατοι ήρωες, φυλάξαντες ασβέστως τους λαμπρούς τούτους σπινθήρας, τους οποίους ελπίζομεν τόσον ημείς όσον και παν το ελληνικόν, ν’ αναδείξητε εν καιρώ φωτεινοτάτους και ακτινοβόλους πυρσούς ίνα δι’ αυτών οδηγήσητε τους εν πελάγει δειλίας πλέοντας εις όρμους γενναιο-ψυχίας, ηρωϊσμού και σωτηρίας.”

Στο ίδιο συγχαρητήριο έγγραφο η Ανωτάτη Αρχή, γνωστο-ποιούσε στον αρχηγό των Μανιατών τον διορισμό του Αλέξαν-δρου Υψηλάντη ως Γενικού Εφόρου. Από τα παραπάνω αποδει-κνύεται με τρανό τρόπο η τεράστια αξία της συμμετοχής των Μανιατών στον προετοιμαζόμενο μεγάλο ξεσηκωμό. Τα κατορ-θώματα των Φιλικών και οι δραστηριότητες εξεχόντων Μανια-τών προκαλέσανε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού στη Μάνη και εξασφαλίσανε την καθολική συμμετοχή των Μανια-τών στον αγώνα. Για την καλύτερη οργάνωση της σχεδιαζόμενης Επανάστασης και για να εξασφαλιστεί περισσότερο πολεμικό υλικό, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ζήτησε και έλαβε από την Ανωτάτη Αρχή ένα σημαντικό ποσό το οποίο εχορήγησε ο ομο-γενής έμπορος της Κωνσταντινούπολης Παν. Σέκερης. Τον Ιανουάριο του 1821 φθάνει στην Σκαρδαμούλα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φιλοξενούμενος του Παν. ΤρουπάκηΜούρτζινου. Ο ερχομός του προξένησε μεγάλο ενθουσιασμό στους Μανιάτες και μεγάλη ανησυχία στους Τούρκους που διέταξαν τον Πετρόμπεη να τον συλλάβει. Ο Πετρόμπεης όχι μόνο αγνόησε τη διαταγή του πασά της Τριπολιτσάς αλλά επιτάχυνε το ρυθμό της προετοιμασίας της Επανάστασης.

Ο καθηγητής Απ. Δασκαλάκης περιγράφει τις τελευταίες ημέρες προετοιμασίας του μεγάλου ξεσηκωμού όπως παρακάτω:

“Κατά τας δύο τελευταίας εβδομάδας ο επαναστατικός οργα-σμός λαμβάνει μορφήν πολεμικού συναγερμού. Οι Μανιάται έχουν εγκαταλείψη τας εργασίας των και συναθροιζόμενοι εις τας πλατείας των χωριών των ετοιμάζουν «μπαρουτόβολα» με την βοήθειαν των γυναικών και των παιδιών. Οι Καπεταναίοι καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπαθείας διά να προμηθευτούν μολύβι και μπαρούτι προς διανομήν και επιτόπιον κατασκευήν σφαιρών. Όλαι αι προμήθειαι σίτου, κριθής και λουπίνων παραδίδονται και οι “φούρνοι” οι οποίοι συνήθως ευρίσκονται εις την αυλή εκάστης κατοικίας, είναι ανημμένοι ημέραν και νύκταν προς κατασκευήν παξιμαδιού (καυκάλας) διά τους σάκους των πολεμιστών. Οι κώδωνες των εκκλησιών αντηχούν αδιαλείπτως και οι Ιερείς αναπέμπτουν ευχάς υπέρ των πολεμιστών και διά την ευόδωσιν του παρασκευαζομένου απελευθερωτικού αγώνος.”

Για τις τελευταίες προετοιμασίες της κήρυξης της Επανάστα-σης του ’21 ο Γενναίος Κολοκοτρώνης γιος του Θεόδωρου, γράφει:

“Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου (1821) οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τουρκών.”

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Πράγματι την 17ην Μαρτίου του 1821 συγκεντρώθηκαν στην Αρεόπολη (Τσίμοβα) οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών) και ορκίστηκαν κάτω από το λάβαρο του Αγώνα, που το στήσανε προ του ιερού ναού των Ταξιαρχών “Νίκη ή Θάνατος”, κηρύσσοντας την έναρξη της Επαναστάσεως. Στη συνέχεια ξεκίνησαν για την Καλαμάτα ειδο-ποιώντας και τα λοιπά επαναστατικά στρατεύματα της Μάνης, όσα ευρίσκοντο εκτός της Αρεόπολης, να συγκεντρωθούν σε ορισμένα σημεία για να βαδίσουν όλοι μαζί προς κατάληψη και απε-λευθέρωση της Καλαμάτας.

Ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης (Γενναίος) στα Ελληνικά Υπομνήματα γράφει: “…κατά δε την 23ην Μαρτίου οι Μαυρομιχαλαίοι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθαν εις Καλαμάς, ότε αμαχητεί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ’ όλων των εκεί ευρεθέντων Τούρκων υπέρ των 150…”.

Από τον Φωτάκο μαθαίνουμε πολλά ονόματα αγωνιστών που εισέβαλαν τότε στην Καλαμάτα:

“Πρώτοι λοιπόν εισήλθον κατά την 22αν Μαρτίου 1821 εις τας Καλάμας, οι Σταυριανός Καπετανάκης, Ιωάννης Ν. Καπετανά-κης, Μιχαήλ Ν. Καπετανάκης, Ηλίας Π. Μαυρομιχάλης. Ταυτοχρόνως ήλθον ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης, την δε πρωΐαν της 23ης Μαρτίου ήλθον ο Κατσής Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Κατσάκος-Μαυρομιχάλης, τη ιδία δε ημέρα ήλθον ο Γεώργιος Καπετανάκης, ο Ιωάννης Καπετανάκης, ο Παναγιώτης και Διονύσιος Μούρτζινοι, ο Παναγιώτης Μπουκουβαλέας, ο Γεώργιος Ντουράκης, ο Παναγιώτης Ντουράκης, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος και άλλοι πολλοί. Αυτοί ήσαν με τον Θ. Κολοκοτρώνην. Ακολούθως ήλθον ο Πανάγος Κυβέλος, Νικόλαος Χριστέας, Ηλίας Χρυσοσπάθης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Κυριακούλης Κουτράκος, Χρισόδουλος Καπετανάκης, Κωνσταντίνος Πιεράκος, Δημήτριος Πουλικάκος, Θεόδωρος Μεσικλής, Ιωάννης Γρηγοράκης, ο Σκλαβούνος από τον Πύργο της Μάνης και ο Πιέρος Βοϊδής”.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ίδρυσε αμέσως με τους προεστούς τη λεγόμενη Μεσσηνιακή Γερουσία και στις 28 Μαρτίου εξέδωσε διακήρυξη προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές, την οποία υπέγραψε ο ίδιος σαν αρχιστράτηγος και τα άλλα μέλη της Γερουσίας, ήτοι οι: Ιωάννης και Γεώργιος Καπετανάκης, Νικ. Χρηστέας, Π. Κυβέλος, Ιωαννης Κατσής-Μαυρομιχάλης, Κ. Κουτράκος, Π. Μούρτζινος, Π. Πατριαρχέας, Π. Πικουλάκης και Π. Λογοθέτης. Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας οι επαναστατημένοι οπλαρχηγοί χωρίστηκαν σε τρεις φάλλαγγες.

Να πως περιγράφει στα απομνημονεύματά του ο Θ. Κολοκοτρώνης τα γεγονότα που ακολούθησαν:

“Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλου σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2.000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος. Δυτική Σπάρτη 100 ήτον οι Τούρκοι μαζεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζαννετάκης με την Κακοβουλία εκκινήθη διά τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει την υποψία, επροσκάλεσαν προεστούς και δεσποτάδες και αυτοί επήγαν. Ήταν έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασιά. Εις την Καλα-μάτα εκάμαμε συνέλευσιν, πόθεν να πρωτοκινήσωμεν τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη διά να μη βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστι-ανούς, εγώ δεν εστέρχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδία, εις το κέντρο, διά να βοηθούμε τους άλλους. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες, έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 δικούς μου εγένηκαν 300, και έκοψα ευ-θύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα”.

Οι Μανιάτες της Ανατολικής Μάνης με αρχηγό τον Γεώργιο Τζαννετάκη (1.000 περίπου άτομα) κινήθηκαν στο εσωτερικό της Λακωνίας, κατέλαβαν το Φρούριο του Μυστρά και στις 21 Ιουλίου 1821 κατέλαβαν τη Μονεμβασιά ύστερα από πολιορκία. Ταυτόχρονα με την πολιορκία της Μονεμβασιάς άρχισε και η πολιορκία των Μεσσηνιακών Φρουρίων (Μεθώνης, Κορώνης, Νεοκάστρου) από την άλλη φάλαγγα Μανιατών πολεμιστών της Δυτικής Μάνης, υπό τους Καπεταναίους Αντώνη, Ηλία και Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Η παράδοση του Φρουρίου υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου του 1821. Η τρίτη φάλαγγα με αρχηγό τον Θ. Κολοκοτρώνη και 300 Μανιάτες κινήθηκαν προς τη Γορτυνία. Μαζί του ήταν ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας και ο Π. Κεφάλας. Στις 28 Μαρτίου του 1821 ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες δίνει την πρώτη μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα του Αγίου Αθανασίου κοντά στην Καρύταινα.

Για τη νικηφόρα αυτή μάχη ο Φωτάκος γράφει:

”Την 28ην Μαρτίου άνοιξε ο πόλεμος (…) έπιασεν εις την θέσιν Άγιος Αθανάσιος ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες (…). Επολέμησε με τους Μανιάτες πολλήν ώρα και δεν άφησε τους Τούρκους να προχωρήσουν (…). Δεν δύναμαι να μνημονεύσω τα ονόματα όλων των Καπεταναίων Μανιατών, διότι δεν ευρίσκεις την άκρην”.

Τον ενθουσιασμό του από τη μάχη αυτή ο Κολοκοτρώνης τον εξέφρασε με αυτά τα λόγια:

“Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα, τριακόσιοι ήταν οι πρώτοι, χίλιοι επτακόσιοι οι Τούρκοι…”

Προτού αναφερθούμε στη συμμετοχή των Μανιατών στις σημαντικότερες μάχες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του έθνους μας θα παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες και κρίσεις ιστορικών συγγραφέων για να γίνει αντιληπτή η τεράστια προσφορά των Μανιατών στον αγώνα αλλά και το ηθικό τους φρόνημα.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής και γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη γράφει στα απομνημονεύματά του: “Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς (Ιούνιος 1821) οι στρατευμένοι Έλληνες (πλην των Μανιατών) ήταν τελείως αγύμναστοι και δεν ήξεραν να γεμίσουν ούτε τα ντουφέκια τους. Πολλοί από αυτούς έβαναν στις κάνες των ντουφεκιών τους πρώτα το βόλι και κατόπιν το μπαρούτι! Ενώ οι Μανιάτες, οι οποίοι εθαυμάζοντο από τους αδαείς, μπορούσαν να περάσουν το βόλι μέσα από τις πολεμίστρες των Φρουρίων! Έλεγαν δε οι αδαείς συντρόφοι τους: Η ντουφεκιά του Μανιάτη βροντά περισσότερο από κανόνι!

Ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει σχετικώς τα ακόλουθα: “Οι άλλοι Έλληνες κατά την έναρξιν της Επαναστάσεως εταράττοντο πολύ από τα κανόνια ή τας βόμβας, έπιπτον πρηνείς επί προσώπων… είναι δε αληθές ότι οι Μανιάται εδίδασκον τους Έλληνας της Κορώνης, κατ’ αρχάς, πώς να προφυλάττωνται εις τας μάχας και πώς να μεταχειρίζωνται τα όπλα, έως ου ιδόντες τους τρόπους αυτούς οι Έλληνες και εξασκηθέντες δι’ ολίγας ημέρας έφθασαν να γίνουν εμπειρώτεροι και ικανώτεροι (από πριν).”

Ο Φωτάκος, πάλι, γράφει: “Ούτως η Μάνη κατόπιν παρουσιάσθη με όλους τους Μανιάτας της εις την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς (…) Εις τα Βέρβενα, εις το Βαλτέτσι και όπου αλλού ευρέθησαν ο Κυριακούλης, ο Ηλίας (Μαυρομιχάλης) και οι λοιποί καπεταναίοι Μανιάται δεν  επληρώθησαν, αλλά μόνον τους έδιδον οι Πελοποννήσιοι τα πολεμοφόδια και την τροφήν των. Αυτοί όμως είχον την υψηλοφροσύνην τάχα, “ότι δουλεύουν και πολεμούν διά να ελευθερώσουν τους βλάχους“, ούτως έλεγον οι Μανιάται τους άλλους Πελοποννήσιους. Αυτό δε το αγέρωχον εξακολούθουν να το έχουν διότι ήσαν ελεύθεροι επάνω εις την ξερήν πέτραν. Μετά την μάχη του Βαλτετσίου ο Κανέλλος Δεληγιάννης επαραχώρησε την αρχηγίαν της Καρύταινας εις τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην. Έπειτα όμως οι Έλληνες έδιδαν την αρχηγίαν εις τους Μανιάτας καπεταναίους, τον Κυριακούλην και Ηλίαν Μαυρομιχάλην και τον Μούρτζινον (Διον. Τρουπάκην) ως μάλλον εμπειροπόλεμους (…) διότι και οι Τούρκοι τους εφοβούντο. Εις αυτούς ως ανωτέρους υπήκουον οι Έλληνες και αυθορμήτως τους έδιδαν και τροφήν.”

Από τον Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ όταν ήταν φυλακισμένος στην Τρίπολη από τους Τούρκους πληροφορούμαστε: “Τα βράδια, ένα απόσπασμα από είκοσι Αλβανούς αμπάρωνε την πόρτα της καμάρας μας και φύλαγε φρουρά σ’ ένα διπλανό δωμάτιο, όχι για να μην το σκάσουμε, αλλά για να προστατεύει αυτή την πτέρυγα του παλατιού από τυχόν νυχτερινές επιδρομές Μανιατών, που ο πασάς τούς τρέμει, ακόμα κι όταν βρίσκεται αμπαρωμένος στο σεράι του.” Σε άλλο σημείο συνεχίζει: “Τέλος, το άγριο θάρρος των Σπαρτιατών μεταβιβάστηκε στους απογόνους τους αναλλοίωτο και αυξήθηκε περισσότερο από την καταπίεση. Μάρτυρας των κατορθωμάτων τους ο Έλληνας κάτοικος των πεδιάδων, βλέπει με μυστική ευχαρίστηση τους Τούρκους να ταπεινώνονται από αδιάκοπες ήττες. Γιατί είναι σπάνιο να μη θριαμβεύσουν οι Μανιάτες στην αναμέτρησή τους με τους στρατούς του πασά. Επιστρέφοντας ύστερα από τη μάχη στα βουνά τους, απλώνουν, σ’ ένδειξη της νίκης τους, τα όπλα και τα ματοβαμμένα λάφυρα του εχθρού. Στην περίοδο της αιχμαλωσίας μου, έκαναν τον πασά να τρέμει ακόμα και μέσα στο σεράι του. Είχε ορκιστεί να τιμωρήσει την προσβολή και τη ζημιά που του είχαν προξενήσει λεηλατώντας το πλοίο το φορτωμένο με τους φόρους της επαρχίας. Πολλά τμήματα του ιππικού του πήραν διαταγή να βαδίσουν προς τις κλεισούρες, να επιβλέπουν τις εισόδους τους, να παρεμποδίζουν το εμπόριο της Μάνης, να μη φείδονται κανενός από τους κατοίκους της, με μια λέξη να τους προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Οι Λάκωνες που έχουν πολλούς φίλους μέσα στην επαρχία, πληροφορημένοι έγκαιρα για τις κινήσεις που τους απειλούσαν, έτρεξαν στα όπλα και σε λίγο έπιασαν τις συνηθισμένες θέσεις. Οι πιο ατρόμητοι ανάμεσά τους, μοιρασμένοι σε μικρά αποσπάσματα, προκάλεσαν τους καβαλάρηδες του πασά και τους νίκησαν. Περικυκλωμένοι καμιά τριανταριά σ’ ένα χωριό από περισσότερους από εκατό ντελάλη-δες τους είδαν να ξεφυτρώνουν κάποια στιγμή ανάμεσά στους εχθρούς τους, κατατρυπώντας τους με σφαίρες… Κι όταν υπερτερούσαν στην εκστρατεία, δεν είχαν πια κανένα μέτρο. Κυριαρχούσαν στον Μοριά και τα αποσπάσματά τους βάδιζαν φανερά προς την Τριπολιτσά. Ο πασάς ένοιωσε πως έπρεπε να δώσει τέλος σ’ έναν πόλεμο που φανέρωνε την αδυναμία του. Εξαγόρασε, λοιπόν, μιαν ειρήνη, ντροπιασμένη όμως και βραχυπρόθεσμη. Οι γυναίκες αυτών των Μανιατών, το ίδιο θαρραλέες με τα παιδιά τους, μοιράστηκαν μερικές φορές μαζί τους τούς μεγαλύτερους κινδύνους. Ωστόσο, όταν εκείνα σκοτώνονται, τα κλαίνε, γιατί τα αγαπούν με μιαν τρυφερότητα άξια θαυμασμού.”

Στη Νεώτερη Γεωγραφία των Δημητριαίων, έργο του τέλους του 18ου αιώνος, έργο γραμμένο από ανθρώπους που μελέτησαν και μάθανε τα πράγματα του καιρού τους διαβάζουμε: “…δεν ήταν σπάνιο να ιδή τινάς εις τον Μιστρά ένα Μανιάτη αρματωμένο να περιπατή με ένα φρόνημα Λακωνικό, με μια καταφρόνεσι εις τους Τούρκους Σπαρτιατική. Οι Τούρκοι μάλιστα οι Μιστριώται τους έτρεμαν”.

Στην ιστορία του ο Φρατζής περιγράφει για τη μάχη του Αγ. Αθανασίου: “…ο Θ. Κολοκοτρώνης μετά των μετ’ αυτού Μανιατών αντέκρουσαν αυτούς γενναίως, και η μεταξύ των μάχη διήρκεσε επέκεινα των 5 ωρών. Έν δε μέρος των Μανιατών μη έχοντες πλέον πολεμοφόδια, ως παραναλώσαντες πάντα όσα είχον εις την μάχην, ζητήσαντες δε από τον Θ. Κολοκοτρώνην και αποτυχόντες, ως μη έχοντος και αυτού εις την στιγμήν, εκτύπον τους Οθωμανούς με τας πέτρας όντες εφ’ υψηλής θέσεως οι Μανιάται.”

Ο Βασίλης Πατριαρχέας στο βιβλίο του, Το δίπτυχον της Εθνεγερσίας, γράφει: “Η περί την χρήσιν των όπλων άσκησις των Μανιατών ήτο συστηματική και οι άρρενες από μικράς ηλικίας εγίνοντο έμπειροι διά την ευθυβολίαν και ένεκα του ιδιορρύθμου κοινωνικού βίου, της κατ’ οικογένειας οργανώσεως και επί αιώνας διαβιώσεως, του ανεξαρτήτου πολιτικού βίου, και του καλλιεργουμένου αδούλωτου φρονήματος σύμπαντος του πληθυσμού ανδρών τε και γυναικών. Η όλη γεωγραφική θέσις, το δυσπρόσιτον και δυσέμβολον εις ξένην επικυριαρχίαν εδάφος, η σκληραγωγία της λιτής ζωής, εις φυσικόν περιβάλλον όξυναν τον νουν και την φαντασίαν και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν ιδίας ατομικότητος, αι διατηρούμεναι ζωηρές παραδόσεις της Ελληνικής φυλής, διά των μεγάλων οικογενειών του τόπου, συμπαρομαρτούσης και της Χριστιανικής Θρησκείας, δι’ ευλαβούς προσηλώσεως εις τα βασικά δόγματα, άτινα εκαλλιεργού-ντο ιδιαζόντως,ως μαρτυρούν το τε πλήθος των ευκτηρίων Οίκων, ναών και μοναστηριών και των κληρικών (…) εδημιούργησαν φιλελεύθερον πνεύμα, από της πρώτης ημέρας της Οθωμανικής κυριαρχίας επί του Μορέως, ώστε κατά τους χρόνους της Εθνεγερσίας του ΄21 οι Μανιάτες εχρησίμευσαν, διδάξαντες τους καμπίσιους Έλληνας την χρησιμοποίησιν των όπλων και την τέχνην του πολέμου…” (Άλκηστις Κωστάκου, Απ’ τη Καφιόνα /http: //www.mani.org.gr/istor/kostakou/alk.htm).

Αυτό το «δάνειο κείμενο» δίνει πολλές πληροφορίες, για τη συμβολή των Μανιατών στον Αγώνα του 1821.

Μανιάτισσα

Το γιατί οι Μανιάτες αποκαλούσαν τους άλλους Μοραΐτες Βλάχους, όπως γράφει ο Φωτάκος, δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς, από εκείνους που σχολίασαν αυτή τη… στάση των Μανιατών. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης έχει γράψει στο έργο του Κλέφτες του Μοριά, σ. 53, σημ. 1: «Οι Μανιάτες έλεγαν τους άλλους Μοραΐτες βλάχους.» (Βλέπε περ. Πανδώρα ΙΓ’, 1862, σ. 868). Αυτό και μόνο, χωρίς κάποια ερμηνεία. Στο περ. Εβδομάς, 11 Ιουλίου 1887, σ. 118, διατυπώνεται η άποψη: «Ο Μανιάτης περιφρονεί εν μέρει τους λοιπούς Λάκωνας και καταφρονεί άκρως τους Βλάχους, ως καλεί τους Πελοποννησίους…»

Η άποψή μου είναι ότι συνέβαινε αυτό για τον απλούστατο λόγο: Οι Μανιάτς ήθελαν να διαφοροποιήσουν τον εαυτό τους από αυτό που και οι ίδιοι ήταν!… Κάτι που και σήμερα γίνεται με τους «μικροαστούς» των πόλεων, που θέλουν να αποβλαχοποιηθούν αρνούμενοι τη βλάχικη ρίζα, και… φτύνοντας πρώτα τους προγόνους τους και τους τόπους καταγωγής τους!… Γι’ αυτό, κάποιοι «τενεκέδες ξεγάνωτοι» του καιρού μας, διεκδικούν τα… πρωτεία ότι με κείμενά τους σε περιοδικά ή στο θέατρο… ξεβλάχεψαν τους Έλληνες! Τρομάρα τους!

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΙ (1770-1832)

Από τον Γούδα (Βίοι Παράλληλοι ΣΤ, Εν Αθήναις 1874, σ. 117-152, «Μαυρομιχάλαι»), αντιγράφω αποσπάσματα για τη φημισμένη οικογένεια της Μάνης και για τη δράση της.

«Τ’ αφορώντα την καταγωγήν των Μαυρομιχαλών είναι σκοτεινά και αβέβαια. Πρώτος ο γράψας περί αυτής Φραντζής αποφαίνεται μόνον, ότι είναι αρχαία και επίσημος οικογένεια· ο δε μετ’ αυτόν γράψας Φιλήμων αφηγείται, ότι η οικογένεια αύτη κατάγεται μεν εξ Αδριανουπόλεως, μετώκησε δε εις Μάνην επί Ενετών· ότι ο πρώτος Μαυρομιχάλης, είχε τέσσαρας υιούς, και ότι είς απόγονος τούτων Γεώργιος, ισχύων εν Μάνη, διέσωσε τω 1792 τον Κατσώνην και τους οπαδούς αυτού, οίτινες χάριν ευγνωμοσύνης έδωκαν αυτώ και επιστολήν, δι’ ης ανομολογούσι τρανώτατα την ευγνωμοσύνην των.

Ο δε Σάθας μνημονεύει και δύο ετέρων Μαυρομιχαλών, Στεφάνου και Ιωάννου, ισχυόντων εν Μάνη επί της πρώτης Πελοποννησιακής επαναστάσεως και συμμεθεξάντων δραστηρίως αυτής· ο δεύτερος τούτων ήλθεν ένεκα της αποτυχίας και εις ρήξιν μετά του ρώσσου αρχιστρατήγου Ορλώφ, λαλήσας αυτώ ελληνοπρεπώς και ως γνήσιος απόγονος των Σπαρτατών.

Ο δε Σαρίπολος ακούσας, λέγει, τα περί καταγωγής εκ στόματος του προ τινων ετών αποβιώσαντος υποστρατήγου Αναστασίου Μαυρομιχάλη, αφηγείται ταύτα ως εξής· προ δύο περίπου αιώνων [περί το 1650-1670] επί Ενετών υπήρχεν εν τινι της Μάνης χωρίω Άλικα παις ορφανός Μιχάλης καλούμενος, όστις διά την αφάνειάν του ωνομάζετο και Μαύρος· προαχθείς δε μετ’ ου πολύ και μετοικήσας εις Οίτυλον, ωνομάσθη Μαυρομιχάλης. Ενυμφεύθη κ’ εγένετο πατήρ πολλών τέκνων, αρρένων μάλιστα· είς των υιών του έγγαμος, Κληρικός γενόμενος, προήχθη εις το αξίωμα του εξάρχου της Μάνης· είς των υιών τούτου, Γεώργιος, ισχύων, συνέδεσε σχέσεις μετά τινος εκ Κορώνης Οθωμανού· προαχθείς δε ούτος βραδύτερον εις τον βαθμόν Μεγάλου Βεζύρου, ανέδειξε και τον φίλον του Γεώργιον Μαυρομιχάλην ένα των Καπετανέων της Μάνης.

Ζων δε τις Μαυρομιχάλης διηγήθη ημίν τα εξής. Ο Γεώργιος ούτος εγένετο τόσον ισχυρός εν Πελοποννήσω, ώστε επωνομάσθη και Μωράμπεγης· αλλά πράγματι δεν ήτο ούτε της Μάνης Μπέγης, ούτε ηγεμών. Ούτος έσχεν υιούς Πιέρρον και Ιωάννην, επίσης ισχυρούς· και ο μεν νεώτερος ωνομάσθη και Σκυλόγιαννης· ο δε Πιέρρος, συζευχθείς μετά της Αικατερίνης, θυγατρός του επίσης ισχύοντος Κουτσογρηγοράκη, έσχε δέκα υιούς Πέτρον, τον παρ’ ημιν γνωστόν Πετρόμπεγην· Γεώργιον, τον δευτερότοκον, περί ου κατωτέρω λεχθήσονται μυστηριώδη τινα. Μιχαήλ, Δημήτριον, Ιωάννην, τον επικληθέντα βραδύτερον βασιλέα της Μάνης· Κυριακούλην, Αντώνιον, Κωνσταντίνον, έτερον Γεώργιον, αντί του δήθεν αποβιώσαντος· και έτερόν τινα δέκατον.

Μετά την κατάπνιξιν της Πελοποννησιακής επαναστάσεως, τω 1769, ο Καπετάν Πασσάς Χατζή Χασσάνης, ελθών εις Μάνην τω 1771 συν στολίσκω, εξητήσατο παρά πάντων των Καπετανέων ανά ένα όμηρον· και ο Πιέρρος προώρισε τον πρωτότοκον αυτού υιόν Πέτρον· αλλά, διά την φυσικήν απέχθειαν του παιδός κατά των Τούρκων, εδόθη εν τρυφερά ηλικία ο δευτερότοκος Γεώργιος· και ο μεν πρωτότοκος Πέτρος, λίαν φιλελεύθερος ων, καλλιεργών εν Μάνη, όπως κάλλιον ηδύνατο, το κατά των Τούρκων μίσος του, και μόλις μαθών την κατάργησιν της Ενετικής δημοκρατίας και τους θριάμβους του Ναπολέοντος, έσπευσεν εις αυτόν κ’ εξητήσατο συνδρομήν προς εντελή απελευθέρωσιν της πατρίδος του· αλλ’ ο Ναπολέων συνδρομήν μεν δεν παρέσχε τότε, υπεσχέθη όμως βραδύτερον επί ευνοϊκών περιστάσεων, και προέτρεψε τον σφριγώντα Σπαρτιάτην να τον παρακολουθήση εις Αίγυπτον. Μη συγκατατεθέντος δε τούτου, ο Ναπολέων συνέστησεν αυτόν εις τον εν Κερκύρα στρατηγόν Δαντσελώτην, και τον παρήγγειλε ν’ αναμείνη εκεί υπό την Γαλλικήν σημαίαν και προστασίαν τας ευνοϊκάς περιστάσεις προς συνδρομήν εις την απελευθέρωσιν της πατρίδος του. Εκδιωχθέντων όμως βραδύτε-ρον των Γάλλων εκ της Επταννήσου, ηναγκάσθη και ο Πέτρος το μεν πρώτον ν’ απέλθη εις Δυρράχιον· έπειτα δε κρύφα, εις Κωνσταντινούπολιν· κ’ εκεί, προδοθείς ως Γαλλόφρων και μισότουρκος, εκινδύνευσε μεγάλως· τη μεσιτεία όμως του πολύ ισχύοντος τότε εν Κωνσταντινουπόλει πατρός τού παρ’ ημίν γνωστού Λαπιέρου, εσώθη κ’ επανέκαμψεν εις Μάνην. Πριν δ’ αφηγηθώμεν τα λοιπά περί Πέτρου, σκόπιμον θεωρούμεν να προτάξωμεν τα όσα μυστηριώδη τω όντι ηκούσαμεν περί Γεωργίου.

Ούτος διά τε το φυσικόν κάλλος του και διά την ευφυΐαν του είλκυσεν εις τοσούτον την εύνοιαν του Καπετάν-Πασσά και της συζύγου του, ώστε ούτοι απεφάσισαν τούτον μεν να υιοθετήσω-σι· τους δε γονείς του να ειδοποιήσωσι ψευδώς, ότι απεβίωσεν, ίνα απωλέσωσιν ευκολώτερον τα ίχνη του. Τούτων γενομένων, οι γονείς προς παρηγορίαν των ωνόμασαν βραδύτερον έτερον υιόν των Γεώργιον· έπειτα όμως υπεψιθυρίζετό πως εν Μάνη ότι ο ως όμηρος δοθείς τω Καπετάν-Πασσά Γεώργιος ζη, και ότι τουρκεύσας, ίσως και ακουσίως, προήχθη εις μεγάλα αξιώματα· αλλ’ ουδείς ούτε τον είδε, ούτε μετά τούτα εδυνήθη ν’ ανακαλύψη το μυστήριον τούτο.

Τω δε 1814 εστάλη μετά στολίσκου εις Μάνην Σιουκιούρ Μπεγής τις προς περιστολήν της πειρατείας. Η Μάνη τότε κατεσπαράσσετο δυστυχώς υπό των εγχωρίων διενέξεων· και πολλοί, φθονούντες τον Πέτρον Μαυρομιχάλην, απέδιδον αυτώ ψευδώς τα πλείστα των κακών του τόπου των, κ’ ήλπιζον, ότι συκοφαντούντες, ήθελον επιτύχη την εξόντωσίν του. Αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν συνέβη το αντίθετον. Ο μεν Πέτρος Μαυρομιχάλης, πεπεισμένος εις την αθωότητά του, προσήλθεν αυτόκλητος εις την ναυαρχίδα, φέρων ως δώρα και κριούς τινας. Ο δε Σιουκιούρ Μπέγης, παραβλέψας πάντας τους λοιπούς, μόνον παρά του Μαυρομιχάλη εζήτησεν εν ιδιαιτέρα συνεντεύξει σύμπραξιν και συμβουλήν προς επιτυχίαν του σκοπού του. Ούτος δε τη ειληκρινεί συμπράξει του Μαυρομιχάλη επετεύχθη εις τοσούτον, ώστε ο Σιουκιούρ Μπέγης ωρκίσθη ενώπιον πάντων των αξιωματικών του, ότι, επανερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, θα ζητήση ανάλογον αμοιβήν των υπηρεσιών του Μαυρομιχάλη, ον τότε διώρισε τοποτηρητήν του καθαιρεθέντος ηγεμόνος Θεοδώρου-Μπέγη [Θεόδωρος Γρηγοράκης]· και ον πριν απέλθη επεσκέφθη κατ’ οίκον. Οι πάντες δε τότε εθαύμασαν δύο τινά. Πρώτον μεν, ότι ο Σιουκιούρ Μπέγης εισήλθεν άνευ οδηγού και ως ειδήμων εις άπαντα τα λαβυρινθώδη δωμάτια του πύργου του Μαυρομιχάλη· και δεύτερον, ότι μόλις ιδών την μητέρα τούτου, ησπάσθη μετά σεβασμού την δεξιάν της και συνεκινείτο ακουσίως, οσάκις έβλεπε μέλος της οικογενείας Μαυρομιχάλη.

Μετά παρέλευσιν μεν διετίας περίπου ο Σιουκιούρ, Μπέγης επανήλθε συν στολίσκω, φέρων και τον επίσημον διορισμόν του Πέτρου ως ηγεμόνος, ή μπέγη της Μάνης. Εις τούτο δε, ως εμάθομεν, ο Σιουκιούρ-Μπέγης ουδεμίαν απήντησε δυσκολίαν· διότι και ο Γεώργιος Βούλγαρις, ο εις προγενεστέραν εποχήν, ως είδομεν, χρησιμεύσας προς περιστολήν της πειρατείας εν Μάνη, είχε συστήσει τον Μαυρομιχάλην, ως τον μόνον ικανόν να περιορίση την πειρατείαν. Μετά δε την κοινοποίησιν του διορισμού ο Σιουκιούρ Μπέγης, φιλοδωρησάμενος γενναίως και άπαντα τα μέλη της οικογενείας, έλαβεν ως ομήρους ανθ’ ενός δύο υιούς του Πέτρου, τον Αναστάσιον και τον Γεώργιον· και τούτους, επανακάμψας εις Κωνσταντινούπολιν, εξεπαίδευε κατ’ οίκον επιμελώς και εν τη χριστιανική θρησκεία των. Επανακάμψαντος δε του Αναστασίου εις Μάνην ένεκα νόσου και εξωρισθέντος εις Ρόδον του Σιουκιούρ-Μπέγη, ούτος συνεβούλευσε τον Γεώργιον να καταλύση εις τα Πατριαρχεία και να μη παρεκτρέπηται ούτε κεραίαν των συμβουλών του Πατριάρχου Γρηγορίου. Αποστατήσαντος βραδύτερον του Αλή-πασσά, ο Σουλτάνος ηναγκάσθη να πέμψη στολίσκον και προς τον διά θαλάσσης αποκλεισμόν του αποστάτου. Και ο μεν στολίσκος προσήγγισεν εις Ρόδον, ο δε μοίραρχος εξήλθε προς χαιρετισμόν του Σιουκιούρ-Μπέγη, εις ον ανεκοίνωσεν, ότι έχει διαταγάς και προς τον Μπέγην της Μάνης, ίνα τω δώση στρατόν. Ο Σιουκιούρ-Μπέγης, μόλις ακούσας τού-το, συνέστησεν αυτώ θερμώς σύμπασαν την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών· ο δε Πετρόμπεγης παρέσχε τω όντι τριακοσίους Μανιάτας υπό την οδηγίαν του Κυριακούλη, του Ηλία, και του Αντωνίου, εις ους επεδαψίλευσε πολλάς φιλοφροσύνας ο μοίραρχος· αλλ’ ο Μαυρομιχάλης τους μεν δύο πρώτους ηναγκάσθη ν’ ανακαλέση ταχέως· ο δε προ μικρού αποβιώσας στρατηγός Αντώνιος διά την φρόνησιν και ανδρείαν του εις τας μάχας της Πρεβέζης είλκυσεν εις τοσούτον την υπόληψιν του Οθωμανού Μοιράρχου, ώστε μετά την άνανδρον παράδοσιν του Βελή Πασσά και την πτώσιν των φρουρίων της Πρεβέζης, εκείνος εδωρήσατο τω επανακάμψαντι εις την Μάνην Αντωνίω ικανήν ποσότητα πολεμοφοδίων, μεγάλως χρησιμευσάντων επί της εκρήξεως του αγώνος. Η θεία πρόνοια προ πολλού, φαίνεται, αοράτως και διά διαφόρων τρόπων καθωδήγει τους Έλληνας εις προπαρασκευήν του μεγάλου τούτου έργου. Ουδέν δε παράδοξον και πολλά των δυσεξηγήτων κινημάτων του τουρκικού στόλου υπό του Χουστρέφ-Πασσά, του έχοντος εν μεγάλω αξιώματι και πολλή υπολείψει και τον Σιουγιούρ-Μπέγην, ουδέν παράδοξον, λέγομεν, πολλά των δυσεξηγήτων εκείνων κινημάτων του τουρκικού στόλου τότε, να προήρχοντο και κατά τας εμπνεύσεις του κατά πολλήν πιθανότητα Ελληνικήν καταγωγήν έχοντος τούτου αξιωματικού· αλλά ταύτα μεν πάντα άδηλα και σκοτεινά.

Ο δε Πουκεβίλ αφηγείται ότι ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, διατελών εις Ρωσσικήν υπηρεσίαν, ήλθε κατά το 1769 εις Οίτυλον, και συνενοηθείς μετά του Ταμάρα, δεν εδυσκολεύθη να καταστήση συνωμότην κατά της Τουρκίας και τον Γιαννάκην Μαυρομιχάλην, Μπέγην της Μάνης και πατέρα του Πέτρου Μαυρομιχάλη. Την διαβεβαίωσιν δε ταύτην, προσθέτει, έλαβε παρά του Μπενάκη, υιού του άλλοτε προξένου της Ρωσσίας εν Κερκύρα, του μεγάλως χρησιμεύσαντος, ως γνωστόν, εις την επανάστασιν της Πελοποννήσου τω 1769. Ενταύθα πρόδηλον είναι ότι ο τε Μπενάκης και ο Πουκεβίλ εκλαμβάνουσι τον θείον, ως πατέρα του Πέτρου Μαυρομιχάλη· Περί δε του θείου τούτου ο Σάθας αφηγείται τα εξής: . . . Αλλ’ ο αγέρωχος ήρως του Ταϋγέτου [Ιωάννης Μαυρομιχάλης] είπε διά φωνής ηχηράς και βροντώδους [εις τον Θ. Ορλώφ], μαρτυρούσης την ισχυράν του νέου Σπαρτιάτου πεποίθησιν “και αν είχες υπό τας διαταγάς σου όλους τους στρατούς της αυτοκρατορίσσης σου, δούλος πάντοτε θα ήσαι, ενώ εγώ είμαι αρχηγός λαού ελευθέρου”.

Τοιούτων προγόνων ων απόγονος ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, τω 1818 εδέχθη την κατήχησιν, λέγει ο Τρικούπης, μεθ’ όσης προθυμίας δέχεταί τις ό,τι επιθυμεί και ολιγωρίσας πάντα τα άλλα, προσήλωσεν έκτοτε την καρδίαν του εις το μέγα έργον της παλιγγενεσίας. Άμα δε γενόμενος εταίρος, προσέφερε κατά Φιλήμονα και γρόσια χίλια· και δεν ηρκέσθη μόνον εις τούτο, αλλά τω 1819 έπεμψεν αυτόν τούτον τον κατηχητήν του Κυριακόν Καμαρινόν προς εύρεσιν της αγνώστου αρχής, συνοδεύσας αυτόν και διά της εξής επιστολής. » (Ό.π., σ. 118-125).

«Ο δε πρωτότοκος υιός του ήρωος Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Πέτρος, αποδημήσας προ χρόνων εις τας ηγεμονίας, και συζευχθείς την θυγατέραν του Κωνσταντίνου Σούτσου, αδελφού του γνωστού παρ’ ημίν Μιχαήλ Σούτσου, ή Μιχ. Βόδα, Ευφροσύνη, προήχθη εις μέγαν βαθμόν ευημερίας· αλλά δυστυχώς πεσών εκ του ίππου, ετελέυτησε κατά το άνθος της ηλικίας του. Η δ’ ενάρετος σύζυγος, μείνασα νεωτάτη εν τη χηρία της, αναθρέψασα εν Αθήναις ελληνοπρεπώς τα τέκνα της, Κυριακούλην, σπουδάζοντα ήδη εις Παρισίους· και τρεις θυγατέρας, απεκατέστησε τελευταίον εν Αθήναις την Αντωνίαν μετά του ευπατρίδου Ιωάννου Μπόταση. Το παράδειγμα της γυναικός ταύτης είθε μιμηθώσι και άλλοι εν τη αλλοδαπή Έλληνές τε και Ελληνίδες. Ο δευτερότοκος υιός του Κυριακούλη Λεωνίδας διαπρέπει διά της ορθοφροσύνης του εν τη βουλή.» (Ό.π., σ. 151-152).

Ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης (Γενναίος) – Ελληνικά Υπομνήματα, ήτοι Επιστολαί και Διάφορα Έγγραφα Αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827 . . . Αθήνησι 1856–, γράφει:

«Ο Π. Μαυρομιχάλης εδίστασε διά την έναρξιν της επαναστάσεως, νομίζων ίσως, ότι δεν ήθελεν ευδοκιμήσει, και έστειλε διά να δείξη πίστιν εις τον τοποτηρητήν της Τριπόλεως τον υιόν του Αναστάσιον όμηρον· μολονότι το βεϊλίκι του εξηρτάτο από τον Καπουτάν Πασιάν. Αλλ’ αποδράς ο Γεώργιος όστις ήτον ενέχυρον εις Κωνσταντινούπολιν απήλθεν εις την Μάνην περί τα μέσα Μαρτίου, και παρέστησεν εις τον πατέρα του, ότι ου μόνον η θέσις του δεν είναι ασφαλής, διότι είχεν αποφασισθή να τον αντικαταστήσωσι διά του Αλεξάνδρου Κουμουνδουράκη, διατρίβοντος εις Κωνσταντινούπολιν προ πολλού διά τον σκοπόν αυτόν, αλλ’ ούτε και η ζωή του, διότι το μυστήριον της Εταιρίας διεδόθη, ο δε Υψηλάντης επανέστη. Εκ τούτων δε και διότι οι συγγενείς του και λοιποί της Μάνης πρόκριτοι, μεμυημένοι τα μυστήρια της εταιρίας, επέμενον υπέρ της ενάρξεως της επαναστάσεως, ενέδωσεν επί τέλους και ο Μαυρομιχάλης υποκλίνας εις την γενικήν απόφασιν.

Ούτως αναπτυσσομένης της ιδέας περί της επαναστάσεως, ο σπινθήρ της ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμόν των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17 Μαρτίου [1821] οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων. . . . .» (Ό.π., σ. 7-8).

«Κατά δε την 23 Μαρτίου [1821] οι Μαυρομηχάλαι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθον εις Καλάμας, ότε αμαχητί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ’ όλων των εκεί ευρεθέντων τούρκων υπέρ τους 150. Τη 24 [Μαρτίου 1821] σώμα Μανιατών μετά πολλών Μεσσηνίων εστράτευσεαν κατά των Φρουρίων Μεθώνης και Κορώνης. Ο δε Κολοκοτρώνης διά τα ενδότερα της Πελοποννήσου ήτοι την Καρύταιναν· ότε, διερχόμενος την Μεσσηνίαν, οι Γαρατζαίοι ενθαρρυνθέντες εφόνευσαν τινάς των εν Ανδρούση τούρκων. Οι Τούρκοι της Αρκαδίας την αυτήν ημέραν είχον αναχωρήσει διά Νεόκαστρον. Οι δε Αρκάδιοι Έλληνες έτοιμοι όντες και από την κάτωθεν επιστολήν εμψυχωθέντες εκινήθησαν κατ’ αυτών. . . . .» (Ό.π., σ. 9).

Σε επιστολή προς τον γιο του Ηλία και τον Θ. Κολοκοτρώνη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης γράφει:

«Παιδί μου  Η λ ί α  και καπετάν  Θ ε ο δ ω ρ ά κ ι.

     Ταύτη τη ώρα ελάβομεν τα γράμματά σας και εχάρημεν διά την υγείαν σας· είδον τα εν αυτοίς, και περί των εξακοσίων ανθρώπων, οπού ζητείς Καπετάν Θεοδωράκι να σοι στείλωμεν ελπίζομεν να είσθε ανταμωμένοι με τον Ηλίαν, τον οποίον κατόπιν σου εξεκινήσαμεν με πολύ στράτευμα και ο Θεός έστω εις τα επιχειρήματά σας· φυσέκια σήμερον σας εστείλαμεν εξακόσιες δεστέδες, και αύριον όπου γίνονται και άλλα στέλλομεν, τας ορδηνίας μας όπου και εγγράφως και διά ζώσης σας εδώσαμεν να τας ακολουθήσετε απαραβάτως, και προ πάντων να πάσχετε επί πόνου, συνεργούντες με τους πλέον καλλιωτέρους τρόπους διά την ελευθερίαν των εδικών μας· να έχετε σύμπνοιαν και ορθήν σκέψιν, να μεταχειρίζεσθε τα πρέποντα της εκσταρατείας και να έχετε άκραν ευσπλαγχνίαν εις τους ιταετιλίδες εχθρούς, φυλάττοντές τους εις τα πάντα ως την κόρην του ομματίου σας και εις εκάστην ημέραν να μας ειδοποιήτε τα τρέχοντα. Λάβετε το περικλειόμενον του Καπετάν Κυριακούλη από το οποίον καταλαμβάνετε ότι και ο Μιστράς εκυριεύθη καθώς και η Βαρδουνία, αναχωρούντες οι εχθροί χωρίς τουφέκι, διά τους οποίους πρέπει να λάβετε αναγκαίαν πρόβλεψιν διά να μην εισέλθουν εις Τρίπολιν, διότι συμποσούνται έως 2.000 Βαρδουνιώται και Μιστριώται, και ενδυναμόνει ο εχθρός.

     »Πολιορκίζοντες την Τριπολιτσάν να γράφετε με τρόπον ταπει-νόν ζητούντες τους Αρχιερείς προεστώτας και Αναστάσην, και ότι λαμβάνοντες αυτούς αμέσως αναχωρείτε, αυτό το τερτίπι να κάμετε, διότι άλλο ίσως δεν είναι ωφελιμώτερον διά την ελευθερίαν των.

                1821, 27 Μαρτίου, Καλαμάτα.

Ο πατήρ σας, σας ασπάζομαι

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

(Ιω. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα…, 1856, σ. 12).

 

Σε ενδιαφέρουσα επιστολή προς τον Νικηταρά ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης γράφει:

 

«Γενναιότατε στρατηγέ και παιδί μου  Ν ι κ ή τ α.

     Άκραν χαράν και αγαλλίασιν εδοκίμασεν η ψυχή μου αναγνούσα το από τας 10 του τρέχοντος [10.9.1825] σημειωμένον Σας και ιδούσα την αύξησιν του πατριωτικού ζήλου και ηρωϊκής προθυμίας σας εις ταύτην την κρίσιμον ώραν της Πατρίδος, ήτις έχει ουκ ολίγας τας ελπίδας της εις την υπέρ αυτής ευαισθησίαν Σας.

     Εγώ προ πολλού ήθελον σας γράψει διά να σας επευχηθώ την αισίαν έλευσίν σας εις Πελοπόννησον, και να σας δώσω την ανήκουσαν ευγνωμοσύνην, ένεκα των εις Μεσολόγγι αξίων κατορθωμάτων σας, αλλ’ επειδή και αγνοούσα πού τρέχετε αγωνιζόμενος υπέρ της Πελοποννήσου, ήτις τρέχει τον έσχατον κίνδυνον εκ της επαράτου διχονοίας δεν σας έγραψα, ήδη γράφων εις απόκρισίν σας ερωτώ εν πρώτοις περί της ποθητής μοι και αναγκαίας υγείας σας και επομένως σας γνωστοποιώ.

     Τα όσα ενεργώ ακαταπαύστως, τους όσους αγώνας εδοκίμασα και δοκιμάζω, και τους οποίους τρόπους εμεταχειρίσθην και μεταχειρίζομαι διά την εκστρατείαν είναι πράγματα φρίκης και ανεκδιήγητα· αλλά τις η ωφέλεια; όλα εις μάτην, καθότι η αναισθησία ενεφυτεύθη εις τας ψυχάς των Μανιατών τόσον, ώστε ούτε αισθάνονται, ούτε συλλογίζονται τον προφανή κίνδυνον και οποία τα μέλλοντα· πλην δεν αρκούσι ταύτα τα φυσικά και ολέθρια κακά· το χείριστον είναι όπου εισέτι δεν έσβυσαν τα αναθεματισμέ-να πάθη, ώστε άμα έμβη εις πράξιν το ωφέλιμον υπέρ της Πατρίδος, αι αντενέργειαι τ’ αναιρούν· μ’ όλα ταύτα το οσπήτιόν μου, καθώς εξ αρχής του ιερού μας αγώνος δεν έλειψε του χρέους του, αλλ’ ηγωνίσθη με το υπέρ δύναμιν, τρέχει και αγωνίζεται διά να εκκινήση τους Μανιάτας όλους και να κάμη και αύθις το χρέος του· οι αυτάδελφοί μυ Καπ. Γιάννης και Αντωνάκης, και αυτός ο έσχατος υιός μου εξεστράτευσαν κατά το μέρος του Μαραθωνησίου άμα ηκούσθη η φήμη, ότι ο εχθρός έφθασεν εις Μιστράν· τους βιάζω δε καθ’ εκάστην με γράμματά μου ίνα συμπαραλάβουν όσους αγαπούν να πολεμήσουν υπέρ της ελευθερίας και ασφαλείας, και να έλθουν να ενωθούν με τους λοιπούς προμάχους της Πατρίδος. Πλην δεν ηξεύρω αν και θα εξυπμήσουν από την λήθην της μωρίας οι Μανιάται και να τους ακολουθήσουν, και είθε ν’ αλλαξοφρονήσουν. Εγώ άμα τελειώσει η ανταλλαγή του υιού μου και αδελφού σας Γεωργίου, η οποία διά της θείας θελήσεως ελπίζω να λάβη εντός ολίγου τέλος, θέλω τρέξει τότε και ο ίδιος διά να κάμω και νυν το προς την πατρίδα χρέος μου, ενωμένος μετά των λοιπών συμμάχων μου.

     Εν τοσούτω επευχόμενός σας νίκην και θριάμβους κατά των ουτιδανών στραβαράπιδων, σας ασπάζομαι εκ ψυχής.

     Τη 12 Σεπτεμβρίου 1825 εκ των Κυτριών.

Ο Πατριώτης και ως Πατήρ.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

(Ιω. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά Υπομνήματα…, 1856, σ. 255-256).

 

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι οι Μανιάτες, με βάση παλαιές και αδιαμφισβήτητες πηγές αναφέρονται ως «ξενόφερτοι» στις περιοχές τους. Φαίνεται δε ότι σε παλαιές εποχές μιλούσαν τη βλάχικη γλώσσα, ήταν Βλάχοι, ως τα έτη του Αγώνα του 1821.

Έχει διατυπωθεί από ορισμένους μελετητές η άποψη ότι οι Μαυρομιχάληδες της Μάνης κρατούν από τη δυναστεία των Ασανιδών, του πάλαι ποτέ Βλαχοβουλγαρικού Βασιλείου! Αυτό, όμως, είναι ένα τεράστιο «κεφάλαιο», και δεν μας απασχολεί εδώ.

Οπότε, οι σύγχρονοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες μπορούν να γράφουν, να λένε και να πιστεύουν ότι θέλουν και γουστάρουν, αγνοώντας τις πρωτογενείς πηγές, δν μπορούν όμως να τις… διαγράψουν και να αμφισβητήσουν την αλήθεια τους, για την παλαιά βλαχογλωσσία μέγάλου μέρους των Μοραϊτών και των Μανιατών μηδέ εξαιρουμένων.

Και εφόσον «η γλώσσα διδάσκει ιστορία», τα πελοποννησιακά τοπωνύμια και επώνυμα «φθέγγονται» την παλαιά βλαχογλωσσία των Μοραϊτών, και ας ισχυρίζονται οι σύγχρονοι την… σλαβογέννησή τους ή άλλες αναπόδεικτες θεωρίες και δοξασίες.

Υ.Γ.: Να μου συγχωρεθεί που για ευνόητους λόγους δεν αναγράφω ποιοι απεικονίζονται στις δημοσιευόμενες «προσωπογραφίες». Δεν είναι εξάλλου αυτό το ζητούμενο…

Ταΰγετος

[1] Apres le depart des cicognes, le cadi de Janina fait recueillir ceux de ces oiseaux qui n’ont pu suivre le passage, et ils sont nourris et soignes jusqu’au printemps.

[2] Les chevaux et les mullets des Valaques Aspropotamites sont d’une forte espece, circonstance qui s’accorde acec ce qu’en dit Sabellius. Equi Vlachorum pectorosi, robustique, non permicitate quidem in cursu, sed perseverantia et viribus. (E. SABEL, Decad. rer. Venet, lib. XXIV, p. 569).

[3] F.C.H.L. Pouqueville, Voyage dans la Grece, Tome Deuxieme, A Paris 1820, p. 215-216.

[4] K. Sathas, Documents Inedits, vol. I, p. XXIV.

[5] Εξήλειπται μία λέξις, πιθ. παρευρέθη ή εφονεύθη.

[6] Ελληνικά Ανέκδοτα, Περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισνιν της Βουλής, Εθνική δαπάνη, υπό Κωνσταντίνου Ν. Σάθα, Τόμος Πρώτος, Τζανε Κορωναίου. Μπούα Ανδραγαθήματ. Σουμάκη Ρεμπελιόν Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, Αθηνησι 1867, σ. ρκς’-ρκζ’.  –  Ελληνικά Ανέκδοτα, Περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισνιν της Βουλής, Εθνική δαπάνη, υπό Κωνσταντίνου Ν. Σάθα, Τόμος Δεύτερος, Αθανασίου Σκληρού. Κρητικός πόλεμος, Αθήνησι 1867.

[7] Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου Β’, Εν Αθήναις 1857, σ. 261, σημ. 3. Για τους Καραγιάννηδες, βλέπε αναλυτικά ό.π., σ. 261-264.

[8] Fallmerayer, Fragmente aus dem Orien, Stuttgart und Tubingen, 1845, Vol. II, p. 447).

[9] Ιω. Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων. Μέρος Δεύτερον. Εν Αθήναις 1880, σ. 225.

[10] Το ότι τα ονόματα αυτά αποτελούν στη μέγιστη πλειονότητά τους τους Stratioti όλων των τόμων (Documents Inedits) του Κ, Σάθα, οδηγεί στο συμπέρασα ότι όλοι σχεδόν οι  Stratioti ήταν Βλάχοι.

[11] K. Sathas, Documents Inedits, vol. VI, Paris, p. 229-230.

[12] Αθανάσης Διάκος – Αστραπόγιαννος, υπό Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, Εκδίδονται υπό Παύ-λου Λάμπρου, Αθήναι 1867, σ. 210.

[13] K. Sathas, Documents Inedits, vol. V, Paris, p. 333.

[14] K. Sathas, Documents Inedits, vol. V, Paris, p. 166.

[15] K. Sathas, Documents Inedits, vol. V, Paris, p. 289. Στις σ. 329-330 δείχνεται ότι οι κα-πιτάνοι μπορεί να μην έλεγχαν ολόκληρη περιοχή μα μόνο μια πόλη, για ένα ή πιο πολλά χρόια, και στις ίδιες σελίδες δίνονται και οι όροι – προϋποθέσεις που θα έπρεπε να πληρούνται ώστε κά-οιος να αναλάβει ως καπιτάνος τη διοίκηση καπιτανίας ή καπετανάτου.

[16] Ο στρατιώτης ονομαζόταν από τους Βλάχους αρμάτου-λου, αρματου-λό, αρμιτο-λό, τζjιόνι-λε (= ο γενναίος). Έτσι προέκυψε το γραικικό αρματωλός ή αρματολός. Το πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου από τους Βλάχους ονομαζόταν πâλικάρου, λέξη που βλαχιστί σημαίνει αντίχειρας, και πέρασε στη γραικική ως παλικάρι! Ότι είναι ο αντίχειρας για το χέρι τέτοιο είναι και το παλικάρι για τον καπετάνιο. Χέρι χωρίς αντίχειρα είναι σαν να έχει χάσει όλες τις δυνάμεις του. Η βλάχικη το διασώζει με προφορέ: πολικάρου, πουλικάρου και παλικάρου. Η λέξη παλλικάριον πρωτοσυναντάται στο Πασχάλιον Χρονικόν (626 μ.Χ.), με το περιεχόμενο που έχουν τα παλικάρια των αρματολών, δηλ. καλοί στρατιώτες. – Για τις ετυμολογικές ανοησίες –σχετικά με αυτές τις λέξεις– που έχουν δει το φως της δημοσιότητας στην πατρίδα μας, είναι καλά να κρατηθώ σε απόσταση. Λέω μόνο πως η προσωνυμία Γενναίος, του Ιωάννη Κολοκοτρώνη, από τότε που ήταν μόλις 16 ετών το 1821, οφείλεται στο ότι αγγλιστί το Γιάννης είναι Τζόνι, και βλαχιστί τζιόνι = γενναίος, δηλ. τι Τζόνι, τι τζιόνι! Πολύ απλά τα πράγματα… για να ονομάσουν οι Βλάχοι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τον γιο του Ιωάννη/Τζόνι… Τζιόνι/Γενναίο.

[17] Αθανάσης Διάκος, Αστραπόγιαννος, υπό Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, Εκδίδονται υπό Παύλου Λάμπρου, Αθήναι 1867, σ. 180.

[18] Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου Β’, Εν Αθήναις 1857, σ. 107-108, από τα προνόμια που έδωσε η Πύλη στους Μετσοβίτες, διά του τέκνου τους Στέργιου Φλόκκα.

[19] Γ. Έξαρχος, Κλέφτες και Αρματολοί κατά της Οθωμανοκρατίας (1495-1878), Η διαχρονική παρουσία Ελληνόβλαχων επαναστατών, εκδ. Αντ., Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2019 – Αφι-έρωμα στα 200 χρόνια της παλιγγενεσίας των Ελλήνων, 2020.

[20] Ο αναγραφόμενος τίτλος «Αλβανικά και γραικικά φέουδα στον Κοριά», είναι κατά την εκτίμηση και άποψη του Κ. Ν. Σάθα. Ήταν, όμως, όντως όλα «αλβανικά και γραικικά»!;

[21] Οι τρεις πίνακες (1, 2, 3) συντάχθηκαν με βάση τα στοιχεία που δίνει ο Κ. Σάθας, στο Documents Inedits, vol. IV, σ. XLV-XLVI.

[22] Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνησιν 1846, σ. 24 και 61.

[23] Voyage dans la Macedoin, Contenant des Recherches sur l’Hstoire, la Geographie et les Antiquites de ce pays, par M. E. M. Cousinery. . . Tome I & II, Paris MDCCCXXXI (1831), s. 18-19.

[24] Γ. Έξαρχος, Οι Ελληνόβλαχοι – Αρμάνοι, τ. Α’, 2001, σ. 135-138. Ξένοι Περιηγητές για τους Βλάχους. 1. Γαλλόφωνοι (1550-1980), Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 163-165.

[25] Αρκάδες Αζάνες βαλανηφάγοι, οι Φιγάλειαν Νάσσασθ’, κ.λπ. – Orac. Pyth. ap Pausan.

[26] Τραγώγη, or Δραγώγη.

[27] Πουγικάδες.

[28] Travels in the Morea, With A Map and Plans, By William Martin Leake F.R.S. etc., In Theree Volumes, Vol. I, London MDCCCXXX [1830], p. 486-489.

[29] Archives du Ministre du Affaires Etrangeres, Correspondance Consulaire Naplee de Romanie, 1778-1824, le 14 Messudor, an 6, f. 51v, 52r-. Επιστολή του «πολίτη» Ρουσέλ, υποπρόξενου, προς τον Γάλλο γενικό υπεύθυνο των ανατολικών υποθέσεων στην Κέρκυρα. – Το ανέκδοτο έγγραφο μού επέδωσε για δημοσίευση η αείμνηστη φίλη, καθηγήτρια της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Μάρθα Πύλια (1959-2012). Να είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει. – Βλ. Γ. Έξαρχος, Ξένοι Περιηγητές για τους Βλάχους. 2. Αγγλόφωνοι (1160-2000), Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 446.

[30] Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Δ’, 1841, σ. 131.

[31] Μ. Οικονόμου, Ιστορικά – Ελληνική σειρά, τόμος 14ος, Αθήνα 1957, σ. 143.

[32] Ν. Κασομούλης, Στρατιωτικά Ενθυμήματα Α’, Αθήναι 1939, σ. 152.

[33] Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, επιμ. Άλκης Αγγέλου, εκδ. Εστία, Αθήνα 2000, σ. 459-460. Χρίστος Στασινόπουλος, «Παπαφλέσσας», Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμος 3, εκδ. Λεβεντιά, Αθήνα 1972, σ. 347.

[34] Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά Ιωάννου Φιλήμονος, Τόμος Τρίτος, Αθήναι 1860, σ. 149..

[35] «Ο Κολοκοτρώνης συχνά όταν εδιέταττε τας θέσεις και τους στρατιώτας, εκάθετο εις ένα μέρος έγερνε την κεφαλήν και εκαμώνετο ότι του ήρχετο ύπνος, και ύστερα από ολίγον εξύπνα, έτριβε τα ’μμάτια του ανεκλαδίζετο και εχασμουργέτο και έλεγεν ότι είδεν όνειρον μίαν γυναίκα λαμπροφορεμένην με βουνίσια φορέματα και ότι τάχα ήτον η Παναγία. Και όταν έλεγεν ότι είδε την Τύχην εννοούσεν ότι είδε την Παναγίαν φορεμένην με μπόλιαν βλάχικην, και πολλαίς και πολλαίς φοραίς οι στρατιώται ηθελαν να πολεμήσουν και αυτός τους εμπόδιζε λέγων ότι δεν είδε την Τύχην.» (Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, υπό Φωτάκου, πρώτου υπασπιστού του Θεοδώρου Κολο-κοτρώνου, Αθήνησι 1858, σ. 210, υποσ. α). – Καιρός να πούνε ότι ο Γέρος του Μοριά με τη φράση «μπόλιαν βλάχικην» εννούσε… σαρακατσιάνικη, αρβανίτικη ή… σλάβικη, για τους αποδεχόμενους «σλαβωνική» ή «σλάβικη» κάθοδο στην Πελοπόννησο!… και όχι Βλάχικην!

[36] Geschichte der Bulgaren, Prag 1876, p. 575-576.

[37] Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως, συγγραφέντες μεν υπό Φωτίου Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, πρώτου υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Εκδοθέντες δε υπό Σταύρου Ανδροπούλου αρεοπαγίτου, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, 1888, σ. 154 κ.ε.

[38] Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, αρ. 1, επιμ. Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης, Διευθυντής των Γ.Α.Κ., Βιβλιοθήκη Γ. Τσουκαλά και Υιού, Αθήναι 1959, σ. 80.

[39] Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, αρ. 1, ό.π., σ. 191-192.

[40] «Συσκέψεως γενομένης απεφασίσαμεν ομοφώνως να φυλαχθούν τα χαρέμια. … Την επαύριον υπήγον οι οπλαρχηγοί να διανείμουν τους 50 ίππους των βεζυράδων. … Την διανομήν έκαμε ο Κυρ. Μαυρομιχάλης. Ο Κολοκοτρώνης απήτει να λάβη όλον το μερίδιον της Καρύταινας, να το αναλογίση ως αρχηγός. Ο Κυριακούλης του είπε ότι ημείς όλοι εγνωρίσαμε και γνωρίζομεν μόνους τους Δεληγιανναίους. Θυμωθέντες και λογοτριβούντες, θυμώσας ο Κυριακούλης του έδωσε μία κλωτσιά, λέξας μετ’ οργής. | Σκατόβλαχε! Θα σε κάμω και σένα αρχηγόν μεγάλον, παλιόκλεφτα…» | Τράβηξε το σπαθί ο Κολοκοτρώνης, αρπάχτηκαν. | Έπεσαν ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας και άλλοι στη μέση και τους χώρισαν. (Δεληγιάννης Κανέλλος, Απομνημονεύματα, προλ. Μ. Μιχαλοπούλου-Β. Τσαφαρά, εκδ. Γ. Τσουκαλά 16, 17, 18, (τ. Α-Γ), 1957, τ. Ι, σ. 274).

[41] Το κείμενο, αγγλιστί, στο έργο μου Κλέφτες και αρματολοί κατά της Οθωμανοκρατίας (1495-1878). Η διαχρονική παρουσία ελληνόβλαχων επαναστατών, Σταμούλης Αντ., Θεσσαλονίκη 2020.