Λογοτεχνία

Γιώργης Έξαρχος «Ησιόδου του Ασκραίου έργα και ημέραι» (Προδημοσίευση)

—————

Στη φιλόδοξη σειρά με τίτλο «Η Οικονομική Επιστήμη στον Αρχαιοελληνικό Κόσμο», από τις Εκδόσεις Ερωδιός της Θεσσαλονίκης, στην οποία ήδη κυκλοφορούν δύο Οικονομικά έργα του Αριστοτέλη (σε έναν τόμο) και οι Νεφέλες του Αριστοφάνη, θα κυκλοφορήσει εντός των ημερών το πρώτο οικονομικό έργο της ανθρωπότητας, το Ησιόδου του Ασκραίου ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ, σε ποιητική απόδοση-μετάφραση και «οικονομολογικό σχολιασμό», και όχι μόνο, του Γιώργη Έξαρχου, κάτι που δεν έχει συμβεί έως τα σήμερα, για το συγκεκριμένο έργο, στις νεοελληνικές εκδόσεις του.

Δίνω δείγματα της μετάφρασης-απόδοσης και τον Επίλογο του έργου.

Το πρώτο γένος των θνητών, από χρυσό φτιαγμένο,
το έκαναν οι Ολύμπιοι θεοί στο σπιτικό τους.                        110
Έζησαν σαν βασίλευε στον ουρανό ο Κρόνος·
και σαν θεοί, μες στην καρδιά καμιά δεν είχαν θλίψη,
δεν ξέραν τι ’ναι η κούραση· ούτε η δυστυχία,
δεν γνώριζαν γεράματα, είχαν πόδια και χέρια,
και χαίρονταν τον έρωτα, μακριά από δυστυχίες·                                 115
Πεθαίναν εις τον ύπνο τους· και τ’ αγαθά όλα τα ’χαν·

τους έδινε άφθονο καρπό η γη η σιτοδότρα,
τόσο, που εκείνοι ήσυχα ζούσαν· καλλιεργώντας
πρόθυμα τα χωράφια τους – με αγαθά περίσσια.
[Πλούσιοι σε αιγοπρόβατα, θεών αγαπημένοι.]                   120
Όταν το χώμα σκέπασε το χρυσαφένιο γένος,
εκείνοι γίναν θεϊκοί, με θέληση του Δία,
προστάτες όλων των θνητών, στη γη οπού πατούμε,
φροντίζοντας τα δίκαια και τ’ άδικα τα έργα,
ντυμένοι αόρατη στολή, κι όλη τη γη γυρνώντας,               125
πλούτο διαμοιράζοντας· τέτοια τιμή αποκτήσαν.

Δεύτερο γένος, τ’ αργυρό, κατώτερο απ’ το πρώτο,
έφτιαξαν τότε οι θεοί, στα Ολύμπιά τους σπίτια,
μ’ αλλιώτικο σώμα και νου απ’ το χρυσό το γένος.
Και για χρονάκια εκατό στη μάνα πλάι ο γιόκας,                130
τρεφότανε χαρούμενος παίζοντας μες στο σπίτι.
Όταν της νιότης έφτανε η ώρα κι η εφηβεία,

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με το παρόν ευελπιστώ ότι επισημαίνω και αναδεικνύω όλες τις ηθικές οικονομικές απόψεις του Ησίοδου, στο ποίημά του Έργα και Ημέρα, και συνάμα και τις κοινωνικές, πολιτικές, δικαιακές και άλλες απόψεις του ποιητή, που σχετίζονται με την κοινωνική και πολιτική συγκρότηση υπό καθεστώς ηθικής και δικαιοσύνης.

Εάν ετυμολογικά το όνομα Ησίοδος παράγεται από τη λ. ήσις = ευφροσύνη, τέρψις και τη λ. είδω = λέγω, κτίζω, γινώσκω, το δε όνομα Πέρσης από τη λ. πέρση = σιτάρι, γη δημητριακών, τότε αυ-τό σημαίνει ότι «έχουμε στα χέρια τα κλειδιά» ερμηνείας και κατανόησης του Έργα και Ημέραι. Μιλάμε για την ευφροσύνη ή την τέρψη που λέγεται, δομείται, γιγνώσκεται μέσω καλλιέργειας σιτηρών – γενικά δημητριακών! Το συγκεκριμένο έργο ανήκει στα λυρικά έπη, το τραγουδούσαν στην αρχαιότητα με συνοδεία μουσικών οργάνων, σε μουσικούς δρόμους και μελωδίες που το καθιστούσαν εύκολο στην απομνημόνευση. Είναι ο λόγος, που επί αιώνες ο Ησίοδος ήταν… δάσκαλος των Ελλήνων, αλλά και άλ-λων λαών αφού το έργο του αυτό ανήκε στα βασικά διδασκόμενα μαθήματα.

Βέβαια, ο Ησίοδος δεν είχε το «ανάστημα» του Όμηρου, διότι «Τα του θείου Ομήρου, αμβροσία πάντα και νέκταρι συγκέκραται, και ουδέ νυγμήν ή ξυσμήν επιλήψιμον έχουσιν.» (Τζέτζης). Όπως έχει γράψει ο Πλάτων: «Ουκούν, είπον, ω Γλαύκων, όταν Ομήρου επαινέταις εντύχης, λέγουσιν ως την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής και προς διοίκησίν τε και παιδείαν των ανθρωπίνων πραγμάτων άξιος αναλαμβάνει μανθάνειν τε και κατά τούτον τον ποιητήν πάντα τον αυτού βίον κατασκευασάμενον ζην, φιλείν μεν χρη και ασπάζεσθαι ως όντας βελτίστους εις όσον δύνανται, και ξυγχωρείν Όμηρον ποιητικώτατον είναι και πρώτον των τραγωδο-ποιών, ειδέναι δε ότι όσον μόνον έμνους θεοίς και εγκώμια τοις αγαθής ποιήσεως παραδεκτέον εις πόλιν· ει δε την ηδυσμένην μού-σαν παραδέξει εν μέλεσιν ή έπεσιν, ηδονή σοι και λύπη εν τη πόλει βασιλεύσετον αντί νόμου τε και του κοινή αεί δόξαντος είναι βελτίστου λόγου. Αληθέστατα, έφη[1]

Έτσι, λοιπόν, αν ο Όμηρος έδωσε το πρότυπο του ήρωα, του νέου ανθρώπου που διάγει στρατιωτικό βίο και γνωρίζει να μάχεται εναντίον του εχθρού και να αριστεύει, έχει απέναντί του τον Ησίοδο που εγκαταλείπει τους πολέμους και τις μάχες και «τας φιλονείκους έριδας» και τις πολεμικές αριστείες, και προβάλλει τον αγροτικό βίο και τις αρετές κυρίως της εργασίας και της δικαιοσύνης, που πρέπει να διέπουν τον ιδεώδη άνθρωπο.

Οι άνθρωποι της εποχής του Ησίοδου πιέζονται από σκληρές συνθήκες διαβίωσης και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τη ζωή με όρους και κανόνες ηθικής, που να τους διασφαλίζουν πρότυπα μιας παλαιότερης εποχής αλλά με καινούριες αξίες, αυτές που έχει ο άνθρωπος της εργασίας – ο άνθρωπος που μάχεται να επι-βιώσει.

Ποιμένας κοπαδιού προβάτων ο ίδιος, ένα βοσκαρούδι –τσοπανόπουλο, όπως θα λέγαμε σήμερα– ευτύχησε στις πλαγιές του Ελικώνα της Βοιωτικής γης, όπου έβοσκε το ποίμνιό του, να τον διδάξουν «καλήν αοιδήν» οι Μούσες, και έτσι έγινε τραγουδιστής και ψάλτης, δηλαδή ραψωδός, και τραγούδησε το παρελθόν του κόσμου (Θεογονία), μα και το παρόν του καιρού του και το μέλλον (Έργα και Ημέραι). Συνέλαβε το νόημα της αγροτικής ζωής και ανέδειξε τις αξίες του γεωργοκτηνοτροφικού (αγροτικού) βίου, τον οποίο με μεγάλη μαστοριά και τέχνη εικονογράφησε σε όλες τις πτυχές και εκφάνσεις του, με τρόπο καθαρό και παραστατικό, και τον κατέστησε πνευματική κληρονομιά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Οι ποιητές του αρχαίου κόσμου –κυρίως ο Όμηρος– υπήρξαν οι δάσκαλοι της εποχής τους, και συνεχίζουν να είναι δάσκαλοι ως και επί των ημερών μας, αφού τα έργα τους διδάσκονται μέχρι και σήμερα. Έτσι, ο ποιητής – δάσκαλος Ησίοδος, με το εξόχως δι-δακτικό έπος του Έργα και Ημέραι, με το πλήθος των συμβουλών και παραινέσεων, δίνει τα κύρια γνωρίσματα του ιδανικού ανθρώπου, προβάλλει την ιδεώδη προσωπικότητα, ώστε αυτή να μπορεί να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες ζωής, για να μπορεί να αποβεί χρήσιμη και ευεργετική για τον εαυτό της και για το κοινωνικό σύνολο.

Φρονεί ο Ησίοδος ότι η φιλεργία (= η αγάπη στην εργασία), η δικαιοσύνη, οι αγαθές κοινωνικές σχέσεις, η ικανότητα και η υπεροχή, η αρετή και άλλα συναφή, είναι στοιχεία που συγκροτούν τον ιδεώδη ανθρώπινο τύπο, από τον οποίο είχε ανάγκη η κοινωνία του καιρού του, αλλά θαρρώ ότι τα έχει ανάγκη και η σημερινή κοινωνία.

Η εργασία είναι η πρώτη διδαχή του ποιητή, που γίνεται διαπρύσιος κήρυκάς της, διότι αυτή είναι που συμβάλλει στη θεμελίωση της ατομικής και κοινωνικής επιβίωσης και προόδου, αυτή είναι που παγιοποιεί την κοινωνική γαλήνη και ευημερία. Η εργασία αποτελεί τη βασική αρχή της ζωής –ο Ησίοδος την ανάγει σχεδόν στη σφαίρα του ηθικού νόμου–, γι’ αυτό και προτρέπει (τον αδελφό του Πέρση) και καλεί όλους μας στο να εργαστούμε, διότι η εργασία είναι ένας ιδιότυπος ηθικός νόμος και σε αυτή εδράζεται κάθε πρόοδος, γενικά ο πολιτικός κι ο κοινωνικός βίος.

Η δημιουργική ικανότητα και επίδοση των ανθρώπων –διά μέσου της εργασίας– αποτελεί ύψιστη αξία και αρετή και συμβάλλει στην ψυχική ευδαιμονία. Η άοκνος εργασία, ο κόπος και ο ιδρώτας είναι στοιχεία τιμής για τον άνθρωπο (στ. 287-298). Με την εργασία ο άνθρωπος καθίσταται χρήσιμο μέλος της κοινωνίας και ολοκληρώνεται ως ηθική προσωπικότητα. Ώστε η εργασία είναι νόμος ζωής, με απόλυτο κύρος, και είναι αυτή που κάνει τον άνθρωπο αγαπητό στους θεούς (στ. 30-301, 309). Οι θεοί καθορίζουν τα ανθρώπινα έργα, και καθήκον των ανθρώπων είναι να τα εκτελούν (στ. 397-398). Κι έτσι εκφράζουν τη θεία επιθυμία.

Η αεργία (τεμπελιά) φέρνει στον άνθρωπο ντροπή, αισχύνη, «αιδώ», θεοί και άνθρωποι μισούν τον άεργο, γιατί είναι σαν τους κηφήνες που τρώνε τον τίμιο μόχθο των μελισσών (στ. 303-306). Ο τεμπέλης παραβιάζει τον νόμο της ανθρώπινης ζωής και η έλλειψη των αναγκαίων του βίου τον οδηγεί στο να πορίζεται με ντροπή, καταφεύγοντας στη φιλανθρωπία εκ μέρους των άλλων – οι οποίοι δεν είναι πάντα πρόθυμοι να του τη παράσχουν (στ. 401-403). Ο λιμός (πείνα και φτώχεια) θα είναι ο αχώριστος σύντροφός του (στ. 302), και έτσι ο τεμπέλης θα συνοδεύεται παντού από την περιφρόνηση και τη ντροπή (στ. 319).

Ο ποιητής δηλώνει καθαρά ότι καμιά εργασία δεν είναι ντροπή, ότι ντροπή είναι η τεμπελιά (αεργία) (στ. 311), και ο ίδιος κρατάει –όπως όλοι οι στεριανοί γεωργικοί πληθυσμοί– επιφυλάξεις για τη ναυτική εργασία (και το εμπόριο), που συντελείται κάτω από δύσκολες συνθήκες, γι’ αυτό και τη θεωρεί κακό (στ. 236-237).

Αποτέλεσμα της εργασίας είναι ο πλούτος, η αρετή, η δόξα (στ. 308 & 312-313), καθώς και η υπόληψη από τους συνανθρώπους, όπως και η εύνοια των θεών (στ. 300-301, 309), μα και το συναίσθημα υπεροχής (στ. 319), διότι η εργασία αποτελεί αξία που την προτιμούν οι περισσότεροι άνθρωποι (στ. 314), και ο ποιητής συστήνει αδιάκοπη εργασία πάνω απ’ όλα (στ. 381-382).

Λόγω του αμαρτήματος του Προμηθέα (κλοπή της θεϊκής φωτιάς), οι θεοί σκαρφίστηκαν κι έπλασαν την Πανδώρα (στ. 42 κ.ε.) και οδήγησαν έτσι τον άνθρωπο στο να βγάζει με πολύ κόπο και μόχθο τα αναγκαία για τον βιοπορισμό του, τα οποία του τα κρύβουν για να δυσκολεύεται στη διασφάλισή τους (στ. 42).

Ο μύθος των πέντε διαδοχικών ανθρώπινων γενών (χρυσό, αρ-γυρό, χάλκινο, ηρώων, σιδερένιο) [στ. 109 κ.ε.], ουσιαστικά υποδηλώνει την κατάπτωση του ανθρώπινου γένους, και την εξ αυτής αδήριτη ανάγκη για εργασία και την αναγωγή αυτής σε νόμο ζωής, νόμο με τον οποίο καταξιώνεται η ανθρώπινη υπόσταση.

Η εργασία, λοιπόν, για τον Ησίοδο, πλην των ανωτέρω, είναι αυτή που αυτοδιαμορφώνει την προσωπικότητα, ολοκληρώνει τον άνθρωπο και τον κάνει ενάρετο, τον περνάει στη σφαίρα της ευδαιμονίας, τον καταξιώνει ηθικά, κάτι που είναι βασικό ζητούμενο του βίου του[2].

ΗΣΙΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ. ΕΡΓΟ ΤΟΥ GUSTAVE MOREAU (1826-1898)

Ο Ησίοδος, κατά κάποιον τρόπο, κωδικοποιεί το εθιμικό δίκαιο της εποχής του κωδικοποιεί τους κανόνες και τις πρακτικές λειτουργίας του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, του πολιτικού συστήματος και του συστήματος δικαιοσύνης, και εξαίρει τον συντελεστή εργασία. Τούτη είναι η γονιμοποιός δύναμη της φύσης και ο κατεξοχήν παράγοντας που συμβάλλει στη δημιουργία παραγωγής και πλούτου, στη συσσώρευση πλούτου, στην προσωπική και κοινωνική ευημερία, στην απόκτηση αρετής κ.λπ.

Οι οικονομικές διεργασίες του τύπου «αγορά αγρών», «δανεισμός», τελούσαν μάλλον υπό καθεστώς αυστηρών όρων, κατά την πραγμάτωση αυτών των συναλλαγών. Ο «οίκος» δεν αποτελείτο απλά από την «οικία» και τους ανθρώπους αυτής, αλλά συγκροτούσε μια πλήρη «οικονομική μονάδα» ή «νοικοκυριό» ή «αγροτική εκμετάλλευση» (προσοχή: όχι οικονομική επιχείρηση) και λειτουργούσε με όρους «αλληλέγγυας οικονομίας», και όχι με όρους «σύγχρονης επιχειρηματικής δράσης» ή όρους «σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος».

Κυρίαρχο στοιχείο σε όλες τις εκφάνσεις των δομών εξουσίας του οικονομικοκοινωνικού και πολιτικού συστήματος, που έξοχα περιγράφει ο Ησίοδος (βασιλείς, δικαστές, «πολίτες», μέλη οικογενειών κ.λπ.), είναι η ηθική. Αυτή απορρέει από θεϊκή βούληση και πρέπει να διέπει όλες τις ανθρώπινες πράξεις και εκφάνσεις, όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Η εργασία και η δικαιοσύνη είναι οι δύο διαστάσεις που ορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινείται. Η εργασία και η δικαιοσύνη είναι αυτά που συμβάλλουν στον πλουτισμό και στην ατομική και κοινωνική ευημερία. Κάθε διατάραξη αυτής της αρμονικής σχέσης μπορεί να επιφέρει καταστροφή και εξαφάνιση των ανθρώπων του… σιδερένιου γένους, στο οποίο ανήκουν και οι σημερινοί άνθρωποι. Αυτή η αρμονική σχέση παρέχει τα εχέγγυα για την αριστοποίηση και την αποτελεσματικότητα σε όλες τις παραγωγικές διεργασίες.

Με βάση όλα τα προηγούμενα –που ήδη έχουν εκτεθεί– δίκαια θα χαρακτήριζε κάποιος σήμερα τον Ησίοδο ως τον πατέρα της Ηθικής Πολιτικής Οικονομίας και πατέρα της Ηθικής Κοινωνικής Δικαιοσύνης, χωρίς όμως να παραβλέπει το γεγονός ότι θεμελιωτές της οικονομικής επιστήμης υπήρξαν οι Πλάτων, Ξενοφών και Αριστοτέλης, ιδίως ο τελευταίος.

Χωρίς ηθική κοινωνική δικαιοσύνη οι κοινωνίες μετατρέπονται σε ζούγκλα και τα οικονομικά συστήματα μεταλλάσσονται σε μηχανισμούς καταπίεσης των παραγωγικών ανθρώπων του μόχθου και της εργασίας, που τους θέλουν αιώνια υποζύγια. Γι’ αυτό μετατρέπουν το πολιτικό σύστημα σε (δήθεν) δημοκρατία, για να μπορούν εσαεί να κυβερνούν οι οικονομικά ισχυροί και το πολιτικό (υπηρετικό) προσωπικό τους.

Ακαδημαϊκός δάσκαλος (τον είχα καθηγητή στην ΑΣΟΕΕ, το 1973-1974), σε δημοσίευμά του –πριν πολλά χρόνια–, μετά από τέτοιες διαπιστώσεις, καλεί τον Ησίοδο και τη Δικαιοσύνη[3]:

«Hσίοδε, μόλις εβγήκα από ένα σεμινάριο με θέμα “Διαφθορά και Οικονομία”. Στη συζήτηση αυτή υποστηρίχθηκε ότι η διαφθορά είναι εγγενές φαινόμενο της ανθρωπίνης κοινωνίας… Στη χώρα μας η διαφθορά στο Δημόσιο έχει ξεπεράσει τα όρια του συναγερμού. Έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις και ευδοκιμεί σε κάθε είδος δημόσιες υπηρεσίες, όπως εφορίες, δικαστήρια, αστυνομία, κεντρικές υπηρεσίες υπουργείων, νομαρχίες, πολεοδομίες κλπ. Περιλαμβάνει άτομα και υπαλλήλους σε κάθε επίπεδο της ιεραρχίας, από τον κλητήρα ως τον διευθυντή, καθώς επίσης άτομα κάθε ιδεολογικής και πολιτικής προέλευσης ή κατεύθυνσης…»

Και καταλήγει, ρωτώντας:

«Πώς είναι δυνατόν σε μια κοινωνία που ανέχεται και ενθαρρύνει τη διαφθορά σε τέτοιο σημείο, ώστε να αποτελεί (η διαφθορά) λειτουργικό της στοιχείο, να δημιουργηθούν μηχανισμοί που να την περιορίζουν;»

Αυτόν, λοιπόν, τον πατέρα της Ηθικής Πολιτικής Οικονομίας και πατέρα της Ηθικής Κοινωνικής Δικαιοσύνης, μελέτησαν, θαύμασαν και έγραψαν γι’ αυτόν και το έργο του, άνθρωποι υψηλού πνευματικού αναστήματος, όπως ο Ισοκράτης, ο Πορφύριος, ο Μέγας Βασίλειος και άλλοι. Καταχωρίζω ενδεικτικά χωρία και εδάφια, από τους τρεις, για να καταδειχτεί το μέγεθος αυτής της τεράστιας αρχαιοελληνικής πνευματικής μορφής:

  • «[43] Σημεῖον δ᾽ ἄν τις ποιήσαιτο τὴν Ἡσιόδου καὶ Θεόγνιδος καὶ Φωκυλίδου ποίησιν· καὶ γὰρ τούτους φασὶ μὲν ἀρίστους γεγενῆσθαι συμβούλους τῶ βίῳ τῷ τῶν ἀνθρώπων, ταῦτα δὲ λέγοντες αἱροῦνται συνδιατρίβειν ταῖς ἀλλήλων ἀνοίαις μᾶλλον ἢ ταῖς ἐκείνων ὑποθήκαις[4]

  • «[Ο Πυθαγόρας] καὶ ἐπῇδε [έψαλλε] τῶν Ὁμήρου καὶ Ἡσιόδου ὅσα καθημεροῦν [ημερώνουν] τὴν ψυχὴν ἐδόξαζε.»[5]

  • «Και επειδήπερ δι’ αρετής ημάς επί τον βίον καθείναι δει τον ημέτερον, εις ταύτην δε πολλά μεν ποιηταίς, πολλά δε συγγραφεύσι, πολλώ δε έτι πλείω φιλοσόφοις ανδράσιν ύμνηται, τοις τοιούτοις των λόγων μάλιστα προσεκτέον. Ου μικρόν γαρ το όφελος οικειότητά τινα και συνήθειαν ταις των νέων ψυχαίς της αρετής εγγενέσθαι. Επείπερ αμετάστατα πέφυκεν είναι τα των τοιούτων μαθήματα, δι΄απαλότητα των ψυχών εις βάθος ενσημαινόμενα. Ή τι ποτε άλλο διανοηθέντα τον Ησίοδον υπολάβωμεν ταυτί ποιήσαι τα έπη, α πάντες άδουσιν, ή ουχί προτρέποντα τους νέους επί αρετήν; ότι τραχεία μεν πρώτον και δύσβατος, και ιδρώτος συχνού και πόνου πλήρης, η προς αρετήν φέρουσα και ανάντης οδός. Διόπερ ου παντός, ούτε προσβήναι αυτή διά το όρθιον, ούτε προσβάντι ραδίως επί το άκρον ελθείν. Άνω δε γενομένω οράν υπάρχει, ως μεν λεία τε και καλή, ως δε ραδία τε και εύπορος, και της ετέρας ηδίων της επί την κακίαν αγούσης, ην αθρόαν είναι λαβείν εκ του σύνεγγυς ο αυτός ούτος ποιητής έφησεν. Εμοί μεν γαρ δοκεί ουδέν έτερον, ή προτρέπων ημάς επ’ αρετήν, και προκαλούμενος άπαντας αγαθούς είναι, ταύτα διελθείν, και ώστε μη καταμαλακισθέντας προς τους πόνους προαποστήναι του τέλους. Και μέντοι, και ει τις έτερος εοικότα τούτοις την αρετήν ύμνησαν, ως εις ταυτόν ημίν φέροντας τους λόγους αποδεχώμεθα.»[6]

Το σχετιζόμενο με τον Ησίοδο χωρίο, επί λέξει, λέει:

«Αν, λοιπόν, δεχθείτε με προθυμία τα λόγια μου, θα ανήκετε στη δεύτερη κατηγορία, εκείνων που επαινεί ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος, γράφοντας ότι είναι άριστος άνθρωπος όποιος μονάχος του ξεχωρίζει το σωστό και είναι καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις. Ενώ όποιον δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό, τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο άχρηστο[7]

Συνάγεται, τελικά, ότι ο Ησίοδος με τον ποιητικό και φιλοσοφικό λόγο του στο Έργα και Ημέραι έγινε δάσκαλος της εργασίας, της δικαιοσύνης, της ευγενούς άμιλλας, της αρετής.

***

Λόγω του ότι συμμερίζομαι την άποψη εκείνων που θεωρούν τον Ησίοδο ποιητή λίγο νεότερο από τον Όμηρο, που έζησε στα χρόνια τα αμέσως μετά την άλωση της Τροίας (ο 10ετής πόλεμος έληξε στις 6 Ιουνίου 1218 π.Χ.), προς ισχυροποίηση αυτού του ισχυρισμού καταχωρίζω «βιογραφικό Ησίοδου» του 1806, γραμμένο από Έλληνα λόγιο, που γνώριζε πολλά και καλά γράμματα:

«[909 π.Χ.] Ησίοδος εγεννήθη εν Κύμη της Αιολίας, αλλά του πατρός αυτού Δίου αναγκασθέντος να φύγη εις Άσκρην της Βοι-ωτίας, ανετράφη αυτού, και εκ τούτου επωνομάσθη Ασκραίος· νέος δε την ηλικίαν ων, ενίκησε τον πρέσβυν Όμηρον εις τον αγώνα περί της ταφής του Αμφιδάμαντος εν Χαλκίδι ενώπιον του βασιλέος Πάριδος αδελφού του τεθνηκότος, και έλαβε βραβείον ένα τρίποδα·[8] προβεβηκώς δε την ηλικίαν ων, ήλθεν εις Οινιώνα της Λοκρίδος, και κατοικήσας μετά τινος Μιλησίου παρά τινι Φυσιγέει, εδολοφονήθη παρά του Αμφιφάνους και Γανήτορος νομισθείς ο φθορεύς της αδελφής αυτών Κτημένης· το δε σώμα αυτού ερρίφθη εις την θάλασσαν, το οποίον εκκομισθέν εις τον αιγιαλόν από τους δελφίνας, καθ’ ον χρόνον επανηγυρίζοντο τα Διονύσια, ετάφη πρώτον μεν εν Νεμέα της Λοκρίδος, είτα δε διά προσταγής του μαντείου εκομίσθη από τους Ορχομενίους εις την πόλιν προς αποδίωξιν της λοιμικής, και ετάφη εν μέση αγορά· οι δε δολοφόνοι πιασθέντες επνίγησαν ζωντανοί.

Περί του χρόνου, καθ’ ον ήκμαζεν ο Ησίοδος, διαφωνούσι παραπολύ οι συγγραφείς. Επειδή τα μεν Οξώνεια μάρμαρα λέγουσι τον Ησίοδον 30 ετών τουλάχιστον αρχαιότερον του Ομήρου, ο δε Έφορος παρά Γελλίω Γ’ Κεφ. 11 και άλλοι νεώτεροι θέλουσιν αυτόν νεώτερον του Ομήρου, και άλλοι σύγχρονον. Ο δε Ουάρρων (παρά Γελλίω Ν. Α. γ’, 3) θέλει αναμφιβόλως, ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος συνήκμασαν ολίγον τινά χρόνον. Εάν υπάρχη τούτο αληθινόν, ο νέος Ησίοδος ίδε τον πρέσβυν Όμηρον, και ίσως έζησεν εκείνον τον ποιητικόν αγώνα, καθ’ ον εκείνος ενίκησε τούτον τον πρέσβυν.

Συνέγραψε δε πολλά, εξ ων μόνον σώζονται 1) Έργα και ημέραι, ποίημα διδακτικόν, εν ω διδάσκει τον τρόπον του γεωργείν, και παραινεί τον αδελφόν Πέρσην να απέχη από της ηδονής και οκνηρίας, και να προσέχη εις την αρετήν και επιμέλειαν. 2) Ασπίς Ηρακλέους, υπόμνημα εξαίρετον της πολιτικής στρατιωτικής, το οποίον ποίημα παρά πολλών κριτικών παλαιών ως νόθον αποσκυβαλίζεται. 3) Θεογονία, ήτοι Κοσμογονία και Γεωγονία, διαφέρουσα πολύ της Ομήρου θεολογίας.

Όλα τα συγγράμματα του Ησιόδου εξεδόθησαν ελλ. και λατ. 1) υπό του Χεϊνσίου 1603, 4, μετά σχολίων παλαιών του Πρόκλου, Μοσχοπούλου, Τζέτζου, και άλλων νεωτέρων. 2) εν Αμστελ. 1701, 8, μεγ. 3) 1667, 8. 4) υπό Ρωβινσωνίου εν Οξων. 1737, και Λονδ. 1756, 4 μεγ. και αλλαχού.»[9]

Ίσως να απαιτειται κάποια εξήγηση για τη μετάφρασή μου. Ακολουθώ τον πάγιο κανόνα, να μη μιμούμαι, διότι «Φαύλη άρα φαύλω συγγιγνομένη φαύλα γεννά η μιμητική»[10], κατά πως έχει πει ο θείος Πλάτων, και ακολούθησα –όπως πάντα– τους δρόμους της ψυχής μου στον ωκεανό των λέξεων με το δροσερό αγέρι να φυσά στα πανιά μου τον ρυθμό του 15σύλλαβου. Ο θείος Αριστοτέλης έτεινε χείρα βοηθείας, ψιθυρίζοντας «τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς»[11], υπενθυμίζοντας του Παρμενίδη «τό τε γὰρ ἓν τὸ ὂν ἀεὶ ἴσχει καὶ τὸ ὂν τὸ ἕν: ὥστε ἀνάγκη δύ᾽ ἀεὶ γιγνόμενον μηδέποτε ἓν εἶναι. παντάπασι μὲν οὖν. οὐκοῦν ἄπειρον ἂν τὸ πλῆθος οὕτω τὸ ἓν ὂν εἴη;»[12] «και διὰ ταῦτα δὴ τὸ ἓν ὂν πολλὰ ἐφάνη

Αυτή η πολλαπλή δυνατότητα μετάφρασης – απόδοσης των αρχαίων ελληνικών κειμένων, με έχει οδηγήσει –πέρα από τους λόγους που άλλες φορές έχω επικαλεστεί και εξηγήσει– στο να τολμήσω να δώσω την ανά χείρας νεοελληνική εκφορά του Ησιόδειου λόγου, στο Έργα και Ημέραι, νιώθοντας σαν τον εβραίο Γιαχβέ στις βιβλικές αφηγήσεις της Γενέσως.

Στις Σημειώσεις – Σχόλια απέφυγα την αντιγραφή φιλολογικών πληροφοριών του τύπου, ποιοι στίχοι του Ησίοδου είναι δάνειοι από τα Ομηρικά έπη ή ποιοι στίχοι του Ησίοδου εμφανίζονται σε ποιητικά έργα διάφορων μετέπειτα δρώντων ποιητών. Αυτές τις πληροφορίες τις δίνουν έξοχα όλοι οι μεταφραστές και επιμελητές των κυκλοφορούντων εκδόσεων του Ησίοδου.

Δεν θέλησα ούτε να ωραιοποιήσω και ούτε να… αδικήσω τον μεγάλο παγκόσμιο ποιητή. Προσπάθησα να τον κάνω αγαπητό στον αναγνώστη, αποκαλύπτοντας την οικονομική διάσταση του έργου του, που τον καθιστά πατέρα της οικονομικής επιστήμης.

Ένα μικρό νεοελληνικό ποίημα, του Κεφαλονίτη Γεράσιμου Μαρκορά (1826-1911), θαρρώ ότι περικλείει το βαθύτερο νόημα του σημαντικού έργου του Ησίοδου, Έργα και Ημέραι. Το αναδημοσιεύω, ολοκληρώνοντας έτσι τούτη την ψυχική μου κατάθεση.

ΕΡΓΑΣΙΑ

Ξημερώνει αυγή δροσάτη
με το πρώτο της πουλί,
λες και κράζει τον εργάτη
στη φιλόπονη ζωή.

Πριν να σβήσει κάθε αστέρι,
με χαρούμενη καρδιά,
νέοι μεσόκοποι και γέροι,
τρέξτε όλοι στη δουλειά.

Πέρα εκείθεν οι φροντίδες
ας πετάξουνε, καθώς
ξαφνιασμένες νυχτερίδες,
όπου αγνάντεψαν το φως.

Μη σας είναι ο ξένος πλούτος
έν’ αγκάθι στην καρδιά,
πέστε αζήλευτα: είναι τούτος
εργασίας κληρονομιά.

Σηκωθείτε, η γη χαρίζει
μόνον άφθονο καρπό,
αν ο κόπος την ποτίζει
μ’ έναν ίδρωτα συχνό.

Σαν εσάς, αδέλφια, ιδρώνει
κι ο σοφός, που με το νου
κάμπους άμετρους οργώνει
για θροφή του λογισμού.

Δίχως άνεση και σχόλη
πάντα ο άξιος δουλευτής,
το ανθηρότατο περβόλι
σκάφτει, σπέρνει, ο ποιητής.

Πάντα, ναι, του τίμιου κόπου
οι γλυκύτατοι καρποί
να ’ναι μόνοι, που τ’ ανθρώπου
σώμα θρέφουν και ψυχή!

———————— 

*Γιώργης Σ. Έξαρχος /  Συγγραφέας – Ερευνητής / Βιογραφικό – Κάνετε κλικ                                                                                                                                                                                         

Σημείωση Φαρέτρας: Όλα τα κείμενα / εργασίες του Γιώργη Έξαρχου μπορείτε να τα διαβάζετε κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο ΕΔΩ

———————-

[1] Platonis, Qvae Svpersvnt Opera. Textvm ad. Fidem Codicvm Florentt. Pariss. Vindobb. Aliorvmqve Recognovit, Godofredvs Stallbavm, … Tomvs V, Libros de Republica Continens, Lipsiae 1823, Πολιτεία, σ. 275.

[2] Βλ. Χαροκόπος 1980.

[3] Θεόδωρος. Π. Λιανός, Ζητούνται Αδιάφθοροι, εφημ. Αθηνών “Το Βήμα”, 12 Μαΐου 1996, σ. Α 17.

[4] Ισοκράτους Λόγοι – Isocratis Orationes, Cum Praefationes Gulielmi Dindorfii, Lipsiae, Sumptibus et Typis B. G. Teubneri, MDCCCXXV [1825], Προς Νικοκλέα, σ. 18.

[5] Porphyrii, Philosophi Platonici, Opvscvla Selecta, Itervm Recognotit, Avgvstvs Navck, Lipsiae MDCCCLXXXVI [1886], Βίος Πυθαγόρου, σ. 34).

[6] Του εν Αγίοις πατρός ημών Βασιλείου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Τα Ευρισκόμενα Πάντα – Sncti patris nostril Basilii Caesareae Cappadociae, Archiepiscopi, Opera Omnia Quae Exstant, Vel Quae Ejus Nomine Circumferuntur, … Opera et Studio Domni Juliani Garnier, Presbyteri et Monachi Benedictini, e Congregatione S. Mauri, Editio Parisina Altera, Emendata et Aucta, Tomus Secundus,, Parisiis MDCCCXXXIX [1839], Προς τους Νέους, όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λογων, σ. 247-248.

[7] Απόδοση στη Νεοελληνική: Βασίλειος Μουστάκης (†).

[8] Ο Δοδουέλλιος αναφέρει επί το πρώτον χρόνον της κθ’ Ολ. Τον αγώνα τούτον, του οποίου μνημονεύουσι πολλοί συγγραφείς παλαιότε και νέοι, αλλ’ όμως άλλοι τρανώς απέδειξαν επίπλαστον και το επίγραμμα του τρίποδος, ο οποίος ετέθη (Ανθολ. γ’ σελ. 389) υπό του Ησιόδου εναμβρυνομένου επί τη νίκη επάνω του όρους του Ελικώνος, και το βιβλίον επιγραφόμενον αγών Ομήρου και Ησιόδου. Ο Ησίοδος αναφέρει μεν εις έργα και ημέρας (στιχ. 655) την νίκην και τον αφιερωθέντα τρίποδα εις τας Μούσας, ουχί δε ότι ενίκησε τον Όμηρον.

[9] Δημήτριος Αλεξανδρίδης, στο Γολδσμίθ, Ιστορία της Ελλάδος…,1806, παράρτημα Καθρέπτης, σ. 18-19.

[10] Πολιτεία, 603b, 4.

[11] Μετά τα φυσικά, 1003b, 5.

[12] Πλάτων, Παρμενίδης, 143a.