Απόψεις Κόσμος

Δημογραφικό και μετανάστες στην Ελλάδα και ΕΕ των 27

——–

Χρήστος Μπάγκαβος*

Η διευρυμένη σημασία της διεθνούς μετανάστευσης ως συνιστώσας των πρόσφατων αλλά και των αναμενόμενων μεταβολών του συνολικού πληθυσμού1 καθώς και η συμβολή των μεταναστών στη μέση γονιμότητα των χωρών υποδοχής2 αποτελούν δύο σημαντικές πτυχές του δημογραφικού τοπίου στις χώρες της Ευρώπης.

Στο κείμενο που ακολουθεί αναλύεται ο διακριτός ρόλος των μεταναστών και των γηγενών για τις πρόσφατες μεταβολές του συνολικού πληθυσμού στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών – μελών. Η χώρα γέννησης χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τον προσδιορισμό της μετανάστευσης. Έτσι ο όρος μετανάστες αναφέρεται στα άτομα που δεν έχουν γεννηθεί στη χώρα αναφοράς και ο όρος γηγενείς, αν και παραπέμπει στο γένος, χρησιμοποιείται για τα άτομα που έχουν γεννηθεί στη χώρα αναφοράς (εναλλακτικά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι όροι ετερόχθονες και αυτόχθονες).

Η συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δημογραφικές διαστάσεις στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι την πενταετία 2014-2019 αφαιρούνται στη χώρα μας από τον συνολικό πληθυσμό περίπου 37 άτομα κατά μέσο όρο ετησίως για κάθε 10.000 κατοίκους, ενώ, την ίδια περίοδο, στον πληθυσμό του συνόλου της Ε.Ε. 27 σε κάθε 10.000 κατοίκους προστίθενται 13 επιπλέον άτομα (Πίνακας 1).

Όπως μπορεί κάποιος να παρατηρήσει (Πίνακας 1), η μείωση του πληθυσμού στην Ελλάδα σχετίζεται περισσότερο με τους γηγενείς (-62 άτομα κατά μέσο όρο ετησίως ανά 10.000 κατοίκους), ενώ το αντίστοιχο μέγεθος για την Ε.Ε. 27, αν και αρνητικό, ήταν περίπου το μισό (-33/10.000). Επιπρόσθετα η συμβολή των μεταναστών ήταν αισθητά υψηλότερη στην Ευρώπη (+46 άτομα ανά 10.000) από ό,τι στην Ελλάδα (+24/10.000).

Γενικά, ενώ στην Ευρώπη η μετανάστευση υπερκαλύπτει τη συρρίκνωση του γηγενούς πληθυσμού και οδηγεί σε αύξηση του συνολικού πληθυσμού (+13 άτομα ανά 10.000 κατοίκους), η μετανάστευση στην Ελλάδα επιβραδύνει απλώς τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στη συρρίκνωση του γηγενούς πληθυσμού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, παρά τις προαναφερόμενες διαφοροποιήσεις, το ποσοστό των μεταναστών στον συνολικό πληθυσμό είναι περίπου το ίδιο στην Ελλάδα και την Ευρώπη των 27 (11,7% και 11,3% αντίστοιχα).

Η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων στον μεταναστευτικό πληθυσμό, η οποία αντικατοπτρίζει αυτό που συνήθως ονομάζεται έμμεση επίπτωση της μετανάστευσης, είναι της ίδιας βαρύτητας στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27, καθώς το Φυσικό Ισοζύγιο του μεταναστευτικού πληθυσμού δεν διαφοροποιείται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27 (9 και 10/10.000 αντίστοιχα). Αντίθετα, το Μεταναστευτικό Ισοζύγιο διαφοροποιείται αισθητά καθώς η υπεροχή των εισροών έναντι των εκροών των μεταναστών είναι υπερδιπλάσια στην Ε.Ε. 27 (+36 έναντι 15/10.000 στην Ελλάδα).

Ένα ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι το γιατί το Φυσικό Ισοζύγιο των μεταναστών τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε. 27 είναι διαφορετικό από αυτό των γηγενών (θετικό και όχι αρνητικό αντίστοιχα) και γιατί οι διάφορες των Φυσικών Ισοζυγίων των δύο αυτών ομάδων είναι τόσο μεγάλες. Για να το πούμε δε διαφορετικά: Γιατί η συχνότητα των γεννήσεων και των θανάτων στους δύο πληθυσμούς – αυτό που οι δημογράφοι ονομάζουν Αδρό δείκτη γεννητικότητας και θνησιμότητας – παρουσιάζει τόσο μεγάλες διαφοροποιήσεις;

Ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη διερεύνηση των πρότερων διαφοροποιήσεων (Πίνακας 2) είναι ότι οι όποιες διαφορές ανάμεσα στους μετανάστες και τους γηγενείς δεν εξαρτώνται τόσο από τις διαφορές στα επίπεδα γονιμότητας και θνησιμότητας, αλλά κυρίως από τις διαφορές ανάμεσα στην κατανομή ανά ηλικία των δύο αυτών πληθυσμών.

Στην Ελλάδα π.χ. η συνολική διαφορά (122/10.000) προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τις μεγάλες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην κατανομή του πληθυσμού των γηγενών και των μεταναστών ανά ηλικία (104/10.000, καθώς οι μετανάστες είναι πολύ νεότεροι από τους γηγενείς).

Αντιθέτως, η διαφορική θνησιμότητα και γονιμότητα των δύο ομάδων έχουν πολύ περιορισμένες επιπτώσεις (19/10.000 και -1/10.000). Αντίστοιχες διαπιστώσεις προκύπτουν και για την Ε.Ε. 27, αν και το ειδικό βάρος των δημογραφικών φαινομένων (42/10.000) και της κατά ηλικία δομής (60/10.000) είναι λιγότερο σημαντικό.

Ουσιαστικά οι μετανάστες επηρεάζουν θετικά τη μεταβολή του συνολικού πληθυσμού μέσω των γεννήσεων και των θανάτων, ενώ οι γηγενείς αρνητικά, όχι επειδή οι πρώτοι έχουν υψηλότερη γονιμότητα ή χαμηλότερη θνησιμότητα από τους δεύτερους, αλλά διότι ο μεταναστευτικός πληθυσμός είναι πιο νεανικός από τον γηγενή πληθυσμό.

Το γεγονός αυτό συναρτάται με τα χαμηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων ατόμων και με τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών που βρίσκονται σε ηλικία αναπαραγωγής για τους μετανάστες σε σχέση με τους γηγενείς (Πλαίσιο 1).

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περίπου ιδίου εύρους συμβολή των μεταναστών στην αύξηση του πληθυσμού της Ελλάδας και της Ε.Ε. 27 μέσω των γεννήσεων και των θανάτων (Πίνακας 1) προκύπτει από τον συνδυασμό της υψηλότερης γονιμότητας των μεταναστών στην Ε.Ε. 27 και τη νεανικότερη κατά ηλικία δομή του μεταναστευτικού πληθυσμού στην Ελλάδα.

Διαφοροποιήσεις αναφορικά με τη γονιμότητα, τη θνησιμότητα και την κατά ηλικία δομή του μεταναστευτικού και του γηγενούς πληθυσμού

Ο Δείκτης Ολικής Γονιμότητας των γυναικών μεταναστών είναι 1,7 στην Ελλάδα και 2,1 στην Ε.Ε. 27, ενώ των γηγενών είναι 1,3 και 1,5 αντίστοιχα. Η μέση ηλικία τεκνοποίησης είναι 28,2 και 34,7 για τις μετανάστριες στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27 και 31,4 και 32,9 για τις γηγενείς αντίστοιχα. Το προσδόκιμο επιβίωσης στη γέννηση είναι 80,9 και 82,2 έτη για τους μετανάστες και 81,5 και 80,6 για τους γηγενείς στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27 αντίστοιχα.

Η συχνότητα των γεννήσεων και των θανάτων είναι 143/10.000 και 62/10.000 για τους μετανάστες και 76/10.000 και 117/10.000 για τους γηγενείς στην Ελλάδα, ενώ στην Ε.Ε. 27 είναι 171/10.000 και 80/10.000 για τους μετανάστες και 88/10.000 και 106/10.000 για τους γηγενείς. Το ποσοστό των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία στον συνολικό πληθυσμό τής κάθε πληθυσμιακής ομάδας είναι 33% για τους μετανάστες και 21% για τους γηγενείς στην Ελλάδα και 29% και 21% στην Ε.Ε. 27. Η μέση ηλικία των γυναικών μεταναστών σε αναπαραγωγική ηλικία (15-49 ετών) είναι 35,8 και 29,1 στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27 και 33,3 και 30,3 για τις γηγενείς αντίστοιχα. Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 60 ετών και άνω είναι 15% και 22% για τους μετανάστες στην Ελλάδα και την Ε.Ε. 27 και 29% και 26% για τους γηγενείς αντίστοιχα.

1 European Commission (2020). Report from the Commission to the European Parliament, the Council, the Economic and Social Committee and the Committee of the Regions on the Impact of Demographic Change. Brussels COM(2020) 241 Final. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020DC0241 Lutz W. (Ed.), (2019). Demographic Scenarios for the EU – Migration, Population and Education. European Commission: Publications Office, Luxembourg. doi:10.2760/590301.

2 Bagavos (2019). On the multifaceted impact of migration on the fertility of receiving countries: Methodological insights and contemporary evidence for Europe, the United States, and Australia. Demographic Research, 41(1): 1-36.

3 Eurostat database. Data on Population change [demo_gind] on Population by country of birth [migr_pop3ctb] on Births by country of birth of the mother [demo_facbc], on Deaths by country of birth [demo_macbc], on Immigration by country of birth [migr_imm3ctb] and on Emigration by country of birth [migr_emi4ctb].

* Ο Χρήστος Μπάγκαβος είναι καθηγητής Δημογραφίας (christosbagavos@gmail.com)

 topontiki

banner-article

Ροη ειδήσεων