Ορειβατική ομάδα Βέροιας "Τοτός" / Όλυμπος: 11 ώρες στο βουνό των θεών - Πριόνια, Καλόγερος, Άγιος Αντώνιος, Σπήλιος Αγαπητός, Πριόνια

------

«Μην εγκαταλείπεις ποτέ την προσπάθεια όταν αποφασίζεις να κάνεις κάτι. Οι άνθρωποι που έχουν όνειρα και αποφασιστικότητα είναι πιο ικανοί από αυτούς που μετράνε και ζυγίζουν κάθε τους ενέργεια.» ( Albert Einstein )

Περιγραφή-φωτογραφίες:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Σεπτέμβρης. Τελευταία Κυριακή του μήνα... Έξω το απόλυτο, ακόμη, σκοτάδι. Ο ουρανός ξάστερος.

Συγκεντρωθήκαμε, τα μέλη της Ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός», στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης για το δικό μας κυριακάτικο ραντεβού με τη φύση.

Στο ημερολόγιο έγραφε: 26-09-2021.

Ήμασταν, όλοι, συνεπείς στην ώρα που ορίσαμε και έτοιμοι να εγκαταλείψουμε για ένα 24ωρο τα «πρέπει» της άχαρης καθημερινότητα και να κάνουμε, ελεύθεροι πλέον ρυθμιστές του χρόνου μας, αυτό που αγαπάμε, αυτό που περιμένουμε να ζήσουμε την κάθε τελευταία μέρα της όλο «τρέξε», «κάνε», «δεν πρόλαβες», «γιατί;;!!»….βδομάδας.

Μέσα στη σιωπή της πόλης, που συνέχιζε να «χουχουλιάζει» στην αγκαλιά του…Μορφέα, τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας στο τζιπ και ξεκινήσαμε.

Τα ρολόγια εκείνη τη στιγμή δείχνανε: 05.30’ π.μ.

Ήταν η ώρα που αφήσαμε πίσω μας την πόλη που ακόμη κοιμόταν και με ένα «bye-bye» στην κουραστική καθημερινότητα ξεκινήσαμε για το «δικό μας» ήρεμο και ήσυχο «καταφύγιο» στα πάνω από 2.500 μέτρα υψόμετρο.

Η εικόνα της νυκτερινής Βέροιας φανταστική (φωτ. 1, του Sakis Triantafyllou).

Μπήκαμε στην Εγνατία Οδό με κατεύθυνση προς Κατερίνη Πιερίας.

Προορισμός μας το Λιτόχωρο και η οδική κατάληξη τα ‘‘Πριόνια’’ Ολύμπου.

Από τα 1.100 μέτρα υψόμετρα θα ξεκινούσαμε την κυριακάτική μας δραστηριότητα στο βουνό των θεών.

Τα ‘‘Πριόνια’’ θα ήταν το σημείο εκκίνησης για ένα ακόμη δικό μας στοίχημα. Το στοίχημα της κατάκτησης κορυφών.

Το πρόγραμμα της ορειβατικής μας εξόρμησης προέβλεπε: την «Ανάβαση στην κορυφή ‘‘Καλόγερος’’ (υψ. 2.701 μ.) ξεκινώντας από τα ‘‘Πριόνια’’.», με τη δυνατότητα κάποιων αλλαγών στον αρχικό σχεδιασμό, εάν φυσικά η τροποποίηση εκείνη θα ήταν εφικτή στην πραγματοποίησή της.

Όλα θα κρίνονταν από τις συνθήκες που θα συναντούσαμε στα ψηλά, από τον εναπομείναντα χρόνο που θα είχαμε στη διάθεσή μας  και τα αποθέματα δυνάμεών μας τη στιγμή της απόφασης (φωτ. 2).

Η κίνηση αυτοκινήτων στη σκοτεινή Εγνατία και την Εθνική: «Αθηνών-Θεσσαλονίκης» ελάχιστη.

Από τα παράθυρα δεν μπορούσαμε να δούμε τις γύρω περιοχές που περνούσαμε.

Για να «ξεγελάσουμε» τον άχαρο οδικό χρόνο και για να κρατήσουμε ξύπνιο τον οδηγό μιλούσαμε για διάφορα.

Έτσι, δεν καταλάβαμε για πότε φτάσαμε στο Λιτόχωρο, την ημιορεινή κωμόπολη του Νομού Πιερίας, που απλώνεται στη σκιά του γιγάντιου μαγευτικού ορεινού όγκου με θέα προς τον Θερμαϊκό Κόλπο.

Στο Λιτόχωρο ακολουθήσαμε τις ενδείξεις των πινακίδων και μπήκαμε στον ανηφορικό ασφαλτόδρομο που οδηγεί στη θέση «Πριόνια».

Άρχιζε να χαράζει και όλα γύρω άρχιζαν σιγά-σιγά να παίρνουν σχήμα, να ξεχωρίζουν.

Τα 18 χιλιόμετρα της διαδρομής με τα πολλά στροφηλίκια του δρόμου και με τις δεκάδες θέσεις «Θέας» και «Αναψυχής», δεν μάς κούρασαν.

Χαζεύαμε, μέσα από το πρώτο φως της μέρας, τις εικόνες που αντικρίζαμε στο οδικό πέρασμά μας και ξεχνιόμασταν.

Φτάσαμε στα «Πριόνια».

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 30 λεπτά οδήγησης και να διανύσουμε 115 χιλιόμετρα για να βρεθούμε από την Βέροια στο parking με τα εκατοντάδες αυτοκίνητα επισκεπτών–ορειβατών, που ήταν σταθμευμένα στο περιτριγυρισμένο από πανύψηλες δασωμένες πλαγιές του ορεινού όγκου ασφαλτοστρωμένο χώρο (φωτ. 3, παλαιότερη).

Υπήρχαν αυτοκίνητα και λεωφορεία με ελληνικές και ξένες πινακίδες που ήταν αφημένα σε όλο το μήκος των 550 μέτρων, από την είσοδο δηλαδή στο μοναδικό χωμάτινο κομμάτι του δρόμου μέχρι το parking.

«Τρυπώσαμε» το τζιπ σε ένα κενό που βρήκαμε και το παρκάραμε.

Ο ουρανός καθαρός.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου χρωμάτιζαν με κοκκινωπό χρώμα τους απότομους γυμνούς από βλάστηση βράχους, που ξεχώριζαν πάνω από τα πυκνά καταπράσινα ακόμη δάση.

Με την εικόνα αυτή και με την θερμοκρασία κοντά στους 15 βαθμούς Κελσίου αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την πολύωρη απαιτητική ανάβασή μας προς τις κορυφές της Ν-ΝΑ πλευράς του βουνού των θεών.

Στα σακίδια τα πλέον απαραίτητα.

Γνωρίζοντας ότι, σε όλη τη διαδρομή που θα πραγματοποιούσαμε δεν θα συναντούσαμε νερό πουθενά, πήραμε μαζί μας παραπάνω πλαστικά μπουκάλια τα οποία γεμίσαμε με το δροσερό τρεχούμενο νερό της πέτρινης βρύσης.

Έτσι, κάναμε κάπως βαρύτερα τα σακίδιά μας με τα επιπλέον απαραίτητα λίτρα που προσθέσαμε στο βάρος τους και τα φορτωθήκαμε στις πλάτες μας.

Ετοιμαστήκαμε.

Ενεργοποιήσαμε το GPS, ανοίξαμε τους ασυρμάτους, θέσαμε σε ετοιμότητα τις φωτογραφικές μας μηχανές και περιμέναμε το νεύμα του 84χρονου αρχηγού μας.

Δεν άργησε.

Με το: «Πάμε!!» του Τοτού, διαγράψαμε στη στιγμή όλες τις προηγούμενες σκέψεις, που νωρίτερα βάραιναν το μυαλό μας.

«Πετάξαμε» πίσω μας όλο το βάρος των προβλημάτων της καθημερινότητας και ελεύθεροι πλέον κατευθυνθήκαμε με θετική διάθεση προς το πιο καλοπατημένο, το πολυσύχναστο και με τα πολλά έργα διαμόρφωσης μονοπάτι του Ολύμπου.

Στην είσοδο του κλασικού αυτού μονοπατιού, που είναι τμήμα του Ευρωπαϊκού «Ε4», συναντήσαμε μία ομάδα νεαρών από τη Σερβία που μελετούσαν τον χάρτη της περιοχής (φωτ. 4).

Μπήκαμε στο σκοτεινό από πυκνή μεικτή βλάστηση φυτικό τούνελ και συνεχίσαμε την  πορεία μας.

Το μονοπάτι ανηφορικό από την αρχή του, ποικιλόμορφο, καλά δουλεμένο και με πολύ καλή σήμανση.

Είναι περπατημένο από εκατομμύρια πόδια επισκεπτών-ορειβατών και έχει περάσματα μέσα από περιοχές εναλλασσόμενης βλάστησης..

Η πλούσια μεικτή χλωρίδα, η οργιώδης γύρω βλάστηση, τα πανύψηλα δένδρα οξιάς και εκείνα του μαυρόπευκου, μάς άφηναν άφωνους στο αντίκρισμά τους.

Το δάκτυλο σε ετοιμότητα και τα «κλικ» της φωτογραφικής ασταμάτητα.

«Αιχμαλώτιζαν» την κάθε εικόνα του μαγευτικού τοπίου στον ελεύθερο χώρο της ψηφιακής μνήμης της μηχανής.

Η γεωμορφολογία του μονοπατιού εναλλασσόταν όσο ανεβαίναμε, το ίδιο και η γύρω βλάστηση (φωτ. από 5 έως και 10).

Το δάσος σιωπηλό. Παντού η απόλυτη ησυχία, φύλλο δεν κουνιόταν.

Σιωπούσαμε και εμείς, σεβόμενοι την…ξεκούραση…της φύσης που μάς «φιλοξενούσε».

Τα βήματά μας αργά και σταθερά, οι ανάσες βαθιές.

Μόνο η ματιά μας «έτρεχε» να «προλάβει» όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε μέσα σε ένα τοπίο όλο μυστήριο και γεμάτο μύθους.

Φτάσαμε στη θέση «Πηγαδούλι».

Χρειαστήκαμε 35 λεπτά ανηφορικής πορείας για να βρεθούμε από τα «Πριόνια» στα 1.360 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Στο σημείο υπάρχουν κιόσκι, πέτρινα παγκάκια και μία πετρόχτιστη βρύση.

Το τρεχούμενο δροσερό νερό απουσίαζε. Η πηγή είχε στερέψει από την παρατεταμένη ανομβρία των τελευταίων μηνών (φωτ. 11).

Δεν σταματήσαμε. Συνεχίσαμε ακολουθώντας το Ευρωπαϊκό μονοπάτι «Ε4».

Χρειαστήκαμε λιγότερα από 5 λεπτά πορείας για να φτάσουμε από το «Πηγαδούλι» στο σημείο με τις κίτρινες κατατοπιστικές πινακίδες.

Στη θέση εκείνη συναντήσαμε ένα άλλο μονοπάτι, στα αριστερά μας όπως ανεβαίναμε, που οδηγούσε στο: «Μαυρόλογγο – Λιβαδάκι», σύμφωνα με την ένδειξη της πινακίδας-βέλος.

Εγκαταλείψαμε το μονοπάτι «Ε4» και ακολουθήσαμε εκείνο, το κατηφορικό, με κατεύθυνση προς το καταπράσινο Ρέμα του «Μαυρόλογγου» (φωτ. 12).

Η πορεία μας μέσα στη ρεματιά και μέχρι την άνυδρη κοίτη της κατηφορική.

Η διαδρομή μαγευτική.

Ακολουθούσαμε πλέον τα κόκκινα, μέσα σε λευκό πλαίσιο, σημάδια της σήμανσης του μονοπατιού, που τα παλιά χρόνια χρησίμευε σαν πέρασμα κτηνοτρόφων.

Περνούσαμε μέσα από πυκνή βλάστηση εναλλασσόμενης χλωρίδας. Οξιές, λογής-λογής δένδρα, θάμνοι, πυξάρια κ.α.

Τα συναισθήματα ανάμεικτα.

Οι εικόνες αμέτρητες, που δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια.

Περάσαμε μέσα από σκοτεινά «τούνελ» που σχημάτιζαν τα χαμηλόκορμα δένδρα με τα πράσινα ακόμη φυλλώματά τους και πατούσαμε το χρυσοκίτρινου χρωματισμού χαλί από πεσμένα ξερά φύλλα (φωτ. 13, 14).

Φτάνοντας στην άνυδρη κοίτη της ρεματιάς φάνηκαν, από το άνοιγμα, κάποιες κορυφές του γιγάντιου ορεινού όγκου (φωτ. 15, παλαιότερη).

Αφήσαμε την κοίτη και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά με τη μεγάλη κλίση.

Τα φυλλοβόλα δένδρα άρχισαν να δίνουν χώρο στο μαυρόπευκο και το έλατο.

Ανηφορίζοντας περάσαμε και από ένα κομμάτι της διαδρομής που το επισκέπτονται τακτικά τα αγριογούρουνα.

Τη προτίμησή τους στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή την μαρτυρούσαν το φρεσκοσκαμμένο χώμα και οι παραμερισμένες σκόρπιες πέτρες διάφορων μεγεθών (φωτ. από 16 έως και 20).

Συνεχίζαμε. Μπήκαμε στο βασίλειο του μαυρόπευκου.

Εδώ κυριαρχούσε το μεγαλόσωμο και παράξενου σχηματισμού μαύρο πεύκο, που «τεντωνόταν» σε ύψος προσπαθώντας να  «ακουμπήσει» τον…ουρανό.

Και νάτο !!

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 35 λεπτά πορείας για να φτάσουμε από τα «Πριόνια» στα 1.750 μέτρα υψόμετρο της ράχης.

Βρεθήκαμε στο μοναδικό ξέφωτο της διαδρομής, που ξεχωρίζει μέσα από το πυκνό δάσος μαυρόπευκου (φωτ. 23).

Ο ουρανός καθαρός, η μέρα καταπληκτική. Η θέα από ψηλά φανταστική

Φάνηκαν οι απέναντι ψηλότερες κορυφές του Ολύμπου και κοιτάζοντας προς το ψηλότερο σημείο του ξέφωτου που θα ανεβαίναμε, διακρίναμε ένα τμήμα της κορυφογραμμής του ‘‘Καλόγερου’’ (φωτ. 24).

Ολιγόλεπτη στάση, η πρώτη από την αρχή της πορείας. Ικανοποιήσαμε τη δίψα μας με το δροσερό νεράκι των παγουριών.

Μπάρες δημητριακών και καραμέλες το menu μας στα 1.750 μέτρα υψόμετρο για την πολύ δύσκολη συνέχεια.

Φωτογραφίες και αφού ρίξαμε τη τελευταία μας ματιά στο γύρω τοπίο, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε για πιο ψηλά.

Μπροστά ο 84χρονος αρχηγός και εγώ τελευταίος, η «σκούπα» όπως λέμε στην ομάδα μας.

Στο μικρό χορτολίβαδο που εγκαταλείπαμε διακλαδίζονται, στο χαμηλότερο σημείο του, μονοπάτια με διαφορετικούς το καθένα προορισμούς.

Εάν συνεχίζαμε το κλασικό που ανηφορίσαμε από τα ‘‘Πριόνια’’ θα καταλήγαμε στα 2.100 μέτρα υψόμετρο με τοπωνύμιο ‘‘Λιβαδάκι’’.

Εμείς, αφού πήραμε βαθιές ανάσες, «πατήσαμε» τα κουμπιά: «κουράγιο», «επιμονή», «αντοχή»…ακολουθήσαμε το άλλο.

Ανηφορίσαμε δηλαδή εκείνο που απαιτούσε σωματικό κουράγιο, πείσμα ψυχής, δύναμη στα πόδια και οδηγούσε: στην κορυφογραμμή ‘‘Καλόγερου’’ –που ήταν και ο προορισμός μας-, στον ‘‘Αγ. Αντώνιο’’ και στο καταφύγιο ‘‘Σπ. Αγαπητός’’ (‘‘Ζολώτα’’) ακολουθώντας άλλες διαδρομές [φωτ. 25].

Στα αριστερά μας, όπως ανεβαίναμε, βλέπαμε το ‘‘Ρέμα Μελτζάνη’’ και στα δεξιά εκείνο που περάσαμε, το Ρέμα του ‘‘Μαυρόλογγου’’.

Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο του ξέφωτου βρεθήκαμε στο σημείο που το μονοπάτι χωριζόταν στα δύο.

Ακολουθήσαμε εκείνο, στα δεξιά, που οδηγούσε στον «Καλόγερο» (φωτ. 26, 27).

Το άλλο, στα αριστερά, οδηγούσε στη θέση «Λιβαδάκι» με το μικρό πέτρινο καταφύγιο ανάγκης που υπάρχει εκεί.

Ακολουθώντας κανείς τη διαδρομή στα αριστερά θα περνούσε υποχρεωτικά από κάποια περάσματα διαφορετικά από εκείνα του κλασικού μονοπατιού που είχαμε αφήσει στο χαμηλότερο σημείο του ξέφωτου.

Εγκαταλείποντας το μικρό χορτολίβαδο και μπαίνοντας στο πυκνό δάσος μαυρόπευκου ήμασταν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε όλα τα δύσκολα.

Η κλίση της ράχης, η γεωμορφολογία του μονοπατιού, το «σκαρφάλωμα» απότομων βράχων, το πέρασμα από σαθρά μακρινάρια της διαδρομής, η μεγάλη θετική υψομετρική διαφορά κ.α. ήταν η πρόκληση την οποία εμείς έπρεπε να…αντιμετωπίσουμε και να τη νικήσουμε..

Συνεχίζαμε. Προχωρούσαμε με εφόδια τις δυνάμεις μας και τις αντοχές μας.

Ακολουθούσαμε τα κόκκινα πλέον σημάδια της σήμανσης του μονοπατιού.

Ανεβαίνοντας περάσαμε μέσα από δάση πανύψηλων πεύκων, στη συνέχεια από ελατοδάση και τέλος από κάποια τμήματα με ακέφαλα υπερμεγέθη κωνοφόρα, τα λεγόμενα ρόμπολα.

Εικόνες διαφορετικές σε κάθε μας βήμα.

Το κάθε κομμάτι της διαδρομής με τη μαγεία του και με τη δική του ιδιαίτερη και ξεχωριστή ομορφιά.

Συναντήσαμε και κορμούς βιολογικά νεκρών κωνοφόρων, που άλλοι στέκονταν ακόμη όρθιοι και κάποιοι άλλοι πεσμένοι στο έδαφος, να περιμένουν τον αφανισμό τους αφημένοι στον φθοροποιό χρόνο (φωτ. από 28 έως και 33).

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής εγκαταλείψαμε το μονοπάτι που ακολουθούσαμε και μπήκαμε σε άλλο που ανηφόριζε στα αριστερά μας.

Στο σημείο εκείνο τα γραμμένα στον κορμό ενός μαυρόπευκου δύο κεφαλαία κόκκινα γράμματα: «ΚΑ», ενημέρωναν την ύπαρξη του μονοπατιού αυτού και προειδοποιούσαν όσους σκόπευαν να βρεθούν στην κορυφογραμμή του ‘‘ΚΑλόγερου’’ να το ακολουθήσουν.

Αυτό κάναμε και εμείς, το ακολουθήσαμε (φωτ. 34, 35, 36).

Ήταν ακόμη πιο απαιτητικό.

Η γεωμορφολογία του άρχιζε να γίνεται πετρώδης και με μεγάλη κλίση.

Η σήμανση του μονοπατιού στο κομμάτι εκείνο είναι ελλιπής. Ήθελε ψάξιμο και παρατηρητικότητα.

Έβλεπες κάπου- κάπου κάποια ξεθωριασμένα σημάδια ανεβαίνοντας. Κατεβαίνοντας όμως;;; Τίποτα !!!

Φτάσαμε στο κάπως απότομο σαθρό βράχο που έπρεπε να τον «σκαρφαλώσουμε» υποχρεωτικά σαν τα…αγριοκάτσικα.

Τον ανεβήκαμε με προσεκτικές κινήσεις και σταθερά πατήματα.

Μία απροσεξία ή χαλάρωση δευτερολέπτων θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον ανεπιθύμητο τραυματισμό (φωτ. 37).

Το δάσος άρχιζε να αραιώνει. Κοντεύαμε στα 2.100 μέτρα υψόμετρο.

Μπαίναμε στην Αλπική ζώνη με τη δενδρώδη βλάστη απούσα και το γκριζωπό των βράχων να αρχίζει να κυριαρχεί στο όλο γύρω τοπίο (φωτ. 38, 39, 40).

Στα 2.400 περίπου μέτρα υψόμετρο της ράχης του ‘‘Προκαλόγερου’’ αποφασίσαμε να κάνουμε μία στάση και να σκεφτούμε για τη συνέχεια μετά από μια κοπιαστική συνεχή ανηφορική πορεία διάρκειας τριών ωρών και 25 λεπτών από τα ‘‘Πριόνια’’ (φωτ. 41).

Από δω και πέρα ξεκινούσε η πιο απαιτητική και η τελευταία πιο δύσκολη ανηφόρα για την κορυφή ‘‘Καλόγερος’’.

Η ράχη με πολύ μεγάλη κλίση, βραχώδης, σαθρή και η τελευταία σάρα της πλαγιάς δυσκολεύει κατά πολύ την ανάβασή της.

Θέλαμε μία περίπου ώρα απαιτητικής ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε στον «Προκαλόγερο».

Συζητήσαμε, «υπολογίσαμε» τα αποθέματα δύναμης, «μετρήσαμε» τις αντοχές μας, είδαμε ότι ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας αρκετός και ότι ο καιρός ήταν ο καλύτερος για μια μεγαλύτερη συνέχεια, και καταλήξαμε στην τροποποίηση του προγράμματός μας.

Αποφασίσαμε, δηλαδή, να συνεχίσουμε για την κορυφή ‘‘Άγιος Αντώνιος’’ και στη συνέχειά του να κατηφορίσουμε για τα ‘‘Πριόνια’’ περνώντας από το καταφύγιο του «Σπ. Αγαπητού» (‘‘Ζολώτα’’).

Ο λόγος που «βάραινε» περισσότερο στο να  καταλήξουμε στην τελική μας αυτή απόφαση ήταν, το χάσιμο χρόνου με την ανάβασή μας στον ‘‘Καλόγερο’’ (υψ. 2.701 μ), την κορυφή δηλαδή που είχαμε επισκεφτεί πρόσφατα ερχόμενοι από το ‘‘Λιβαδάκι’’ και ακολουθώντας την αντίθετη ακριβώς διαδρομή.

Αφού ξεκουραστήκαμε, μαζέψαμε τα…απλωμένα «προικιά» μας και σηκωθήκαμε να ξεκινήσουμε για το 2ο κομμάτι του τολμήματός μας.

Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας, «περπατήσαμε» με τη ματιά τη διαδρομή που καταλήξαμε να κάνουμε και ξεκινήσαμε (φωτ. 42).

Η πορεία κατηφορική, αλλά προσεκτική λόγω του σαθρού της πλαγιάς.

Μονοπάτι δεν υπήρχε, σημάδια σήμανσης απουσίαζαν. Στο GPS δεν είχε καμία καταγεγραμμένη διαδρομή στο σημείο εκείνο που βρισκόμασταν.

Κατεβαίναμε χαράζοντας ένα «δικό μας», που το «κατέγραφαν» οι δορυφόροι στον πλοηγό μας «παρακολουθώντας» την πορεία μας βήμα-βήμα.

Παντού πέτρες και βράχοι.

Κάποια χαμηλόκορμα κωνοφόρα ξεχώριζαν σκορπισμένα και κάνανε τη διαφορά στο όλο πετρώδες τοπίο.

Το σκηνικό, γενικά, αδιάφορο.

Εμείς συνεχίζαμε ανεβοκατεβαίνοντας λοφίσκους (φωτ. 43, 44).

Στα αριστερά μας άρχιζαν να ξεπροβάλλουν οι μυτερές κορυφές με τα πάνω από 2.600 μέτρα υψόμετρο και στα δεξιά μας βλέπαμε το ξεκίνημα της ρεματιάς ‘‘Μαυρόλογγος’’.

Όσο προχωρούσαμε τόσο τα δένδρα και οι θάμνοι άρχιζαν να…εξαφανίζονται.

Σε όλο εκείνο το άχαρο σκηνικό για να κάνουμε τη διαδρομή μας κάπως ενδιαφέρουσα αφήσαμε την φαντασία μας να «οργιάσει» και να «δημιουργήσει»…κινηματογραφικές εικόνες πιο ευχάριστες.

«Οργίαζε» λοιπόν και «σκηνοθετούσε» υποτιθέμενες σκηνές για ταινία.

Το γυμνό από ψηλή βλάστηση τοπίο θύμιζε…έρημο και οι μυτερές κορυφές…τις «πυραμίδες» της.

Και εμείς φορτωμένοι με τα σακίδια το…κομβόϊ…να τη διασχίζει και να τις προσπερνά.

Η κάθε μία με την ονομασία της: ‘‘Φράγκου Αλώνι’’ (υψ. 2.677 μ.), ‘‘Μεταμόρφωση’’ (υψ. 2.622 μ.), ‘‘Κακαβράκας’’ (υψ. 2.619 μ.).

Και πέρα, μπροστά μας, η ψηλότερη «πυραμίδα» του προορισμού μας: ο ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ (υψ. 2.815 μ.) [φωτ. 45].

Κοντεύαμε στο απέραντο ορεινό χορτολίβαδο που απλώνεται μεταξύ των τοπωνυμιών ‘‘Αναβρυκό’’ και ‘‘Μπάρα’’.

Διακρίναμε πέρα στο βάθος κάποια αγριοκάτσικα του Ολύμπου.

Δεν έχουν αντιληφθεί την παρουσία μας και έβοσκαν αμέριμνα.

Αυτά δεν είναι συνηθισμένα στην ανθρώπινη παρουσία, όπως εκείνα του ‘‘Οροπέδιου Μουσών’’, και απομακρύνονται τρέχοντας μόλις δουν άνθρωπο να έρχεται από μακριά (φωτ. 46).

Επιτέλους !!! Πατήσαμε χορταράκι.

Ήμασταν έτοιμοι να κουτρουβαλιαστούμε και να απλώσουμε τα καταπονημένα κορμιά μας στο…μαλακό του εδάφους.

Μετά την κυκλική κατεβασιά μας, συναντήσαμε επιτέλους και τα σημάδια της πυκνής, στο σημείο εκείνο, σήμανσης μονοπατιού.

Κοιτάζοντας στα δεξιά μας, βλέπαμε τον χαώδη μαγευτικό ‘‘Μαυρόλογγο’’, λίγο πιο πέρα το Λιτόχωρο, ένα τμήμα του κάμπου της Κατερίνης, τα παράλιά της Πιερίας, τον ‘‘Θερμαϊκό Κόλπο’’ και ακόμη πιο πέρα, στο βάθος, μόλις που διακρινόταν το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής.

Μπροστά μας ορθωνόταν η πλαγιά της κορυφής ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ (φωτ. 47, 48).

Αφήσαμε το μαλακό του χορτολίβαδου και αρχίσαμε την ανάβαση.

Από τα 2.500 περίπου μέτρα υψόμετρο ρίξαμε μια ματιά προς τα πίσω και την αφήσαμε να ‘‘περπατήσει’’ την διαδρομή που κάναμε βγαίνοντας από τον ‘‘Μαυρόλογγο’’ μέχρι τη θέση που βρισκόμασταν και είπαμε ένα «μπράβο!!!» στις αντοχές μας (φωτ. 49).

Άρχιζαν και πάλη τα δύσκολα.

Η κλίση μεγάλη, η πλαγιά πετρώδης και σαθρή.

Παρ’ όλη την κόπωση της πολύωρης προηγούμενης ανάβασης αντέχαμε και προσέχαμε.

Προσέχαμε το κάθε πάτημά μας για να αποφύγουμε τον ανεπιθύμητο τραυματισμό.

Ανεβαίναμε.

Από ένα σημείο της ανάβασης μπορέσαμε να δούμε τον κάμπο της Ελασσόνας, τις εγκαταστάσεις του Κέντρου Εκπαίδευσης των ειδικών δυνάμεων του Στρατού και την εύκολη διαδρομή για τον ‘‘Αγ. Αντώνιο’’ ανεβαίνοντας από το ‘‘ΚΕΟΑΧ’’ (Βρυσοπούλες) [φωτ. 50, 51, 52].

Συναντήσαμε και τους πρώτους ορειβάτες σε όλη τη διαδρομή μας από τον ‘‘Μαυρόλογγο’’ μέχρι τα 2.700 μέτρα υψόμετρο.

Και νάτο!!!

Το κτίσμα του ‘‘Μετεωρολογικού Σταθμού Ολύμπου’’ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που έχει κτιστή στην κορυφή.

Κοντεύαμε.

Θέλαμε λίγο ακόμη για να φτάσουμε στα 2.816 μέτρα υψόμετρο (φωτ. 53).

Επιτέλους φτάσαμε.

Χρειαστήκαμε δύο ώρες και 50 λεπτά πορείας από τα 2.400 μέτρα υψόμετρο της ράχης του ‘‘Προκαλόγερου’’ για να βρεθούμε στην κορυφή ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ και συνολικό χρόνο συνεχούς απαιτητικής ανάβασης από τα ‘‘Πριόνια’’…6,5 ώρες.

Επιφωνήματα χαράς, ικανοποίησης (φωτ. 54, 55, 56).

Το τολμήσαμε, το πιστέψαμε, είχαμε σιγουριά στις ικανότητές μας, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, επιμονή στην προσπάθειά μας και τα καταφέραμε. Καταφέραμε να ικανοποιήσουμε τα «θέλω» μας.

«Ανεβήκαμε στην κορυφή για να δούμε τον Κόσμο και όχι για να μας δει ο…κόσμος.»

Τα συναισθήματα ανάμεικτα.

Έφτασε η στιγμή να…«γιορτάσουμε» το κατόρθωμά μας.

«Στρώσαμε» το…κυριακάτικο τραπέζι μας…και καθίσαμε να απολαύσουμε το κολατσιό μας με θέα τις απέναντι ψηλότερες κορυφής του βουνού των θεών.

Και κάτω από τα πόδια μας η μαγευτική απεραντοσύνη του ορεινού όγκου, ένα τμήμα του κάμπου της Πιερίας, τα παράλια του Νομού και το γαλάζιο του ‘‘Θερμαϊκού’’ (φωτ. 57, 58).

Στις απέναντι κορυφές διακρίναμε πολύχρωμες κινούμενες κουκκίδες.

Ήταν ορειβάτες και περιπατητές-επισκέπτες που μετακινιούνταν στα 2.885 μέτρα υψόμετρο της κορυφής «Σκάλα» και 2.905 μέτρα υψόμετρο της κορυφής «Σκολιό».

Τα 40 λεπτά ξεκούρασης μας φάνηκαν υπεραρκετά.

Είχαμε πολύ δρόμο ακόμη να κάνουμε για να επιστρέψουμε στα ‘‘Πριόνια’’ και τα λεπτά τις ώρας τρέχανε.

Έχοντας τα παραπάνω υπ’ όψη μας, αποφασίσαμε να πάρουμε το μονοπάτι της επιστροφής.

Μαζέψαμε το…κυριακάτικο τραπέζι μας και συμμαζέψαμε τα απλωμένα…υπάρχοντά μας.

Ξαναφορτωθήκαμε τα κάπως ελαφρύτερα αυτή τη φορά σακίδια, ρίξαμε μια τελευταία ματιά στο γύρω τοπίο από τα ψηλά και με το νεύμα του αρχηγού ξεκινήσαμε.

Ακολουθήσαμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο ‘‘Σκολιό’’, με σκοπό να το εγκαταλείψουμε στην πρώτη διασταύρωση που θα συναντούσαμε για να συνεχίσουμε την πορεία μας ακολουθώντας το άλλο στα δεξιά μας.

Στη διασταύρωση του μονοπατιού μας με το ‘‘Ο2’’, που κατηφόριζε από την κορυφή ‘‘Σκολιό’’ και συνέχιζε με κατεύθυνση προς ‘‘ΚΕΟΑΧ’’ για να τερματίσει τελικά κάπου κοντά στο τοπωνύμιο ‘‘Χαρβαλόβρυση’’ Καρυάς, το εγκαταλείψαμε και ακολουθήσαμε το κατηφορικό στα δεξιά μας (φωτ. 59).

Το μονοπάτι κατηφορικό, βατό, χωρίς απαιτητικά σημεία. Η σήμανση ελλιπής, δεν χρειαζόταν εξ’ άλλου. Βλέπαμε προς τα που έπρεπε να πάμε.

Δεν αργήσαμε να συναντήσουμε τους πέτρινους «κούκους», στήλες δηλαδή από τοποθετημένες πέτρες τη μία πάνω στην άλλη από ανθρώπινο χέρι. Ήταν τα σημάδια της σήμανσης του κλασικού μονοπατιού που κατηφόριζε από τη ράχη του ‘‘Αγ. Αντωνίου’’ και συνέχιζε για το τοπωνύμιο ‘‘Σταυροϊτιές’’.

Περάσαμε δίπλα από ένα βαθύ βάραθρο και συνεχίσαμε (φωτ. 60).

Ακολουθώντας τους «κούκους» δεν αργήσαμε να φτάσουμε στο σημείο με την απότομη σαθρή πλαγιά με το τοπωνύμιο «Σταυροϊτιές».

Έπρεπε να την κατεβούμε.

Η θέα από το σημείο καταπληκτική, αλλά έπρεπε να είχαμε το νου μας στραμμένο στα πατήματά μας.

Οι πέτρες μετακινούμενες και η κάθε χαλάρωση θα μπορούσε να γίνει αιτία ενός σοβαρού τραυματισμού.  Από μια απροσεξία θα μπορούσες να βρεθείς από τα 2.600 περίπου μέτρα υψόμετρο στα 2.500 με την σχεδόν κάθετη πτώση.

Η πορεία στο πετρώδες σαθρό…«ζιγκ-ζαγκ».

Το μονοπάτι ευδιάκριτο και με πολύ καλή σήμανση (φωτ. 61, 62, 63).

Κατεβαίναμε.

Φτάσαμε στη βάση της πλαγιάς αυτής και ακολουθήσαμε το μονοπάτι μέχρι να συναντήσουμε εκείνο που κατηφόριζε από τις κορυφές και στη συνέχειά του κατέληγε στο Ευρωπαϊκό «Ε4» (φωτ. 64, 65).

Κοιτάξαμε προς την απέναντι πλαγιά του ‘‘Μαυρόλογγου’’ και «τρέξαμε» με τη ματιά μας το τμήμα της διαδρομής που κάναμε κάποιες ώρες νωρίτερα στην περιοχή εκείνη (φωτ. 66).

Δεν αργήσαμε να συναντήσουμε το Ευρωπαϊκό μονοπάτι «Ε4».

Το ακολουθήσαμε.

Οι μετακινούμενες πολύχρωμες κουκκίδες που διακρίναμε από τα 2.816 μέτρα υψόμετρο άρχιζαν να παίρνουν σχήμα και μορφή.

Στο πρώτο πέτρινο παγκάκι που συναντήσαμε χαιρετήσαμε τους νεαρούς γερμανούς περιπατητές που χαίρονταν από τα 2.400 μέτρα υψόμετρο τη θέα που απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους (φωτ. 67, 68, 69).

Συνεχίζαμε.

Ακολουθούσαμε την κατηφοριά του «Ε4», του κλασικού δηλαδή μονοπατιού. Εκείνου, του πολυσύχναστου, του πολυπερπατημένου, του πολύ καλά δουλεμένου με τα παγκάκια του και τις αμέτρητες θέσεις «Θέας».

Κάποια στιγμή είδα μία νεαρή που ήταν καθισμένη στην άκρη του μονοπατιού και έναν ορειβάτη δίπλα της να μιλάει στον ασύρματο.

Θεώρησα ότι θα κουράστηκε και ο συνοδός ενημέρωνε την ομάδα τους.

Τους προσπέρασα.

Λίγο πιο κάτω, όμως, συνάντησα δύο άτομα που ανέβαιναν κουβαλώντας ένα φορείο.

Συντόνισα τον ασύρματό μου στα «146.500 MHz» (συχνότητα της ‘‘Ομάδας Διάσωσης’’) και από τη συζήτηση που άκουσα έμαθα ότι η κοπέλα είχε τραυματιστεί σοβαρά στο πόδι.

Κρίμα που δεν το είχα καταλάβει για να μπορούσα να προσφέρω τις πρώτες βοήθειες χρησιμοποιώντας κάποια υλικά του φαρμακείου που κουβαλάω μαζί μου.

Όταν τους πλησίασα όλα δείχνανε φυσιολογικά και η κοπέλα έδειχνε σαν να ήταν απλά κουρασμένη.

Στεναχωρήθηκα όταν το έμαθα.

Κατηφορίζαμε.

Από ένα σημείο της κατηφορικής διαδρομής καταφέραμε να δούμε το καταφύγιο του ‘‘Σπήλιου Αγαπητού’’ (‘‘Ζολώτα’’) [φωτ. 70].

Στο μονοπάτι ο κόσμος πολύς, που ανεβοκατέβαινε.

Συνεχίζαμε (φωτ. 71, 72).

Κάποια στιγμή φτάσαμε στα 2.100 μέτρα υψόμετρο.

Στο καταφύγιο πολυκοσμία, ένα πραγματικό πανηγύρι.

Καθίσαμε να ξεκουραστούμε και να απαλλαγούμε από τα ιδρωμένα ρούχα.

Στο πετρόχτιστο πλάτωμα του καταφυγίου ο κόσμος πηγαινοερχόταν.

Άτομα διάφορων εθνικοτήτων και ηλικιών. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία ήταν ο 84χρονος αρχηγός μας. Είδαμε και παιδιά με τους γονείς τους (φωτ. 73).

Αφού ξεκουραστήκαμε, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε.

Εικόνες που αντικρίζαμε στη διαδρομή μας γνώριμες, τις είχαμε δει πάμπολλες φορές επισκεπτόμενοι τακτικά το βουνό.

Τις έκαναν, όμως, να φαίνονται κάπως διαφορετικές η γωνία φωτισμού και τα σημάδια του φθοροποιού χρόνου.

Κατεβαίνοντας συναντήσαμε και άνδρες της ΕΜΑΚ, πάνω από 10, που κουβαλώντας διάφορους εξοπλισμούς ανέβαιναν να παραλάβουν την τραυματία (φωτ. 74).

Φτάσαμε στα «Πριόνια».

Χρειαστήκαμε τρεις ώρες και 15 λεπτά πορείας για να βρεθούμε από την κορυφή ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ (υψ. 2.816 μ.) στα 1.100 μέτρα υψόμετρο του parking με τον πολύ κόσμο, τα αμέτρητα αυτοκίνητα επισκεπτών και εκείνα της ΕΜΑΚ.

Φτάνοντας στο αυτοκίνητο τερματιζόταν η πολύωρη, η κοπιαστική δραστηριότητά μας στο βουνό των θεών.

Άλλη μία Κυριακάτικη ορειβατική εξόρμησή μας έφτασε στο τέλος της με επιτυχία.

Άλλη μία εμπειρία προστέθηκε στο «ορειβατικό βιογραφικό» του καθένα μας.

Αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή.

Σε όλο το χρονικό διάστημα της ετοιμασίας μας αναχώρησης αναπολήσαμε όλα εκείνα που βιώσαμε κατά τη διάρκεια της ενδεκάωρης απαιτητικής πορείας μας στον ορεινό όγκο.

Το τολμήσαμε, το προσπαθήσαμε, επιμείναμε στην ολοκλήρωση του σκοπού και με τη σιγουριά των δυνάμεών μας και των αντοχών μας…τα καταφέραμε.

Φύγαμε από τα «Πριόνια» Ολύμπου με αμέτρητες εικόνες που είχαν «αιχμαλωτιστεί» στη μνήμη της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής και με το πλούσιο υλικό για δημοσίευση της εμπειρίας μας στο «μπλοκάκι-σημειωματάριο» του μυαλού μου.

«Βγαίνοντας από μία μεγάλη δοκιμασία…ίσως γίνεσαι πιο δυνατός, ίσως πιο σοφός, ίσως πιο ώριμος…Ποτέ, όμως, δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν πριν!» (Άγνωστος)

Απολογισμός :

Διαδρομή: «Πριόνια» Ολύμπου (υψ. 1.100 μ.)–«Ε4»-«Ρέμα Μαυρόλογγος»-ξέφωτο- μονοπάτι

για «Κολόγερο»- στάση στα 2.400 μέτρα υψόμετρο της ράχης του «ΠροΚαλόγερου»-

κατεβασιά στα 2.100 -κορυφή «Αγ. Αντώνιος» (υψ. 2.816 μ.)-θέση «Σταυροϊτιές»-«Ε4»- -καταφύγιο Α΄ «Σπ. Αγαπητός» (υψ. 2.100 μ.)-«Ε4»-«Πριόνια»

Υψομετρική  διαφορά : 2.050 μέτρα (με τα ανεβοκατεβάσματα)

Απόσταση: 23 χλμ.

Χρόνος :     11 ώρες και 10 λεπτά  ( συνολικός χρόνος )

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 107 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

Ειδήσεις με Διάρκεια