Απόψεις

Ελισάβετ Τάρη «Αντίο Τζένη»

«Αντίο Τζένη»

Ελισάβετ Τάρη

Το τελευταίο μήνυμα που έστειλα στην Τζένη  ήταν οι  ευχές μου για το Πάσχα. Μετά από μια εβδομάδα έμαθα τα νέα από τη Μαριάνθη, την αδερφή της: «Η Τζένη μας άφησε για την γειτονιά των αγγέλων», μου είπε.

Δεν περιγράφονται με λόγια τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής. Έχασα μια πολύ αγαπημένη φίλη που έδινε γενναία μάχη με τον καρκίνο εδώ και δύο χρόνια.  Ένα «γιατί» στα χείλη, ένα μούδιασμα στο σώμα κι ένα κενό στην καρδιά, ήταν η αντίδραση στο άκουσμα της είδησης. Αισθάνθηκα ν’ ακούω την ανάσα μου και τους χτύπους της καρδιάς. Είναι αυτές οι ώρες που δε θέλεις να πιστέψεις τίποτα.

Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια και προσπάθησα να τη φέρω στη μνήμη μου, όπως την είδα στην  τελευταία μας συνάντηση. Μα στο νου μου ερχόταν  η εφηβική της εικόνα. Και οι αναμνήσεις άρχισαν να ξετυλίγονται η μία μετά την άλλη, σαν  ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες…

Εγώ και η Τζένη δεκατριών χρόνων,  στην Α΄Γυμνασίου στο Α΄Θηλέων Θεσσαλονίκης. Μπλε ποδιές με άσπρα γιακαδάκια και στο στήθος κεντημένο ανάγλυφα το «Α». Στο κεφάλι μας, κορδέλες σε άσπρο και μπλε, μη τυχόν και φύγουν τσουλούφια απ’ τα μαλλιά και πάρουμε αποβολή από τον αυστηρό Γυμνασιάρχη.  Στα πόδια μας, κάλτσες λευκές ως το γόνατο και στα χείλη ζωγραφισμένα τα χαμόγελα της αθωότητας μιας ηλικίας που μόνο ονειρεύεται.

Ο νους μου ταξίδεψε στην Τάξη, με την Τζένη να κάθεται στο θρανίο πίσω από μένα. Πάντα σκυμμένη, σαν να κρυβόταν από κάτι. Ήταν από κείνες τις «αόρατες» μαθήτριες. Δεν ήθελε να προβάλλεται, δε σήκωνε το  χέρι για να πει τη γνώμη της, αν και  πάντα ήταν διαβασμένη. Θυμήθηκα και την αγαπημένη μας φιλόλογο, την κα Καίτη, που κάποτε μας είπε με συγκίνηση πως αν μπορούσε να είχε δύο κόρες, αυτές θα ήμασταν εγώ και η Τζένη.  Ζήλεψαν θυμάμαι οι συμμαθήτριές μας, αλλά από κείνη τη στιγμή εμείς νιώσαμε σαν αδερφές.

Κι αργότερα, δεκαπεντάχρονα  κορίτσια πια στην Περαία, να κάνουμε τις καλοκαιρινές μας διακοπές  με ατέλειωτα παιχνίδια στη θάλασσα και βόλτες απογευματινές με τα ποδήλατα. Και η Τζένη, πάντα αθόρυβη και πάντα μ’ εκείνο το παιδικό χαμόγελο, λες και κουβαλούσε πάνω της όλη την ομορφιά απ’ τους Απρίληδες και τους Μάηδες.

Δύο χρόνια μετά, δεκαεπτάχρονες κοπέλες, θυμάμαι πως είχαμε στηθεί φιλάρεσκα για μια φωτογράφιση στην άκρη στη θάλασσα,  με τα μαλλιά μακριά  και τις σκέψεις να βγάζουνε φτερά για τα σύννεφα.  Μια κοριτσοπαρέα ήμασταν, που με κοχύλια  φτιάχναμε βραχιόλια και ονειρεύομασταν έρωτες και ιστορίες αγάπης.

Στα δεκαοκτώ μας, μετά, όλες οι συμμαθήτριες μαζεμένες για την αναμνηστική φωτογραφία της αποφοίτησης μαζί με όλους τους καθηγητές της Στ΄ Γυμνασίου. Θυμήθηκα τα λόγια της Τζένης… «Βέτα, θα ήθελα να πάγωνε ο χρόνος αυτή την στιγμή. Ποιος ξέρει τι θα μας φέρει η ζωή, αν θα είμαστε ευτυχισμένες…πού θα βρεθούμε…» Πόσο δίκιο είχε τελικά!

Μετά το σχολείο, ακολουθήσαμε διαφορετικούς δρόμους. Εγώ πέρασα στο Πανεπιστήμιο, ενώ η Τζένη επέλεξε να δουλέψει σε μια μεγάλη εταιρία. Και τα χρόνια πέταξαν σαν χελιδόνια. Πήραν μαζί τους καλοκαίρια ξένοιαστα και όνειρα ζωγραφισμένα στην άμμο. Πήραν και τη Τζένη, που αφού παντρεύτηκε έφυγε για την Ελβετία.

Η απόσταση μας έκανε να χανόμαστε για μήνες ολόκληρους. Καμιά φορά και για χρόνια. Μα όταν βρισκόμασταν για καφέ στην Αριστοτέλους ή για μια βόλτα στην παραλία,  ήμασταν και πάλι εκείνες, οι δυο έφηβες συμμαθήτριες με σταματημένους τους δείκτες του χρόνου.

«Θα πετάξω σαν πουλί πάνω από βουνά, δάση και θάλασσες …» ήταν οι τελευταίες της λέξεις, όπως μου είπε η αδερφή της.  Τη σκέφτομαι να κοιτάζει  έξω απ’ το παράθυρο της κλινικής τον συννεφιασμένο ουρανό της Ελβετίας, αλλά με τα φτερά της ψυχής της να πετάει ψηλά στον γαλάζιο ουρανό της Ελλάδας που πάντα νοσταλγούσε…

Αντίο Τζένη…