Λάκμος ή Περιστέρι: Δεν ήταν, απλώς, μία ορειβατική δραστηριότητα ήταν... εμπειρία ζωής 

Περιγραφή:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Αθανάσιος Συργιάννης,  Αντώνιος Λαδάς

«Αν πιστεύεις ότι η περιπέτεια είναι επικίνδυνη, η ρουτίνα είναι θανατηφόρα.» (Paulo Coelho)

Χειμώνας. Ο Γενάρης άρχιζε να «παίρνει» την κατιούσα.

Στο ημερολόγιο έγραφε, Κυριακή  19 – 01 - 2020. Ξύπνησα στις 04.30΄ π.μ.

Έξω το απόλυτο σκοτάδι. Πρωϊνό και άρχισα να ετοιμάζομαι για την προγραμματισμένη μας κυριακάτικη δραστηριότητα: «Ανάβαση στην κορυφή ‘‘Τσουκαρέλα’’ (υψ. 2.295 μ.) του όρους Λάκμος ή Περιστέρι, που βρίσκεται στα όρια των Νομών Τρικάλων και Ιωαννίνων.» (φωτ. 1, παλαιότερη)

Τελευταίος έλεγχος στο σακίδιο. Όλα τα απαραίτητα ήταν τακτοποιημένα στο… μικρό αυτό σάκο, που θα το κουβαλούσα, «γαντζωμένο» στην πλάτη μου, για πολλές ώρες πορείας.

Αφού ετοιμάστηκα, περίμενα ανυπόμονα την καθορισμένη ώρα του ραντεβού μου με τα υπόλοιπα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός».

Τα λεπτά κύλησαν γρήγορα.

Δεν άργησε η πολυπόθητη ώρα, που περίμενα τόσο πολύ, για να «απαλλαγώ» από το…κάλυμμα του καναπέ, με τους ενοχλητικούς…κόμπους: «σήκω», «κουνήσου», «φύγε», «απόδρασε», «ξεκίνα για δράση», «ανακάλυψε τις δυνατότητές σου», «εξερεύνησε τις ικανότητές σου».

Έφτασε, επιτέλους, η στιγμή να «ξεφύγω» από τους άβολους…αυτούς κόμπους, που μου «φώναζαν»: ‘‘Τι κάθεσαι, πάρε το σακίδιό σου, που το «γέμισες» με τα «θέλω σου» και…βουρ για το ραντεβού σου με τη Φύση.’’

Μαζευτήκαμε. Ήμασταν, όλοι, συνεπείς στην ώρα. Παντού το σκοτάδι, που σταδιακά αραίωνε.

Οι νύχτες είχαν, ήδη, αρχίσει να «μικραίνουν» και η διάρκεια φωτός της κάθε μέρας άρχιζε να «παίρνει» τα…επάνω της.

Ήθελε, όμως, κάποιες ώρες ακόμη για να χαράξει. Η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας στους 4 βαθμούς Κελσίου.

Ο ουρανός συννεφιασμένος και ο καιρός προβλέπονταν άστατος, σύμφωνα με τις προγνώσεις της Ε.Μ.Υ.

Σε όλη τη χώρα θα επικρατούσε, σύμφωνα με τους μετεωρολόγους, η συννεφιά, με τον ήλιο να κάνει την εμφάνισή του κάποιες ελάχιστες ώρες της μέρας.

Οι θερμοκρασίες, στην περιοχή που θα επισκεπτόμασταν, όχι ιδιαίτερα χαμηλές –μεταξύ των μείον 3ων και συν 4ων βαθμών Κελσίου και τα μποφόρ ελάχιστα - δεν θα ξεπερνούσαν το 1 Br.

Μέσα στην πρωινή σιωπή της πόλης, που συνέχιζε να «κοιμάται», τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας στο τζίπ.

Τα ρολόγια δείξανε 06.00’ π.μ.

Ήταν η ώρα που αφήναμε πίσω μας τις «θορυβώδεις» γωνιές των πολυκατοικιών και ξεκινούσαμε για τη «δική μας» γωνιά ηρεμίας.

Ήταν η στιγμή της φυγής μας στη Φύση, για να βρεθούμε εκεί, στο περιβάλλον της, μακριά από τους καναπέδες της…απραξίας, τις φραπεδιές της…τεμπελιάς και τα χαζοκούτια με τα…αδιάφορα «κους-κους», καθώς και τα αποβλακωτικά κουτσομπολιά των πρωινάδικων εκπομπών.

Μας περίμενε το «θηλυκό», που: δεν «κουτσομπολεύει», δεν «σχολιάζει», δεν «κριτικάρει», αλλά αντιθέτως: «γυμνάζει», «μαθαίνει», «εκπαιδεύει», «ξεδιπλώνει όλες τις ικανότητες του καθένα» και μας «γεμίζει» με αμέτρητα συναισθήματα.

Και ας υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές που μας «παιδεύει». Έχουν, όμως, και αυτές τη δική τους ιδιαίτερη…ομορφιά, που φέρει το όνομα «εμπειρία».

Αποχαιρετήσαμε την «ωραία κοιμωμένη» Βέροια και μπήκαμε στην Εγνατία Οδό, με κατεύθυνση προς Ιωάννινα  (φωτ. 2, του Sakis Triantafyllou).

Όσο ανηφορίζαμε τo σκοτεινό Αυτοκινητόδρομο 2 ή «Ε90» με τα δεκάδες τούνελ, τόσο απομακρυνόμασταν από την πόλη της «έδρας μας» και την, όλο μορφιά, τεχνητή Λίμνη του Αλιάκμονα, που με τα νερά της ποτίζει ένα μεγάλο τμήμα του κάμπου της Ημαθίας, πριν αυτά καταλήξουν στον Θερμαϊκό Κόλπο (φωτ. 3, του Sakis Triantafyllou).

Παντού σκοτάδι. Ευτυχώς δεν είχε ομίχλη, που παρατηρείται έντονη στην περιοχή. Αυτοκίνητα που συναντήσαμε στην οδική πορεία μας ελάχιστα.

Με τις συζητήσεις, με τα αστειάκια μεταξύ μας και το μέτρημα των τούνελ, που περνούσαμε, προσπαθούσαμε να «κρατήσουμε» ξάγρυπνο τον «ήρωα» αρχηγό και οδηγό μας, τον Τοτό.

Μετρήσαμε 14 τούνελ μέχρι τα διόδια του Πολύμυλου και άλλα 23, που περάσαμε, μέχρι τον «Κόμβο Μετσόβου». Το μακρινάρι από αυτά ήταν εκείνο των 3,5 και πλέον χλμ.

Στην «Εξοδο για Μέτσοβο», βγήκαμε από την Εγνατία και πήραμε τον ανηφορικό επαρχιακό ασφαλτόδρομο, που οδηγούσε προς την ορεινή παραδοσιακή κωμόπολη του Ν. Ιωαννίνων.

Από κάποιο σημείο του δρόμου, φάνηκε ένα τμήμα της μακρόστενης και επιβλητικής οροσειράς της Πίνδου, που ξεχωρίζει από τις άλλες με τα όμορφα οροπέδια και τις πάμπολλες κορυφές της.

Ήταν ο Λάκμος ή αλλιώς Περιστέρι, ο ορεινός όγκος που ορθωνόταν σαν ένας γιγάντιος τείχος χωρίζοντας την Ήπειρο από τη Θεσσαλία. Το χιόνι στο βουνό, λιγοστό ;;;!!! (φωτ. 4).

Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ από τον «Κόμβο» και στρίψαμε αριστερά, ακολουθώντας την πινακίδα με την ένδειξη «Ανθοχώρι».

Στο σημείο θέλει προσοχή. Η πινακίδα δεν είναι τοποθετημένη σε καλή θέση και τη βλέπει κανείς την τελευταία στιγμή.

Μπήκαμε σε ένα στενό ασφαλτόδρομο με δεκάδες στροφηλίκια, με πολλά ανεβοκατεβάσματα και τον πάγο, που συναντήσαμε σε αρκετά σημεία του.

Η απόσταση από τη διασταύρωση αρκετούτσικη. Τα 7 περίπου χιλιόμετρα μας φάνηκαν ατελείωτα.

Φτάσαμε στο Ανθοχώρι Μετσόβου.

Το, κτισμένο σε υψόμετρο 1.040 μέτρων και περιτριγυρισμένο από μεικτό δάσος, ορεινό χωριό του Νομού Ιωαννίνων φαινόταν έρημο από κόσμο.

Ανηφορίσαμε τον κεντρικό ασφαλτόδρομο και φτάνοντας στο γήπεδο ποδοσφαίρου του χωριού δεν σταματήσαμε. Συνεχίσαμε την ανηφορική οδική πορεία μας πάνω σε χωμάτινο, πλέον, ορεινό δρόμο με πολλές στροφές.

Το χιόνι, μέχρι τα 1.500 μέτρα υψόμετρο, απουσίαζε. Έτσι, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε, με το τζιπ, όσο ψηλότερα μπορούσαμε.

[Τα προηγούμενα χρόνια ξεκινούσαμε την πορεία μας από το μαντρί που βρίσκεται στα 1.200 μέτρα υψόμετρο και μία χρονιά ξεκινήσαμε από το γήπεδο του χωριού.]

Φάνηκε το πρώτο χιονάκι. Δεν ήταν να συνεχίσουμε για πιο πάνω με το τζίπ.

Χρειαστήκαμε 163 χιλιόμετρα οδικής πορείας - τα 6 από το χωριό – και 2 ώρες 20 λεπτά προσεκτικής οδήγησης, για να βρεθούμε από τη Βέροια στα 1.580 περίπου μέτρα υψόμετρο  (φωτ. 5).

 

Ήταν το σημείο που σταθμεύσαμε το τζιπ και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την ορειβατική μας δραστηριότητα.

Η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας στο μηδέν και ο ουρανός με τα σύννεφα να πηγαινοέρχονται.

Στα σακίδιά μας τα πιο απαραίτητα για τις απρόβλεπτες εναλλαγές του καιρού. Τα «φορτώσαμε» και με ένα ακόμη επιπλέον βάρος, εκείνο των κραμπόν και των πιολέ, που θα μας ήταν χρήσιμα στο «σκαρφάλωμα» της παγωμένης πλαγιάς που κατέληγε στην ψηλότερη κορυφής του βουνού.

Ετοιμαστήκαμε.

Ο Θανάσης ενεργοποίησε το GPS, ανοίξαμε τον ασύρματο, φορτωθήκαμε τα κάπως βαριά σακίδιά μας και ξεκινήσαμε.

Αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά, με τη μεγάλη κλίση, του βουνού που έχει πάνω από δέκα κορυφές να υπερβαίνουν τα 2.000 μέτρα υψομετρικά και αρκετές απότομες κόψεις, για τους λάτρεις της δύσκολης ορειβασίας.

Μονοπάτι με σήμανση δεν συναντήσαμε, ακολουθήσαμε ένα «δικό μας».

Όσο ανεβαίναμε υψομετρικά, τόσο οι θάμνοι λιγόστευαν αριθμητικά και η απουσία των δένδρων ήταν αισθητή.

Το τοπίο πετρώδες και ανάμεσα από τους βράχους, διάφορων μεγεθών, το ανοικτοκαφετί χρωματισμού χορταράκι.

Το χιόνι ελάχιστο, αλλά παγωμένο. Τα βήματά μας αργά και προσεκτικά (φωτ. από 6 έως και 11).

Παντού η σιωπή του βουνού και εμείς ανηφορίζαμε το σιωπηλό αυτό ορεινό όγκο με σεβασμό στην… επιθυμία του.

«Η φύση δεν φωνάζει, δεν κάνει ερωτήσεις. Δεν θέλει τίποτα, μόνο σεβασμό ενώ αθόρυβα ζωγραφίζει υπέροχους πίνακες που σε αφήνουν χωρίς ανάσα..» ( Alessia S. Lorenzi )

Και νάτος, φάνηκε !!!

Ο ήλιος με την εμφάνισή του, μέσα από τα σύννεφα, «ζωντάνεψε» το όλο γύρω χειμωνιάτικο τοπίο, το χρωμάτισε και μας…«χαμογέλασε». Ήταν το καλύτερο δώρο για μας - αυτό της…αισιοδοξίας - εκείνη τη στιγμή.

Στη θέα του, διαλύθηκαν όλες οι αρνητικές σκέψεις και πήραμε τα…επάνω μας…για την απαιτητική συνέχεια.

Κοιτάζοντας προς τα πίσω, καταφέραμε να δούμε, πέρα στο βάθος, το Μέτσοβο να «φωλιάζει» μέσα στην όλο βλάστηση πλαγιά (φωτ. 12, 13).

Συνεχίζαμε. Η ανάβαση γινόταν απαιτητική.

Ανεβαίναμε ένα βουνό γυμνό από ψηλή βλάστηση και με δεκάδες αλπικά χορτολίβαδα., Κι όμως, παρά την εντατική βόσκηση στην περιοχή, που εξαφάνισε τους θάμνους και τα μικρά δενδρύλλια, το μεγαλύτερο κομμάτι του ορεινού όγκου παραμένει άθικτο από ανθρώπινο χέρι.

Προσπεράσαμε τη φυσική λεκάνη, ένα βαθούλωμα στη βάση βουνοκορυφών και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την απαιτητική πλαγιά της κορυφής «Γιαννάκη».

Στη λεκάνη υπάρχει ένας οικίσκος τσοπαναραίων και μία τσιμεντένια δεξαμενή. Το νερό της λιμνούλας ελάχιστο και παγωμένο.

Συνεχίζαμε. Κοντεύαμε στην πρώτη ψηλότερη κορυφή της διαδρομής (φωτ. 14, 15, 16).

 

Ο ουρανός με τα σκουρόχρωμα γκριζωπά σύννεφα, που όλο πύκνωναν. Αρχίσαμε να αισθανόμαστε την ψυχρούλα της ατμόσφαιρας. Ευτυχώς, δεν φύσαγε πολύ. Τα αντιανεμικά και τα full face, απαραίτητα.

Ο Αντώνης Λ., όμως, παλικάρι. Την άντεχε την ψυχρούλα.

Φτάσαμε στα 2.184 μέτρα υψόμετρο της κορυφής «Γιαννάκη» (φωτ. 17).

Η θερμοκρασία στο σημείο στους -3ο Κελσίου. Δεν καθυστερήσαμε πολύ.

Ομαδική φωτογραφία και συνεχίσαμε την πορεία μας πάνω στην κορυφογραμμή με κατεύθυνση προς την «Τσουκαρέλα», την κορυφή του κυριακάτικου προορισμού μας.

Η ομίχλη, στο βάθος ψηλά, έκανε το δικό της παιχνιδάκι. Ερχόταν, έφευγε. Έκρυβε, εμφάνιζε.

Λες και ανοιγόκλειναν οι κουρτίνες της…θεατρικής σκηνής…,για να «υποκλιθεί» και να μας «ευχαριστήσει» η…2.295 μέτρων «πρωταγωνίστρια» της κυριακάτικης παράστασης. Εμείς προχωρούσαμε παρακολουθώντας όλο αυτό το παιχνίδι της ομίχλης (φωτ. 18, 19).

Η θέα από τα 2.000 και πλέον μέτρα υψόμετρο φανταστική, απερίγραπτη. Τα επιφωνήματα θαυμασμού συνεχή και τα «κλικ» των κλείστρων των φωτογραφικών μας μηχανών ασταμάτητα.

Δεκάδες κορυφογραμμές, αμέτρητες κωνικές κορυφές, πάμπολλες ρεματιές, δεκάδες μεγάλα αλπικά βοσκοτόπια, εκατοντάδες γκρεμοί -που κάλυπταν τεράστιες εκτάσεις του ορεινού όγκου-, όλα «απλώνονταν» γύρω μας και κάτω από τα… πόδια μας.

Και πέρα, όσο έφτανε η ματιά, τα χαμηλά σύννεφα είχαν καλύψει τις περιοχές Κοζάνης, Γρεβενών, Τρικάλων και κάποιες κορυφές των βουνών μόλις που διακρίνονταν πάνω από αυτά. Μας θύμιζαν την εικόνα σκόρπιων νησιών στην επιφάνεια της…αφρισμένης θάλασσας.

Όσο περπατούσαμε πάνω στην κορυφογραμμή, είχαμε την αίσθηση ότι περνούσαμε μέσα από διάδρομο μιας…γκαλερί !!!

Ρίχναμε γύρω μας ματιές, εξ’ άλλου δεν μπορούμε να κάνουμε και διαφορετικά. Τα ίδια τα  θαύματα της Φύσης, οι δημιουργίες Της, οι σχηματισμοί Της, τα «αποτυπώματά» Της σε κάθε τι στο γύρω περιβάλλον, τα χρώματά Της, οι πινελιές Της, οι «εμπνεύσεις» Της…από   μόνα τους «τραβούσαν» το βλέμμα  μας πάνω τους.

Όπου και να το «ταξιδεύαμε», η ματιά μας «σκόνταφτε» πάνω σε κάποιο έργο της «ζωγράφου» και «δημιουργού» Φύσης (φωτ. από 20 έως και 27).

 

Κάποια στιγμή έπρεπε να «αφήσουμε» την…γκαλερί με τους πίνακες ζωγραφικής…και να συνεχίσουμε για τον προορισμό μας.

Βγήκαμε από την κορυφογραμμή και κατευθυνθήκαμε, υποχρεωτικά, χαμηλότερα για να προσεγγίσουμε τον ορεινό δρόμο, που περνά λίγο πιο πάνω από το ρέμα που χωρίζει τον ορεινό όγκο της κορυφής «Γιαννάκη» από εκείνον της «Τσουκαρέλα», καθώς και από τη βάση της ψηλότερης κορυφής του βουνού (φωτ. 28, 29, 30).

Φτάσαμε στο στένωμα του δρόμου και κάναμε, πριν πατήσουμε το πολύ χιόνι, την πρώτη μας στάση για ανάσα και να αποφασίσουμε τη διαδρομή που θα ακολουθούσαμε, τελικά, για την κορυφή.

Η αρχική μας σκέψη ήταν να «σκαρφαλώσουμε» την απότομη πλαγιά, μπαίνοντας στο λούκι. Επειδή, όμως, είχαμε μαζί μας άτομο που για πρώτη φορά θα το δοκίμαζε, αποφασίσαμε να μη το διακινδυνέψουμε και να ακολουθήσουμε την κλασική διαδρομή.

Η διαδρομή αυτή ήταν μεν απαιτητική, αλλά δεν είχε τα επικίνδυνα εκείνα σημεία που θα μπορούσαν, σε μια απροσεξία, να προκαλέσουν πτώση από ψηλά. Το χιόνι στο σημείο ήταν παγωμένο. Θεωρήσαμε, λοιπόν,  σκόπιμο να «βάλουμε» τις…ερπύστριες.

Ήρθε η στιγμή να ελαφρύνουμε, κάπως, τα σακίδιά μας και να…γυμνάσουμε τα πόδια μας με ένα επιπλέον βάρος.

Αφού ξεκουραστήκαμε, «κουμπώσαμε» στα μποτάκια μας τα κραμπόν, τα απαραίτητα δηλαδή…καρφιά.

Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας, πήραμε βαθιές ανάσες και ξεκινήσαμε (φωτ. από 31 έως και 37).

Όσο κοντεύαμε στην κορυφή, από την ευήλια πλευρά του βουνού, τόσο το παγωμένο χιόνι λιγόστευε, μέχρι που ήταν εμφανής η απουσία του.

Θέλαμε λίγο ακόμη και ω, τι θαύμα;;;!!! Η ομίχλη ολοένα απομακρυνόταν και τα σύννεφα στον ουρανό άρχιζαν να αραιώνουν.

Φτάσαμε στην ψηλότερη κορυφή του βουνού.

Χρειαστήκαμε 3 ώρες και 25 λεπτά απαιτητικής ανηφορικής πορείας για να βρεθούμε από τα 1.580 μέτρα υψόμετρο στην «Τσουκαρέλα» (φωτ. 38, 39, 40).

Επιφωνήματα χαράς, επιβράβευσης. Όλα, μέχρι εδώ, πήγαν καλά.

Η θερμοκρασία στο σημείο στον +1ο Κελσίου. Χιόνι κοντά στο τριγωνομετρικό κολωνάκι δεν πατήσαμε. Κοιτάζοντας τις πλαγιές και από τις δύο πλευρές της κορυφής, βλέπαμε: η ανήλια να είναι κάτασπρη και η ευήλια να ασπρίζει ελάχιστα.

Ο ουρανός καθαρός και ο ήλιος μάς…χαμογελούσε, επιτέλους ολόκληρος, «απαλλαγμένος» από τα ενοχλητικά σύννεφα.

Η θέα από τα 2.295 μέτρα υψόμετρο, απερίγραπτη. Όπου και να κοιτάζαμε, θαυμασμός.

Τα συναισθήματα δεκάδες. Καθίσαμε να κολατσίσουμε και με τον ήλιο σύμμαχό μας να απολαύσουμε τη θέα από ψηλά.

Δεν μιλούσαμε, «ταξιδεύαμε».

Το «ταξίδι» της ματιάς ασταμάτητο και οι φωτογραφικές μας μηχανές «πήραν»…φωτιά.

Βλέπαμε αμέτρητες κορυφές: «Μέγας Τράπος» (υψ. 2.240 μ.), «Γιαννάκη» (υψ. 2.184) –που ανεβήκαμε-, «Γκουράσα» (υψ. 2.185 μ.), «Πυραμίδα» (υψ. 2.144 μ.), Καλόγηρος (υψ. 2.102 μ.), «Σουφλομύτη» (υψ. 2.047 μ.), «Μεγάλη Σπανούρα» (υψ. 2.046 μ.), «Στακόκκαλα» (υψ. 2.045 μ.), «Πρίζα» (υψ. 2.017 μ), «Λακκώματα» (υψ. 2.016 μ) κ.α.

Βλέπαμε βουνά να ξεπροβάλλουν μέσα από τα σύννεφα, όπως: Όλυμπος, Σμόλικας, Τύμφη κ.α.

«Τα ωραιότερα πράγματα δεν αντέχουν την περιγραφή.» είπε κάποιος.

Έτσι και εμείς βγάζαμε φωτογραφίες για να τις «μοιραστούμε», στην πρώτη δεδομένη ευκαιρία, με τα φιλαράκια μας.

Και τότε, αυτές θα «μιλήσουν» από μόνες τους με…«χίλιες λέξεις» η καθεμιά (φωτ. από 41 έως και 45).

 

 

 

Έφτασε, όμως  η στιγμή της επιστροφής. Τελευταίες ματιές, τελευταίες φωτογραφίες από την κορυφή. Η κάθε στιγμή που αποτυπώνεται από το φακό της φωτογραφικής είναι σπάνια,.

Ίσως, αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής. Ίσως, την κορύφωσή της. Όπως και να χει, πάντως, η κάθε τέτοια στιγμή αφήνει την δική της ιδιαίτερη γεύση.

Αυτή θα ναι ξεχωριστή. Θα ναι η διαφορετική από τις προηγούμενες, καθώς επίσης και από τις επόμενες που θα ακολουθήσουν. Μπορεί, όμως, να είναι και η μοναδική.

Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και πήραμε το μονοπάτι της επιστροφής. Κατηφορίσαμε την ευήλια πλαγιά που είχαμε ανέβει κάποια λεπτά της ώρας νωρίτερα. Κατεβήκαμε, επίσης, και το κομμάτι εκείνο της πλαγιάς με το παγωμένο χιόνι.Κοντεύοντας στο στένωμα του δρόμου μας «υποδέχτηκε» η …παιχνιδιάρα ομίχλη.

Το παιχνίδι της, όμως ήταν σύντομο (φωτ. 46, 47, 48, 49).

 

Φτάνοντας στο στενό σημείο του ορεινού δρόμου, αποφασίσουμε να ακολουθήσουμε διαφορετική διαδρομή και να μην επιστρέψουμε από εκείνη που κάναμε ανηφορίζοντας.

Μπήκαμε, λοιπόν, στο γεμάτο χιόνι ρέμα, που χωρίζει τον ορεινό όγκο της κορυφής «Γιαννάκη» από εκείνον της «Τσουκαρέλα». Η πορεία μας κατηφορική, ξεκούραστη.

Τα τοπία διαφορετικά και οι εικόνες που αντικρίζαμε δεν είχαν καμιά σχέση με τις πρωινές που είχαμε «αιχμαλωτίσει» σε μια γωνιά του μυαλού μας ανεβαίνοντας από άλλο μονοπάτι.

Ακολουθούσαμε τα σημάδια της σήμανσης του κλασικού μονοπατιού, που το χρησιμοποιούν τελευταία και οι διοργανωτές του αγώνα ορεινού τρεξίματος «Epirus trail» (φωτ. από 50 έως και 54).

 

Όσο κατεβαίναμε το ρέμα, τόσο λιγόστευε το χιόνι. Έφτασε η στιγμή να «απαλλαγούμε» από τις…ερπύστριες. «Φτάνει», είπαμε, «αρκετά ‘‘γυμνάσαμε’’ τα πόδια μας !!!» Τελευταία στάση για ανάσα.

«Ξεκουμπώσαμε», από τα άρβυλα, τα κραμπόν, που δεν μας ήταν πλέον χρήσιμα και τα καταχωνιάσαμε στα σακίδια.

Όταν ετοιμαστήκαμε, ξαναφορτωθήκαμε, για τελευταία φορά, τα κάπως βαρύτερα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε. Μπήκαμε σε ένα….σεληνιακό τοπίο, που ήταν πετρώδες και παντού αντικρίζαμε σκόρπιους  ογκόλιθους διάφορων μεγεθών.

Περνούσαμε ανάμεσα τους με προσοχή, για να αποφύγουμε κάποιο ανεπιθύμητο τραυματισμό (φωτ. 55, 56, 57).

 

Φτάνοντας στον ορεινό δρόμο που οδηγούσε στο Ανθοχώρι, κοιτάξαμε πίσω μας και είδαμε το μεγαλύτερο τμήμα του ρέματος που κατηφορίσαμε και στο βάθος το ορεινό τείχος με τις μυτερές απολήξεις, που «ακουμπούσαν» τα σύννεφα (φωτ. 58).

Η πορεία μας στο χωμάτινο δρόμο, που το χρησιμοποιούν οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, σύντομη. Φτάσαμε στο τζιπ. Χρειαστήκαμε 2 ώρες και 25 λεπτά πορείας για να βρεθούμε από την κορυφή «Τσουκαρέλα» στο σημείο αυτό. Όλα πήγαν καλά. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε κατά γράμμα.

Και εμείς με ανάμεικτα συναισθήματα αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στην «έδρα μας», στην όμορφη «βασίλισσα του Βορά».

« Το οξυγόνο κρατάει ζωντανό το σώμα. Τα συναισθήματα κρατούν ζωντανή την ψυχή.» (Antonio Cumetta)

Ετοιμαζόμασταν να βρεθούμε, και πάλι, στους καθημερινούς ρυθμούς της Βέροιας. Eδώ έφτασε στο τέλος της άλλη μία κυριακάτική μας δραστηριότητα στο βουνό.

Γεμάτοι από εικόνες που αντικρίσαμε, από στιγμές που βιώσαμε, από εμπειρία που αποκτήσαμε στον ορεινό όγκο με εναλλασσόμενες και αντίξοες καιρικές συνθήκες…επιβιβαστήκαμε στο τζιπ και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Κατηφορίζοντας, οδικώς, για το Ανθοχώρι, συναντήσαμε στη διαδρομή μας σχηματισμούς από πάγο και από κάποιο σημείο του δρόμου καταφέραμε να δούμε ένα τμήμα του χωριού από ψηλά (φωτ 59, 60, 61).

 «Η περιπέτεια είναι στα ‘‘Θέλω’’ μας. Έτσι, κάνουμε πράγματα τα οποία θα μας μείνουν αξέχαστα σε όλη μας την υπόλοιπη ζωή.» (Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος)

 Απολογισμός :

Διαδρομή: Λίγο πιο πάνω από το χωριό Ανθοχώρι ( υψ. 1.580 μ.) → «δικό μας» μονοπάτι → κορυφή «Γιαννάκη» (υψ. 2.184 μ.) → κορυφή «Τσουκαρέλα» (υψ. 2.295 μ.) → επιστροφή μέσα από το ρέμα ακολουθώντας τα σημάδια του «Epirus trail»

Υψομετρική  διαφορά : 868 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα. Στοιχεία GPS).

Χρόνος :      6 ώρες και 35 λεπτά ( συνολικός χρόνος )

Απόσταση:  11,95 χλμ.

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 94 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια