"Αφηγήσεις ζωής"(α') γράφει η Βασιλική Ζώη

 Αναπαριστώντας τη μητέρα – Από τη μεριά της κόρης

«η μάνα μου γεννήθηκε και έζησε για τους άλλους, τίποτε δεν έκανε για την ίδια» Μαρία

Βασιλική Ζώη*

Το εθνογραφικό υλικό αυτής της μελέτης βασίζεται στις ηχογραφημένες συνομιλίες στο σπίτι της Μαρίας. Η Μαρία  μεγάλωσε σε ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη φιλολογία, παντρεύτηκε τον Γιώργο, τον οποίο γνώρισε στον πανεπιστήμιο και έκαναν δύο παιδιά, την Κατερίνα και το Μίλτο. Ήταν, λοιπόν, για μένα μία οικογένεια κλειδί, ίσως το εθνογραφικό παράδειγμα που χρειαζόμουν για να απαντήσω στα ερωτήματα που είχα θέσει, αλλά και για να δω πώς μπορεί κανείς να «γράψει» γι’ αυτά, μιλώντας  και μελετώντας σε βάθος τους ανθρώπους, τις πράξεις τους και την αποτίμηση των πράξεών τους. Οι αφηγήσεις είναι ένα μέσο για να δουν και να ερμηνεύσουν οι ίδιες αναδρομικά τη ζωή τους, δίνουν την αίσθηση των γεγονότων που «βάρυναν» τις επιλογές τους και τις πράξεις τους «ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως προϊόν ελεύθερης βούλησης» (Βαρίκα 2005: 287).

Πόσο διαφορετικές είναι οι έννοιες της «οικογένειας», του «έρωτα» και της αναπαραγωγής στον κόσμο της μητέρας και στον κόσμο της κόρης; Κατά πόσο οι έμφυλες κυρίαρχες ιδεολογίες συνοδεύουν τις αναπαραστάσεις και τα βιώματα της κόρης, και ποια η σημασία του κοινωνικού πλαισίου όπως διαμορφώνεται στα χρόνια της μεταπολίτευσης; Γενικότερα τι σημαίνει να «είσαι γυναίκα» στις αρχές της δεκαετίας του ’70, και πώς αντιδιαστέλλεται με το «πριν»; Πώς ερμηνεύουν οι γυναίκες αυτές τη ζωή τους σε σχέση με την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα; Το ζήτημα είναι να δει κανείς πώς αυτές οι γυναίκες «έζησαν» την εποχή, τις επιθυμίες και τις επιλογές τους (Abu-Lughod 1993), πώς βίωσαν τις σχέσεις τους και πώς τα βιώματά αυτά εμπλέκονται με τις αναπαραστάσεις της ζωής των μητέρων τους για να γίνουν κατανοητές οι μετατοπίσεις στην εννοιολόγηση του γυναικείου εαυτού.

Οι γυναίκες στο σπίτι της Μαρίας πολύ συχνά συνέδεαν τη ζωή τους με αυτή των μητέρων τους. Οι αναπαραστάσεις που επιχειρούσαν «κατασκεύαζαν» τις μητέρες τους, οι οποίες φαίνονταν να έχουν ζήσει μία ζωή «σημαδεμένη» από «πόνο» και «βάσανα». Ο δεσμός μάνας-κόρης στην ελληνική κοινωνία είναι πολύ διακριτός. Η σχέση μάνας-κόρης αναπαριστά έναν μοναδικό τόπο που οι γυναίκες μαθαίνουν για τους «κατάλληλους» γυναικείους τρόπους. Η κόρη «μαθαίνει» από τη μητέρα της. Η μητέρα ήταν επιφορτισμένη να μαθαίνει στην κόρη της τα απαραίτητα καθήκοντα για τον μελλοντικό της ρόλο, η οποία από μικρή ηλικία βοηθά στις δουλειές του σπιτιού. Το «νοικοκυριό» και τα «καθήκοντα συγγένειας» ήταν γυναικεία υπόθεση και αποτελούν τον συμβολικό χώρο «μαθητείας» μιας σειράς συναισθηματικών λόγων.

«Η σχέση μητέρας-κόρης κυριαρχεί στα «καθήκοντα της συγγένειας» διότι αφενός εξυπηρετεί την κοινωνικοποίηση της γυναίκας σε αυτή τη διαδικασία, αφετέρου αποτελεί βασική πηγή των συνδέσεων που προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία» (Dubisch 1998: 111, βλ και Papataxiarchis 1988: 132). Από τις πρώτες κιόλας εθνογραφίες είχε εντοπιστεί αυτός ο ιδιαίτερος δεσμός, αλλά είτε παρουσιάστηκε συναισθηματική (Friedl 1962), είτε συνδέθηκε με το αξιακό σύστημα της τιμής και της ντροπής (Campbell 1964, 1965). Η Dubisch (1998) ακολουθώντας τις πιο σύγχρονες    ανθρωπολογικές    τάσεις    περί    της    πολιτισμικής    κατασκευής  του «συναισθήματος» βλέπει στο δεσμό της μητέρας και κόρης ένα βασικό θεμέλιο της δομής του συστήματος συγγένειας. «Ο δεσμός αυτός δεν είναι απλώς «προσωπικός» και συνέπεια μιας «φυσικής» στοργής, αλλά κατασκευάζεται πολιτισμικά…. Οι γραμμές «συναισθήματος» πρέπει να θεωρούνται και γραμμές δομής» (112-113). Μέσα από τη σχέση της μητέρας και της κόρης, η οποία αποτελεί βασική δομή αναπαράγεται και «μαθαίνεται» ο λόγος του «πόνου», των «βασάνων», της «θυσίας» και της «προσφοράς».

Ο λόγος προκαλεί το «δράμα» και κατασκευάζει το πλαίσιο των σημασιοφορικών συστημάτων. Ο λόγος της οδύνης αποτυπώνεται στις αφηγήσεις της Μαρίας, αλλά και της φίλης της Άννας, προκειμένου να αναπαραστήσουν τις μητέρες τους. «Κατασκευάζει» το γυναικείο εαυτό της προηγούμενης γενιάς, προσδιορίζοντάς τον στο πλαίσιο του «νοικοκυριού», της αναπαραγωγής και της προσφοράς. Η χρήση «οδυνηρών» δηλώσεων ή πράξεων αποτελούν μέρος της πολιτικής του συναισθήματος. Τα συναισθήματα αυτά αποτελούν μία γλώσσα του γυναικείου εαυτού για να κατασκευαστεί η παρουσίαση των γυναικών στον κόσμο, αυτό που η Dubisch (2000) αποκαλεί «ποιητική της θηλυκότητας».

Μαρία: η μητέρα μου έτρεχε από το πρωί μέχρι το βράδυ, για όλους εμάς. Ήταν πάρα πολλές οι δουλειές του σπιτιού… ήμασταν δέκα άτομα που να προλάβει…. Τη θαύμαζα από μακριά για την υπομονή, το κουράγιο και την προσφορά της. Ακόμη κι όταν κάθονταν, στην ουσία δεν κάθονταν, έπλεκε τα προικιά μας, δεν είχε λεπτό ελεύθερο, ούτε για να ασχοληθεί με τον εαυτό της, ούτε για να εκδηλώσει τα συναισθήματά της, αλλά να πει αυτό το λεπτό είναι δικό μου.

 Η μητέρα της Μαρίας φροντίσει υπομονετικά δέκα άτομα μέσα στο σπίτι, καθαρίζει, πλένει και ετοιμάζει το φαγητό, οικιακές δραστηριότητες που διατηρούν το σπίτι σε τάξη. Αυτές οι δραστηριότητες, οι οποίες είναι φορτισμένες με το στοιχείο του βασάνου, σχετίζονται με το γυναικείο συναίσθημα και ιδιαίτερα με τη μητρική αγάπη  (Papataxiarchis  1988:  130).   Αυτή   η   επαναληπτική   καθημερινότητα  του«νοικοκυριού» κατασκευάζει τη «φύση» της γυναίκας και εξασφαλίζει την ευταξία του σπιτιού της, επιτρέποντας στη μητέρα της Μαρίας να πραγματώσει το γυναικείο εαυτό (Παπαταξιάρχης 2005: 9-10). Η μητέρα της είναι εκεί για να φροντίζει, να προσφέρει, για να «ζει για τους άλλους», όπως έλεγε πολλές φορές η Μαρία, τονίζοντας στη συνέχεια «πόσο καλή μάνα ήταν». Ως κόρη βλέπει τη μητέρα της να είναι «μια καλή νοικοκυρά» και ως επέκταση αυτού «μια καλή μάνα». Η φροντίδα, η προσφορά, η θυσία είναι «εκφράσεις μητρικού συναισθήματος»,είναι το μέσο με το οποίο οι γυναίκες πραγματώνουν τον εαυτό τους» (Papataxiarchis 1988: 127). Το φαγητό, η καθαριότητα, η μπουγάδα είναι λόγοι του γυναικείου συναισθήματος της «αγάπης» (ο.π. 130). Γιατί, τελικά, μητρότητα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι μόνο η σχέση με τα παιδιά, αλλά η σχέση με τα γενικά καθήκοντα του νοικοκυριού, τα οποία γίνονται   μία μεταφορά για την οικογένεια (Dubisch 2000β: 209).

 Μαρία: Αυτή η καθαριότητα μέσα στο σπίτι, που περνούσαν όλα από τα χέρια της μαμάς μου, η μυρωδιά λεβάντας σε όλο το σπίτι, τα καθαρά σεντόνια και ρούχα, το φαγητό που σιγόβραζε όλα αυτά ήταν για μένα η μαμά μου.

 Η καθημερινότητα της μητέρας της Μαρίας είναι μία μεταφορά της μητρότητας στη μνήμη της. Όλες οι αισθήσεις που δημιουργούσε η κινητικότητα της μητέρας της μέσα στο σπίτι είναι μια μεταφορά της οικογένειας.

Εκτός όμως από τις αφηγήσεις που είχαν να κάνουν με τις δυσκολίες του νοικοκυριού και της ανατροφής των παιδιών υπήρχαν δυσκολίες και βάσανα και στις σχέσεις της μητέρα και του πατέρα. Η Άννα, η φίλη της Μαρίας, κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι στις εξιστορήσεις της Μαρίας για την μητέρα της. Η Άννα είναι 54 χρονών, μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όταν τελείωσε τις σπουδές της, αυτή και ο σύζυγος της (πριν από οκτώ χρόνια χωρίσανε) διορίστηκαν καθηγητές. Μεγάλωσε σε μία προσφυγική οικογένεια, η μητέρα της είχε έρθει μικρή από τον Καύκασο και «ανέθρεψε τα παιδιά της με πολλές δυσκολίες». Έδειχνε να ταυτίζεται, να μοιράζεται και να αφουγκράζεται την εμπειρία που αφορούσε τη δική της μητέρα, τονίζοντας όμως και μία άλλη πτυχή, τη σχέση με τον σύντροφο.

Άννα: Τα βάσανα βιώνονται από τις γυναίκες πιο δραματικά. Είναι ο ρόλος μας και η θέση μας στην κοινωνία όπως επίσης και η χειραφέτηση που προχωρά με βήμα κάβουρα. Είμαστε ανασφαλείς και φορτωμένες με πολλές ευθύνες και ίσως το γεγονός ότι γινόμαστε μάνες να παίζει ρόλο σ’ αυτό. Το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε διαφορετικές ευαισθησίες από τους άνδρες. Τη μαμά μου θα την έλεγα μαμά κλώσα. Μας φρόντιζε, ήταν ήρεμη, χαμογελαστή, καλοσυνάτη, συμπονετική, υπομονετική. Μας δίδαξε την αγάπη αθόρυβα μέσα από την προσφορά της. Υπέφερε πολλά από τον πατέρα μου, αλλά υπέμενε τα πάντα. Εξαρτιόταν πολύ από αυτόν. Θυσιάστηκε, για εμάς περισσότερο το έκανε, μόνη της δεν θα μπορούσε να μας μεγαλώσει, οικονομικά εννοώ.

 Η αφήγηση της Άννας διακατέχεται από μία ουσιοκρατική οπτική, με σαφείς διαχωρισμούς ανάμεσα στο συναισθηματικό κόσμο των ανδρών και των γυναικών.  Οι κοινωνικοί επιστήμονες μέχρι πρόσφατα ακολουθούσαν αυτή την ίδια οπτική για να περιγράψουν τους έμφυλους συναισθηματικούς χάρτες. Όμως όπως έχουν δείξει πρόσφατες μελέτες, οι γυναίκες δεν είναι «από τη φύση τους» πιο συναισθηματικές, αλλά συγκεκριμένοι πολιτισμικοί παράγοντες τις οδηγούν συχνά να κατασκευάσουν και να εκφράσουν την ταυτότητά τους μέσα από συναισθηματικές δηλώσεις και πράξεις (Dubisch 2000β: 267). Η Άννα παρουσιάζει τη μητέρα της ως μία γυναίκα που εμφορείται από πόνο και παραίτηση, «υπέφερε αλλά υπέμενε», «θυσιάστηκε». Φαίνεται σαν ο γυναικείος εαυτός να συγκροτείται από την «θυσία» και την αθόρυβη αποδοχή των βασάνων που προκαλεί ο σύζυγός της.

Άννα: Εγώ προσπάθησα το αντίθετο. Πολλές σχέσεις αναζητώντας την ανατροπή. Μια οικογένεια διαφορετική από την πατρική. Δεν θέλω να υποφέρω όπως αυτή. Τα κάνω όλα μόνη μου, είμαι ο άνδρας της ζωής μου, αναζητώντας κάποιον που δεν θα μοιάζει με τους άνδρες της οικογένειας. Τώρα όμως που το λέω αυτό, μάλλον έμαθα κι εγώ να υπομένω, δεν φεύγω εύκολα από μια σχέση, όσο κι αν με πονάει, αν δεν εξαντλήσω όλα τα περιθώρια. Μου έμαθε η μάνα μου να υπηρετώ, να παίζω το ρόλο μου καλά.

Τα συναισθήματα της «προσφοράς», της «φροντίδας», της «θυσίας» μαθαίνονται μέσα από την καθημερινή, μη λεκτικά εκφραζόμενη, καθημερινότητα της μητέρας που χαρακτηρίζεται από συνεχή προσφορά, μέσα από ένα κοινωνικό σώμα που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση εντός του νοικοκυριού. Η Άννα υπονοεί τα δικά της «βάσανα» στο παραπάνω απόσπασμα. Υπονοεί ότι «ακολουθεί» τη μητέρα της, ότι είναι η συνέχειά της, παρά το γεγονός ότι έχει αποκτήσει την οικονομική ανεξαρτησία της και είναι «ο άνδρας της ζωής της», ενδυναμώνοντας με αυτή την έκφραση την έμφυλη αντίληψη του «άνδρα-κουβαλητή» και την οικονομική  επιβίωση   ενός   νοικοκυριού   από   τους   άνδρες.   Η   Άννα   λοιπόν   «πονάει» και «υποφέρει», όπως η μητέρα της; Παίζει έναν «οδυνηρό» ρόλο που, όπως λέει έμαθε από τη μητέρα της; Και αφού είναι σε θέση να εντοπίσει τον πόνο της μητέρας της γιατί συνεχίζει την ίδια λογική;

Ανείπωτες σεξουαλικότητες

Η μητέρα της Μαρίας ποτέ δεν μίλησε στις κόρες της για την διαπροσωπική σχέση της με τον πατέρα τους. Αυτό που διαπίστωνα και στις φίλες της Μαρίας ήταν ότι καμία δεν μπορούσε να αφηγηθεί ή να θυμηθεί συζητήσεις με τις μητέρες τους που αφορούσαν τα συναισθήματα των πιο ιδιωτικών και προσωπικών στιγμών με τους συζύγους τους. Επίσης δεν μπορούσαν να θυμηθούν κάποια «ιδιαίτερη» ιστορία αγάπης να κρύβεται πίσω από τον γάμο των γονιών τους. Η μητέρα της Μαρίας, η Ευανθία γεννήθηκε το 1922 σε ένα θεσσαλικό χωριό από πρόσφυγες γονείς. Ρωτούσα λοιπόν τη Μαρία, πως παντρεύτηκαν; Παντρεύτηκαν από έρωτα; Αγαπήθηκαν; «Δεν ξέρω, μάλλον αυτό δεν υπήρχε», απαντούσε η Μαρία. «Από μικρή δούλευε στο σπίτι του πατέρα μου, βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εκεί την πρωτοείδε και μετά τη ζήτησε σε γάμο από τους γονείς της. Δέχτηκαν το προξενιό και παντρεύτηκαν. Αυτό ήταν όλο». Δεν υπήρχε άλλο. Η Μαρία δεν θυμάται καμία τρυφερή στιγμή και καμία άλλη ιστορία που να «φανερώνει» τη σχέση τους, γιατί όπως λέει στη συνέχεια «ποιος έδινε σημασία σε αυτά τότε»; Ο Παπαταξιάρχης (1988) διαπίστωσε επίσης ότι στη Λέσβο λίγος χώρος υπήρχε στο συζυγικό πλαίσιο για να αναπτυχθεί μία  αμοιβαιότητα ή να μοιραστούν συναισθήματα. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις πριν τον αρραβώνα να υπήρχε μία συναισθηματική έκφραση, στη συνέχεια όμως η έγγαμη ζωή χαρακτηρίζονταν από διαχωρισμό και απόσταση, «οι συζυγικές σχέσεις βασίζονται περισσότερο στους τυπικούς ορισμούς του συζυγικού καθήκοντος και όχι στις προσταγές της καρδιάς» (Παπαταξιάρχης 1988: 114).

 Η απουσία των ερωτικών και τρυφερών στιγμών του ζευγαριού στην έγγαμη ζωή δεν δημιούργησε το πλαίσιο μιας αφηγηματικής ερωτικής ιστορίας. Πόσο μάλλον για τα ζητήματα της σεξουαλικότητας και ιδιαίτερα της σεξουαλικής πράξης. Τα σεξουαλικά θέματα ήταν ταμπού και δεν τα συζητούσαν. Αυτό εντάσσεται στον ευρύτερο σεξουαλικό και ηθικό κώδικα εκείνης της εποχής όπως έχει δείξει η ελληνική εθνογραφία, όπου η σεξουαλικότητα δεν αποτελούσε έναν συναισθηματικό τόπο της γυναικείας έκφρασης και υποκειμενικότητας, καθώς ο χώρος πραγμάτωσης και ολοκλήρωσης βρίσκονταν στον γάμο και στην αναπαραγωγή.

Πώς όμως βίωναν η Μαρία και η Άννα τους κανόνες που διαμόρφωσε η  εποχή των μητέρων τους; Τι γνώριζαν και πώς διαπραγματεύονταν το ζήτημα της σεξουαλικής πράξης; Εικόνες και περιστατικά «έμειναν» στη μνήμη τους και διαμόρφωσαν τις μετέπειτα επιλογές και πράξεις τους. Οι αφηγήσεις αυτές μπορούν να δώσουν την αίσθηση των «απαγορεύσεων» και των κανόνων, όπως βιώθηκαν από τις ίδιες.

Η Μαρία θυμάται:

Γίνονταν ένα πανηγύρι στο χωριό και αποφασίσαμε με τη μικρότερή μου αδερφή να περάσουμε από την πλατεία. Στήνανε διάφορα περίπτερα με δραστηριότητες, ένας από αυτούς είχε δημιουργήσει ένα μικρό πάλκο και μπορούσε όποιος ήθελε να πάρει το μικρόφωνο και να τραγουδήσει. Η μικρή μου αδερφή μόλις το είδε, έτρεξε κατευθείαν, άρπαξε το μικρόφωνο και τραγούδησε ένα τραγούδι τόσο ωραία που όλοι της έδωσαν συγχαρητήρια. Όταν πήγαμε σπίτι ο πατέρας μας της έδωσε τέτοιο ξύλο… της φώναζε ότι είναι μία του δρόμου, και συνεχώς της έλεγε η γυναίκα του καίσαρα δεν φτάνει να είναι τίμια πρέπει και το δείχνει.

 Αυτό είναι το ηθικό σύστημα, που επικρατούσε και που έχει ευρέως μελετηθεί από τους εθνογράφους, αξιολογούσε όχι αυτό που πραγματικά συνέβαινε, αλλά αυτό που φαίνονταν. Αξιολογούσε με λίγα λόγια τη σωστή επιτέλεση. Οι γυναίκες έπρεπε να αποδεικνύουν μια σειρά από ποιότητες, την αρετή τους, την αγνότητά τους και τον έλεγχο του σώματός τους. Η επιβεβαίωση των σωστών επιτελέσεων αποδείκνυαν ότι αυτές οι γυναίκες είναι καλές σύζυγοι, κόρες, μητέρες και κατ’ επέκταση ενίσχυαν την τιμή και τον εγωισμό του άνδρα (βλ Herzfeld 1985). Αυτό που είχε σημασία είναι η σωστή επιτέλεση της κάθε ιδιότητας (κόρη, σύζυγος, μητέρα), η οποία έπρεπε να διατυπώνεται και να αποδεικνύεται συνεχώς. Η σωστή επιτέλεση λειτουργούσε ως πολιτισμικό κεφάλαιο της οικογένειας και διευκόλυνε διάφορες κοινωνικές διεργασίες (γάμος για τις κόρες, κύρος για τον άνδρα στο χωριό και για τη γυναίκα στη γειτονιά).

Το σώμα της γυναίκας θεωρήθηκε ότι είναι ανοικτό σε κάθε είδους διείσδυση (Hirschon 1978) γι’ αυτό και το σώμα της ήταν περιορισμένο στο χώρο του νοικοκυριού, στην οικιακή σφαίρα, και σε κάθε δημόσια εμφάνιση ακολουθούσε πιστά τους κώδικες σεμνότητας. Η εμφάνισή της στους δημόσιους δρόμους έπρεπε να είναι πάντα μετρημένη γιατί αλλιώς θα προκαλούσε δυσάρεστα σχόλια και χαρακτηρισμούς όπως «είναι μία του δρόμου». Οι γυναίκες δεν έπρεπε να είναι τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος (Paxson 2004: 42). Κυρίως η προ- φεμινιστική ανθρωπολογία στην Ελλάδα (βλ. Παπαταξιάρχης 1998α: 44-49) είδε τις γυναίκες ως σώματα προς αναπαραγωγή, τα οποία αποκτούσαν τη γυναικεία τους φύση μετά την τεκνοποιία. Σώματα που έπρεπε συνεχώς να αποδιώχνουν την «φυσική» τους ηδυπάθεια και να σωματοποιούν την «ντροπαλότητα» ως τη μόνη έγκυρη και αξιοπρεπή στάση προς τα «έξω».

Μαρία: Όταν ήμουν μικρή στο χωριό κάναμε κουβέντες για  τη σεξουαλική πράξη, πονηρές, έτσι τις λέγαμε, αλλά χωρίς να λέμε ποτέ τις λέξεις. Λέγαμε αυτός έχει σχέση με αυτή. Τότε ήταν απαγορευμένο το σεξ πριν το γάμο και αν μια κοπέλα είχε σχέση με κάποιον και χώριζε μετά την αντιμετώπιζαν σαν χήρα, σαν μια γυναίκα που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να παντρευτεί. Όμως οι σχέσεις ήταν συνήθως πολύ αθώες, χωρίς να έχουν σεξουαλικές σχέσεις. Αν είχε μαθευτεί ότι είχαν και σεξουαλικές σχέσεις έλεγαν αυτή δεν είναι εντάξει29, δηλαδή είναι ξεπαρθενεμένη. Το να μην είναι εντάξει μία κοπέλα σε ένα χωριό ήταν ό,τι πιο βαρύ μπορούσε να συμβεί στην ίδια την κοπέλα αλλά και στην οικογένειά της γιατί δεν μπορούσε να παντρευτεί από κει και πέρα. Οι προγαμιαίες σχέσεις κατέστρεφαν σχεδόν όλη την οικογένεια.

 Αλλά και η Άννα, η οποία σε αντίθεση με τη Μαρία, μεγαλώνει σε αστικό κέντρο  είχε ενσωματώσει τη φοβία του προγαμιαίου σεξ έτσι όπως της είχε μεταφερθεί από τη μητέρα της.

Άννα: Τσακωνόμασταν πολύ με τη μητέρα μου στο λύκειο για τις εξόδους. Ήταν απαγορευτικό, έπρεπε συγκεκριμένη ώρα να είμαι σπίτι, επίσης, και για τα αγόρια που τηλεφωνούσαν σπίτι. Σε καμία περίπτωση δεν της άρεσε, δεν μπορούσε να το αποδεχτεί και θεωρούσε ότι είμαι και πολύ μικρή για να έχω σχέση. Και για την εποχή όλα τα κορίτσια της ηλικίας μου ήταν κάπως έτσι. Δηλαδή αν είχες σχέση από τα 16 σου ήταν κάτι φοβερό. Το βλέπαμε κι εμείς να σου πω την αλήθεια. Την κοιτάζαμε κάπως δηλαδή λέγαμε πω πω πω. Καλά δεν συζητάμε να είχαν κάνει σεξ. Μία στις 200 να είχε κάνει σεξ. Δεν ξέρω κι εγώ φοβόμουνα, αχ γιατί φοβόμουνα ω θεέ μου; μου είχαν βάλει φόβο γιατί διάφορες συζητήσεις γινόντουσαν και καυγάδες αλλά μου είχε βάλει φόβο ότι κάτι τρομερό θα γίνει με την πρώτη φορά που θα πρέπει να φυλάξω την…ήταν ένας γενικός φόβος, δηλαδή δεν μου έλεγε συγκεκριμένα πράγματα, μη γίνει αυτό, μη γίνει εκείνο αλλά γενικά μια καλή κοπέλα πρέπει να την κρατήσει μέχρι κάποια ηλικία… δεν μπορεί στα 16.

 Η Μαρία και η Άννα δεν άκουσαν ποτέ στην εφηβεία τους συζητήσεις για την αντισύλληψη. Αφενός γιατί η σεξουαλική πράξη τοποθετούνταν σε σχέση με την αναπαραγωγή εντός του γάμου και αφετέρου γιατί το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα ενίσχυε την πρόσληψη της αναπαραγωγής ως ένα θεϊκό μυστήριο.

Μαρία: Η εγκυμοσύνη πριν το γάμο εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε στον κόσμο μας, ήταν αδιανόητο. Τα κορίτσια με τα αγόρια στο χωριό δεν είχαν σεξουαλικές σχέσεις. Ούτε καν φιλιόντουσαν. Δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα γι’ αυτό κι εμείς όσο ήμασταν στην εφηβεία δεν ξέραμε, ούτε είχαμε ακούσει ποτέ τίποτα για αντισύλληψη. Η μητέρα μου έκανε έξι παιδιά και μάλλον ποτέ δεν χρησιμοποίησε αντισυλληπτικές μεθόδους, ήταν πολύ συντηρητική κι αυτή και ο πατέρας μου. σίγουρα το θεωρούσαν αμαρτία. Ήταν αμαρτία οποιαδήποτε παρέμβαση, αφού πίστευαν ότι τα παιδιά τα στέλνει ο θεός και γι’ αυτό ήταν υποχρεωμένοι να τα κρατήσουν. Τους το έλεγε και η εκκλησία ότι η επαφή είναι για να κάνεις παιδιά κι όχι για να ευχαριστιέσαι.

 Η ελληνική ορθοδοξία ισχυρίζεται ότι τα παιδιά είναι δώρα του θεού μέσα στο γάμο. Γι’ αυτό κι ένας γάμος χωρίς παιδιά δεν ήταν «αληθινός γάμος» ο γάμος ολοκληρώνεται όταν ο άνδρας και η γυναίκα γίνουν «μία σάρκα» στο σώμα του παιδιού τους (du Boulay 1984, Ιωσηφίδου 1998: 282). Η ορθοδοξία συνδέει απόλυτα τη σεξουαλικότητα με την τεκνοποιία, η οποία αποτελεί μία υπηρεσία στο Θεό και όχι μία προσωπική επιλογή (Paxson 2004: 43). Η αναπαραγωγή ήταν ένα θεϊκό μυστήριο, το οποίο δεν εκλογικεύονταν και γι αυτό δεν το συζητούσαν, «τα παιδιά απλώς ερχόντουσαν».

Η ελληνική Εκκλησία, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας, συχνά υπαγόρευε και υπαγορεύει στους πιστούς συμπεριφορές και στάσεις. Έχει διαπιστωθεί σε εθνογραφικές μελέτες ότι στην Ελλάδα πολλές φορές οι αξίες και οι πράξεις των ανθρώπων έρχονται σε αντίθεση με το δόγμα της ορθοδοξίας, γι αυτό και η Εκκλησία πρόβαλλε και πρότεινε την εγκράτεια σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής (Stewart 1991: 139). Η εκκλησία θεωρεί τον άνθρωπο από τη «φύση» του ηδυπαθή (η ηδυπάθεια είναι αμάρτημα για την ορθόδοξη εκκλησία), και σε αυτό το πλαίσιο οφείλει να τον καθοδηγήσει να είναι εγκρατής. Πολλοί ήταν οι εθνογράφοι που κατέδειξαν μία πολύ μεγάλη σχέση στην Ελλάδα μεταξύ της αυτοπαρουσίασης του εαυτού και της ορθοδοξίας, η οποία εξασκούσε το σώμα, την ψυχή και τη σεξουαλικότητα με συγκεκριμένους κανόνες, συχνά μοναστικούς κανόνες (Loizos & Papataxiarchis 1991α: 16).

Βασιλική Ζώη*

Φιλόλογος - Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων

Ψυχοπαιδαγωγός

Σύμβουλος Σταδιοδρομίας 2ου

Σδε Φυλακών Τρικάλων

Β. Φυσικοθεραπείας

Σημείωση Φαρέτρας:

1. Οι πίνακες είναι της Φωτεινής Χαμιδιελή.

2. Το β' και τελευταίο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ

Συντάκτης

Faretra.info
Faretra.info 23738 posts

Σύνταξη, επεξεργασία ύλης & ανάρτηση ειδήσεων

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια