Άρθρα Κοινωνία Οικονομία Πολιτική

“Οι φούσκες των δισ. και η αγορά της άδειας τσέπης” / γράφει η Αντριάνα Βασιλά

Το κυβερνητικό επιτελείο μπορεί να αποχωρεί από τη συμπρωτεύουσα με αέρα ικανοποίησης, έχοντας παρουσιάσει ένα «πακέτο» εξαγγελθέντων μέτρων συνολικού ύψους 2,2 δισ. ευρώ, αλλά η επιστροφή στη σκληρή καθημερινότητα της επόμενης μέρας βρίσκει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με την ίδια αμείλικτη πραγματικότητα: την ακρίβεια που καλπάζει, το διαθέσιμο εισόδημα που ροκανίζεται πριν συμπληρωθεί το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα, τη στεγαστική ασφυξία που γονατίζει τα νοικοκυριά και την πραγματική οικονομία που στενάζει από την παντελή έλλειψη ρευστότητας.

Το αφήγημα που εκπέμφθηκε από το βήμα της ΔΕΘ επενδύθηκε με βαρύγδουπους τίτλους περί «αύξησης των εισοδημάτων για όλους», «αποκατάστασης των αδικιών του παρελθόντος» και «μερίσματος ανάπτυξης που επιστρέφει στην κοινωνία». Ωστόσο μια ψύχραιμη και προσεκτική ανάγνωση των απόλυτων αριθμών αποκαλύπτει ότι η μεγάλη εικόνα απέχει παρασάγγας από τις κυβερνητικές διακηρύξεις.

Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου επιλέγει συνειδητά τη μετάθεση των ουσιαστικών φορολογικών ελαφρύνσεων και των μισθολογικών αυξήσεων στο βάθος της τετραετίας, προσφέροντας στο παρόν ελάχιστες «ενέσεις» ρευστότητας, οι οποίες καταπίνονται ακαριαία από τον δομικό πληθωρισμό και την αισχροκέρδεια που κυριαρχεί στην αγορά.

Απογοήτευση για τους ελεύθερους επαγγελματίες

Η πολυδιαφημισμένη πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος παρουσιάστηκε ως μια ιστορική ελάφρυνση για τον κόσμο της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, μεταφράζεται σε ένα ετήσιο όφελος της τάξεως των 325 έως 500 ευρώ για τον μέσο επαγγελματία – δηλαδή ένα ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερα από 30 με 40 ευρώ τον μήνα.

Την ίδια στιγμή οι διορθώσεις που ανακοινώθηκαν για το αμφιλεγόμενο σύστημα των τεκμηρίων, όπως η αφαίρεση των προσαυξήσεων 10% λόγω μισθοδοσίας και 5% λόγω υπερβάλλοντος τζίρου σε σχέση με τον ΚΑΔ, προβλήθηκαν ως γενναία επιστροφή χρημάτων.

Στην ουσία, δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την εκ των υστέρων μερική διόρθωση καταφανών αδικιών και παραλογισμών που η ίδια η κυβέρνηση θεσμοθέτησε μόλις τον προηγούμενο χρόνο. Ο σκληρός πυρήνας της τεκμαρτής φορολόγησης παραμένει αλώβητος, συνεχίζοντας να αντιμετωπίζει συλλήβδην τη μικρή επιχειρηματικότητα ως εκ προοιμίου ύποπτη φοροδιαφυγής.

Η φορολόγηση οριζόντιων εισοδημάτων που συχνά δεν αποκτήθηκαν ποτέ συνεχίζεται, την ώρα που το λειτουργικό κόστος, οι τιμές της ενέργειας, τα υπέρογκα ενοίκια επαγγελματικής στέγης και οι καταχρηστικές τραπεζικές προμήθειες εξανεμίζουν κάθε περιθώριο βιωσιμότητας για τις μικρές επιχειρήσεις.

Αυξήσεις – σταγόνα στον ωκεανό

Στο πεδίο των μισθών, η κυβερνητική υπόσχεση για σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ έως το 2028 (από τα 650 ευρώ όπου βρισκόταν το 2021) λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακός ορίζοντας παρά ως άμεση ανακούφιση. Η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε μια μέση καθαρή αύξηση μόλις 35 με 40 ευρώ τον μήνα.

Για έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος βλέπει τις τιμές στα βασικά είδη διατροφής και στο «καλάθι του νοικοκυριού» να έχουν εκτοξευθεί πάνω από 25% με 30% την τελευταία τριετία, και το κόστος στέγασης να καταβροχθίζει έως και το 45% του μηνιαίου εισοδήματός του, η αύξηση αυτή εξανεμίζεται πριν καν φτάσει στην τσέπη του.

Την ίδια στιγμή οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, με προεξάρχουσες τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, στηλιτεύουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την άρνηση της κυβέρνησης να επαναφέρει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και την υποχρεωτικότητα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε όλους τους κλάδους. Όσο οι μισθοί καθορίζονται διοικητικά και η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εργαζομένων παραμένει η δεύτερη χαμηλότερη σε ολόκληρη την Ευρωζώνη – ξεπερνώντας μόνο εκείνη της Βουλγαρίας – η επίκληση της ανάπτυξης ακούγεται ως ειρωνεία στα αυτιά της μισθωτής εργασίας.

Αυξήσεις… 1,09 ευρώ στις συντάξεις και η παγίδα των «έκτακτων» βοηθημάτων

Η πλέον αποκαλυπτική εικόνα της κυβερνητικής κοινωνικής πολιτικής καταγράφεται στα εκκαθαριστικά σημειώματα των συνταξιούχων.

Πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους για τις ονομαστικές ποσοστιαίες αυξήσεις, η σκληρή πραγματικότητα αποτυπώνεται στα ποσά που τελικά φτάνουν στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Όπως επισημαίνουν με καυστικό τρόπο τα συνδικαλιστικά σωματεία και το Ενιαίο Δίκτυο Συνταξιούχων (ΕΝΔΙΣΥ), τα 100 επιπλέον ευρώ που προβάλλονται ως ετήσια αύξηση του επιδόματος των συνταξιούχων (το οποίο διαμορφώνεται πλέον στα 400 ευρώ από 300) αναλογούν στο εξευτελιστικό ποσό των μόλις 1,09 ευρώ την ημέρα!

Η αιτία για αυτό το λογιστικό «καψώνι» συμπυκνώνεται στη διατήρηση της «προσωπικής διαφοράς», στην αυτόματη παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) που «ροκανίζει» κάθε ονομαστική αύξηση μόλις ο συνταξιούχος αλλάξει κλιμάκιο, αλλά και στην άμεση φορολόγηση. Απέναντι σε αυτόν τον διαρκή εμπαιγμό, το έκτακτο βοήθημα των 400 ευρώ καθαρά, που εξαγγέλθηκε για όσους είναι άνω των 65 ετών, λειτουργεί απλώς ως ένα προσωρινό «παρηγορητικό» μέτρο.

Πρόκειται για μια επιδοματική ένεση που σε καμία περίπτωση δεν αναπληρώνει τη μόνιμη απώλεια της 13ης σύνταξης ούτε μπορεί να δώσει βιώσιμη λύση στο δομικό πρόβλημα της ακρίβειας, των αυξημένων δαπανών για φάρμακα και της υποβάθμισης του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

«Κουμπαράς» και στέγη: ταξικές ασυμμετρίες και απλησίαστα ενοίκια

Ακόμη και στα μέτρα που προβλήθηκαν ως καινοτόμα, όπως ο «κουμπαράς της νέας γενιάς» – το αποταμιευτικό πρόγραμμα όπου το κράτος υπόσχεται να διπλασιάζει τις καταθέσεις των γονέων για τα παιδιά τους έως τα 1.200 ευρώ ετησίως (δηλαδή 100 ευρώ τον μήνα) –, αποκαλύπτεται μια βαθιά κοινωνική και ταξική αντίφαση.

Σε μια χώρα όπου τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν συστηματικά αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης για το 60% των ελληνικών νοικοκυριών, η δυνατότητα περισσεύματος 100 ευρώ τον μήνα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Έτσι, ένα μέτρο που προβάλλεται ως καθολικό κινδυνεύει στην πράξη να επιδοτήσει αποκλειστικά όσους διαθέτουν ήδη την οικονομική άνεση να αποταμιεύουν, διευρύνοντας αντί να γεφυρώνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Παράλληλα, στο φλέγον μέτωπο της στεγαστικής κρίσης, οι κυβερνητικές εξαγγελίες κινούνται στην περιφέρεια του προβλήματος. Η αύξηση του φόρου μεταβίβασης στο 15% για αγοραστές ακινήτων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα περιορισμένης εμβέλειας προγράμματα επιδότησης δεν επαρκούν για να αναχαιτίσουν την εκτόξευση των ενοικίων, που στα μεγάλα αστικά κέντρα αγγίζει το 35% με 40% την τελευταία τετραετία.

Χωρίς γενναίους περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση (Airbnb) και χωρίς ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας, το δικαίωμα στη στέγη μετατρέπεται σε πολυτέλεια για τη νέα γενιά.

Τράπεζες, ιδιωτικό χρέος και το «ταμείο» της επόμενης μέρας

Την ίδια στιγμή οι εκπρόσωποι της αγοράς και των παραγωγικών φορέων υπογραμμίζουν τη μεγάλη «σιωπή» της ΔΕΘ απέναντι στα δομικά αδιέξοδα της οικονομίας: το ιδιωτικό χρέος και το τραπεζικό σύστημα.

Παρά τα διαρκή παράπονα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ), η κυβέρνηση απέφυγε να επιβάλει ουσιαστικό φρένο στις καταχρηστικές χρεώσεις και τις προμήθειες των τραπεζών, οι οποίες συνεχίζουν να καταγράφουν κέρδη – ρεκόρ. Παράλληλα το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων (που παραμένουν καθηλωμένα κοντά στο μηδέν) και επιτοκίων χορηγήσεων στραγγαλίζει τη ρευστότητα των νοικοκυριών.

Όσο για το ιδιωτικό χρέος, οι αόριστες υποσχέσεις για αυστηροποίηση του πλαισίου λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική προστασία στους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες που βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με το φάσμα των πλειστηριασμών και των επιθετικών τακτικών ανάκτησης.

Το πολιτικό και οικονομικό συμπέρασμα που προκύπτει μετά την ολοκλήρωση της ΔΕΘ είναι σαφές και αμείλικτο. Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πακέτο 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο όμως στην πραγματικότητα τροφοδοτείται από τα υπερέσοδα που εισπράττει το κράτος μέσω των υψηλών έμμεσων φόρων (ΦΠΑ και ΕΦΚ) και του πληθωρισμού, ο οποίος λειτουργεί ως ένας μηχανισμός βίαιης αναδιανομής του πλούτου από τα κάτω προς τα πάνω.

Η Έκθεση της Θεσσαλονίκης έκλεισε τις πύλες της, αλλά, με τους αριθμούς πλέον ανοιχτούς στο τραπέζι, οι πολίτες διαπιστώνουν πως, πίσω από τους βαρύγδουπους τίτλους και τις επικοινωνιακές φωτοβολίδες, τα πραγματικά οφέλη για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας μετρώνται σε μόλις 1,09 ευρώ την ημέρα, ενώ το κόστος επιβίωσης συνεχίζει να καλπάζει ανεξέλεγκτο.

 topontiki.gr 

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ