Άρθρα Πολιτική Πολιτισμός

“Απόσπασμα από το έξι άρθρα για τον Jean-Paul Sartre” / γράφει ο Δημήτρης Αθανασιάδης

ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ
ΣΤΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ
(ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΑΡΘΡΩΝ ΓΙΑ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ)*
ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

«Le marxisme reste donc la philosophie de notre temps: il est indépassable parce que les circonstances qui l’ont engendré ne sont pas encore dépassées»

(Ο μαρξισμός παραμένει, λοιπόν, η φιλοσοφία του καιρού μας: είναι ανυπέρβλητος γιατί  οι συνθήκες που τον δημιούργησαν δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί)

(Jean-Paul Sartre: Critique de la raison dialectique)

Τον Μάρτιο του 2026 συζητώντας για την πολεμική επιχείρηση του αμερικανο-ισραηλινού ιμπεριαλισμού στο Ιράν αναφέρθηκα στους συνομιλητές μου στην «πολιτική πνευματικότητα» για την οποία είχε μιλήσει ο Michel Foucault σε σχέση με την ιρανική εξέγερση το 1978 και επειδή διαπίστωσα ότι ήταν μια έννοια άγνωστη ή συγκεχυμένη στους περισσότερους, ανέλαβα την υποχρέωση να τους μεταφέρω κάποια στοιχεία, αποδίδοντας στη γλώσσα μας, για τις περιστασιακές ανάγκες, ένα σχετικό άρθρο.

Το ένα άρθρο έφερε το άλλο με αποτέλεσμα να μεταφράσω, τελικά, ένα σύνολο τεσσάρων άρθρων που διερευνούσαν τα μαρξιστικά αποτυπώματα στο γενικότερο έργο του Foucault.

Η συνέχεια ήταν αυτονόητη: αν η προσπάθειά μου αυτή έμεινε μόνο στον Foucault, θα αποτελούσε μια «αναπηρία» για την εικόνα της γαλλικής διανόησης χωρίς την αντίστοιχη αναφορά στην κεντρική φυσιογνωμία του επαναστατικού στοχασμού του πολιτικού και φιλοσοφικού δασκάλου της γενιάς μου, του Jean-Paul Sartre, για τον οποίο το διαθέσιμο βιβλιογραφικό υλικό για τις μαρξιστικές ρίζες και τις μαρξιστικές εκφάνσεις του έργου του είναι απέραντο.

Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα για μια πρόχειρη απόδοση στη γλώσσα μας μιας σειράς σχετικών άρθρων που έτυχε, μεταξύ των άλλων, να έχω στη διάθεσή μου και από την απόφασή μου αυτή σκόπιμα δεν παρέλειψα να επιλέξω άρθρα με αντι-μαρξιστικές και αντι-σαρτρικές προθέσεις για να τεκμηριώσω, εκ του αντιθέτου, τη σημασία και το μαρξιστικό υπόβαθρο του έργου του Sartre.

Όπως για παράδειγμα το άρθρο De l’Être et le néant à la Critique de la raison dialectique: le tournant «marxiste» de Sartre (Από το Είναι και το μηδέν στην Κριτική του διαλεκτικού λόγου: η «μαρξιστική» στροφή του Sartre) του Philippe Cabestan, που από την αρχή του εκδηλώνει τον αντι-μαρξισμό και αντι-σαρτρισμό του, φτάνοντας στην πρόκληση να παραθέσει στην αφιέρωση ένα επαίσχυντο απόσπασμα, το οποίο και τμηματικά λογόκρινα, της ομιλίας της Λευκορωσίδας δημοσιογράφου και συγγραφέα, Svetlana Alexievitch,  δεδηλωμένης  αντισοβιετικής δημοσιογράφου, από την ομιλία της κατά την παραλαβή του αντιτίμου των «υπηρεσιών» της στον καπιταλισμό από την Σουηδική Βασιλική Ακαδημία, του γνωστού και μη εξαιρετέου Βραβείου Νόμπελ, που ο Sartre αρνήθηκε το 1964 με τη δήλωση, ότι ο συγγραφέας οφείλει να αρνείται να επιτρέπει τον εαυτό του να μεταμορφώνεται σε θεσμό («L’écrivain doit refuser de se laisser transformer en institution»).

Ή ακόμα το άρθρο Phénoménologie, existentialisme et marxisme dans la France de laprèsguerre (Φαινομενολογία, υπαρξισμός και μαρξισμός στη μεταπολεμική Γαλλία) του Manlio Iofrida, που πραγματεύεται τη σχέση της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού με τον μαρξισμό και δηλώνει εμφαντικά τη σκόπιμη υποβάθμιση και τον περιορισμό σε έμμεσες, μόνο, αναφορές του κατεξοχήν Γάλλου υπαρξιστή και πολυκύμαντου επαναστατικού αγωνιστή, Jean-Paul Sartre, με το φαιδρό αιτιολογικό ότι θεωρεί, σήμερα, ως σύνδεσμο της φαινομενολογίας και του μαρξισμού την οικολογία και το έργο του Sartre το αντιμετωπίζει ως απολύτως αντι-οικολογικό.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα, από τη μια, να εκφράσω την προσωπική μου ικανοποίηση για τις δικές μου αντι-οικολογικές πεποιθήσεις, αφού η οικολογία, όπως αναφέρει και ο Michel Onfray στο γνωστό σημείωμά του Greta la science για την Greta Thunberg, αποτελεί μια σύγχρονη έκφανση του πράσινου καπιταλισμού, την πιο πρόσφατη μεταμόρφωσή του.

Από την άλλη, θα θεωρούσα προσβολή ακόμα και να φανταστώ τον Sartre να διανέμει στους δρόμους του Παρισιού, αντί για τη La Cause du Peuple, κάτι που θα προάσπιζε «τα δικαιώματα» ενός παγόβουνου να μείνει παγόβουνο και όχι την ελευθερία ενός ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος ενάντια σε κάθε διεστραμμένη βούληση και επιταγή της σύγχρονης καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Ύστερα από τα άρθρα για τον Foucault και τις μαρξιστικές βάσεις στο έργο του, μ’ αυτά τα άρθρα για τον Sartre ολοκληρώνω την περιπλάνηση της δικής μου ιδεολογικής αυτοβιογραφίας: μιας αυτοβιογραφίας ενός αταλάντευτου μαρξιστή χωρίς κομματική, αλλά με πολυπολιτισμική μαρξιστική πολιτική ταυτότητα που μισεί θανάσιμα να ακούει αδολεσχίες αριστερών αυτοπροσδιορισμών από έμφοβα ψευτοπροοδευτικά υβρίδια του καπιταλισμού που απεχθάνονται ή φοβούνται τον μαρξισμό και επικαλούνται το νεφέλωμα της αριστεράς ως προπέτασμα καπνού δια «πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» (Κατὰ Ματθαῖον Ἱερὸν Εὐαγγέλιον 4, 23) ενός προσποιητού προοδευτισμού.

Ο μαρξισμός, λοιπόν, είναι μια πολυπολιτισμική παγκόσμια ιδεολογία και ενδημική ιδεολογική παράμετρος σε μια πληθώρα άλλων ιδεολογιών και, προσωπικά, ξεκαθαρίζω ότι, από την ειρηνική συνύπαρξή μου με τον υπαρξισμό και τον μαρξισμό, από τον πρώτο αποκόμισα την ελευθερία της ατομικής μου συνείδησης και από τον δεύτερο το μεγαλείο της κοινωνικής συνείδησης, έργο της οποίας κοινωνικής μου συνείδησης είναι και η απόδοση αυτών των κειμένων με σκοπό να τα διαθέσω σε ορισμένους φίλους που δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στη γαλλική βιβλιογραφία.

Μάης 2026

 

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΟ

 

Επειδή κάποιοι όροι, ιδιαίτερα στη φαινομενολογία, αλλά και στο έργο του Sartre  ή στις προσεγγίσεις του έργου του, είναι πολύ δύσκολο να αποδοθούν μονολεκτικά μεταφρασμένοι στη γλώσσα μας (ακόμα και σε απλές αναφορές εντόπισα διαφοροποιημένες μεταφραστικές αποδόσεις) και, αν ακόμα αποδοθούν, είναι δύσκολο, για να μην πω σχεδόν αδύνατο, να κατανοηθούν από όσους δε έχουν εντρυφήσει διεξοδικά με το αντικείμενο, σκέφτηκα να προτάξω αυτό το εννοιολόγιο με επεξηγηματικές αποσαφηνίσεις κάποιων όρων, οι οποίοι στη συνέχεια στα κείμενα παρατίθενται, τις περισσότερες φορές, όπως είναι στην αρχική γραφή των κειμένων με τη γαλλική ή, ορισμένες φορές, τη γερμανική γραφή, ενώ σε κάποιους από αυτούς ή και σε άλλους όρους μέσα στα κείμενα παραθέτω τη ξενόγλωσση γραφή τους και σε παρένθεση τη λεκτική ή περιφραστική απόδοση ή αντίστροφα για να μην χαθεί ο νοηματικός ειρμός του κειμένου. Ορισμένες φορές, δεν θα διστάσω, επίσης, να οδηγηθώ σε νεολογισμούς που η έννοιά τους είναι προφανής στη γλώσσα μας για να πλησιάσω τη ξενόγλωσση ορολογία, όταν μάλιστα δεν έχουν παγιωθεί μεταφραστικά κάποιες λεκτικές αποδόσεις και δεδομένου ότι δεν έχω την εμπειρία της σχετικής ελληνικής βιβλιογραφίας.

Τα αναφερόμενα, επίσης, έργα τα παραθέτω όπως αναγράφονται (συνήθως με πλάγια γράμματα) και αναφέρονται στα αρχικά κείμενα και μετά παραθέτω σε παρένθεση ερμηνευτικές καταχωρίσεις, μια ή περισσότερες φορές.

Το λεξιλόγιο αυτό σε ένα μέρος στηρίχθηκε στο άρθρο του Emmanuel Barot: Glossaire (SARTRE ET LE MARXISME, Éditions La Dispute, 2011), ενώ για όσους όρους δεν είναι καταχωρημένοι σ’ αυτό παρέθεσα δικές μου επεξηγήσεις, όπως επίσης ορισμένες φορές αναγκάστηκα να κάνω εννοιολογικές προσθήκες επί του εννοιολογίου και επεξηγηματικές σημειώσεις για πληρέστερη διευκρίνιση.

 

Praxis (Πράξη)

 

Το μοναδικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης ως ζωντανού οργανισμού που καθοδηγείται από τις ανάγκες του είναι ότι επιδιώκει να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες μέσα σε ένα δεδομένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο παράγοντας τα δικά της μέσα διαβίωσης. Με τη γενική της έννοια, η «πράξη» αναφέρεται σ’ αυτή την ευαίσθητη και στοχαστική δραστηριότητα, που αποτελείται από έργα, απαιτήσεις και προσδοκίες, που είναι ειδική για την ανθρωπότητα. Η εργασία παρέχει φυσικά τη μήτρα της, ακόμη και αν δεν μπορεί να αναχθεί σ’ αυτή. Η έννοια χρονολογείται από την Αρχαιότητα και ήταν κεντρική στις φιλοσοφίες της ιστορίας που κληρονόμησε ο Μαρξ τον 19ο αιώνα. Στην Critique de la raison dialectique του Sartre, παίρνει τόσο οντολογική όσο και επιστημολογική πρωτοκαθεδρία, εν μέρει κληρονομημένη από το «pour-soi» «για τον εαυτό» (ή δι’ εαυτό) του L’Être et le Néant. Κάθε συλλογική πραγματικότητα ή φαινόμενο (ομάδες, κοινωνικές τάξεις, γεγονότα κ.λ.π.) είναι, τελικά, το αποτέλεσμα της διαπλοκής ατομικών πράξεων, οι οποίες μόνες τους μπορούν να θεωρηθούν ότι υπάρχουν με την πλήρη έννοια του όρου, και αυτές οι συλλογικές πραγματικότητες μπορούν να κατανοηθούν μόνο σ’ αυτή τη βάση.

Αλλά ενώ η κοινωνία δεν είναι ποτέ ένα αυτοτελές σύνολο, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μια «αποοκληρωμένη συνολικότητα» (totalité détotalisée), δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα απλό μηχανικό σύνολο μεμονωμένων ατόμων. Πρέπει να κατανοήσουμε πώς αυτές οι συλλογικές πραγματικότητες μεταφέρουν αποτελέσματα περιορισμών που είναι εδραιωμένοι στον χρόνο και τον χώρο και ριζώνουν με τη μορφή δομών που γίνονται τόσοι πολλοί διαρκείς προσδιορισμοί (déterminations) της κοινωνικής ύπαρξης. Γι’ αυτό τον λόγο, ο Sartre συνδέει την πράξη με την έξη (hexis) (ή habitus), και αυτή η διαλεκτική μεταξύ δομών και πρακτικών είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί ταυτόχρονα να αποφύγει τη θυσία του ατόμου στην Ιστορία, την εποχή του, την τάξη του κ.λ.π., και όμως να αναγνωρίσει αυτές τις μορφές συλλογικής ύπαρξης ως πραγματικούς, αντικειμενικά περιοριστικούς παράγοντες.

«Αν θέλουμε να δώσουμε στη μαρξιστική σκέψη την πλήρη πολυπλοκότητά της, πρέπει να πούμε ότι ο άνθρωπος, σε μια περίοδο εκμετάλλευσης, είναι ταυτόχρονα προϊόν του δικού του προϊόντος και ιστορικός παράγοντας που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί προϊόν. Αυτή η αντίφαση δεν είναι σταθερή. Πρέπει να γίνει αντιληπτή στην ίδια την κίνηση της πράξης. Τότε θα φωτίσει τη φράση του Ένγκελς: οι άνθρωποι δημιουργούν ιστορία με βάση προηγούμενες πραγματικές συνθήκες (…) αλλά είναι αυτοί που τη δημιουργούν και όχι οι προηγούμενες συνθήκες: διαφορετικά, θα ήταν απλώς φορείς απάνθρωπων δυνάμεων που θα κυβερνούσαν τον κοινωνικό κόσμο μέσω αυτών. (…) Αλλά αν η ιστορία μου διαφεύγει, δεν είναι επειδή δεν τη δημιουργώ εγώ: είναι επειδή τη δημιουργεί και ο άλλος. (…) Μ’ αυτή την έννοια, η ιστορία, η οποία είναι το έργο όλης της δραστηριότητας όλων των ανθρώπων, τους φαίνεται ως μια ξένη δύναμη» (Sartre: Questions de méthode, σελ. 73 και 74) (Emmanuel Barot).

Rareté (Σπανιότητα)

Η σπανιότητα είναι η πρωταρχική εμπειρία κάθε οργανισμού, ο οποίος πρέπει να βγει έξω από τον εαυτό του και να βυθιστεί σε ένα πρακτικό πεδίο για να επιβιώσει. Η «κόλαση» της σπανιότητας συνοψίζεται στο γεγονός ότι «δεν υπάρχουν αρκετά για όλους» (Critique de la raison dialectique, τόμος 1, σελ. 239). Δεδομένου ότι «ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία – τουλάχιστον μέχρι τώρα – είναι ένας αδιάκοπος αγώνας ενάντια στη σπανιότητα» (ibid., σελ. 235), για τον Sartre είναι πρώτα και κύρια η «υλική συνθήκη της ιστορικότητας» και η «παθητική κινητήρια δύναμη της ιστορίας» (ibid., σελ. 234). Αλλά και μέσω της σπανιότητας γεννιέται η ηθική σχέση, μόλις ο Άλλος εμφανιστεί μπροστά μου ως αυτός που μπορεί να με καταστρέψει, και αντίστροφα (Emmanuel Barot).

Matière ouvrée (Επεξεργασμένη ή Κατεργασμένη ύλη)

Κάθε άτομο, ως «άνθρωπος της ανάγκης» (Critique de la raison dialectique, τόμος 1, σελ. 208), διέπεται από την εσωτερικευμένη σπανιότητα που επιδιώκει να καλύψει, είναι μια συστατική πράξη, ένα πρακτικό πεδίο για την εκούσια παραγωγή υλικών αντικειμένων. Η «επεξεργασμένη ύλη», σε αντίθεση με την άψυχη ύλη, προκύπτει από αυτή την αντικειμενοποίηση: είναι ύλη προσαρμοσμένη, κατανεμημένη, διαμεσολαβημένη από την εργασία και η οποία ζωντανεύει από αυτή. Λογικά μιλώντας, αυτή η υλικότητα είναι φορέας της κοινωνίας: είναι αυτό βάσει του οποίου, αυτό μέσω του οποίου και αυτό για τον σκοπό του οποίου οι ατομικές πράξεις βρίσκεται πάντα, ήδη, σε εξάρτηση. Είναι, επίσης, η θεμελιώδης προέλευση των διαδικασιών αλλοτρίωσης των πράξεών τους. Κατ’ επέκταση, η «επεξεργασμένη ύλη» προσδιορίζει την ενότητα αυτού του ίδιου εργαζόμενου κόσμου για όλους τους ανθρώπους (Emmanuel Barot).

Η επεξεργασμένη ύλη αναφέρεται στη φυσική ύλη που έχει μετασχηματισθεί από την ανθρώπινη εργασία φέροντας έτσι το στίγμα του ανθρώπου, είναι το αποτέλεσμα μιας «ολοποιητικής» δράσης που οργανώνει και ενοποιεί τον φυσικό κόσμο σύμφωνα με τους ανθρώπινους σκοπούς (εξωτερίκευση του ανθρώπου), βρίσκεται στην καρδιά του πρακτικού-αδρανούς (pratico-inerte) που αντιπροσωπεύει την αδρανή (παθητική) ύλη που έχει, ήδη, διαμορφωθεί και με τη σειρά της καθορίζει την ανθρώπινη δράση (εσωτερίκευση του ανθρώπου στον εαυτό του) και αντιπροσωπεύει την υλοποίηση της ελευθερίας, αλλά στη συνέχεια αποτελεί το πρώτο στάδιο του μετασχηματισμού του ανθρώπου σε πράγμα που δίνει το έναυσμα της αλλοτρίωσης (Δημήτρης Αθανασιάδης).

Pratico-inerte (Πρακτικό-αδρανές)

Αυτός ο όρος μπορεί, αρχικά, να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει, είτε για ένα άτομο, μια μικρή ομάδα, είτε σε μακροκοινωνικό επίπεδο, το γεγονός ότι κάθε πρακτική καθορίζεται από προϋπάρχουσες δομές, στο βαθμό που κάθε δομή (ιδιαίτερα κοινωνική και οικονομική) είναι προϊόν προηγούμενων συστατικών πρακτικών. Η υλική ουσία αυτής της διαλεκτικής ξεδιπλώνεται από τον υλικό κόσμο: το πρακτικό-αδρανές είναι η «διακυβέρνηση του ανθρώπου από την επεξεργασμένη ύλη, αυστηρά ανάλογη με τη διακυβέρνηση της άψυχης ύλης από τον άνθρωπο» (Critique de la raison dialectique, τόμος II, σελ. 287).

Το πρακτικό-αδρανές είναι, επομένως, μια μόνιμη δομή της κοινωνίας που προκύπτει από το γεγονός ότι οι πράξεις, στη δράση τους («πρακτικό-»), επηρεάζονται με τη σειρά τους και παραμορφώνονται από την αδράνεια των υλικών συνθηκών που συναντούν («-αδρανές»): η επεξεργασμένη ύλη είναι από αυτή την άποψη «αντεστραμμένη πράξη» (ibid., σελ. 271). Η έννοια διατηρεί τον συνειρμό του εγκλωβισμού, της βαρύτητας που συνδέθηκε μ’ αυτή του «είναι καθ’ εαυτό» (« être-en-soi ») στο L’Être et le Néant (και η οποία ήταν ήδη η πηγή της «ναυτίας» στο (ομώνυμο) μυθιστόρημα του 1938), αλλά πηγαίνει παραπέρα: είναι το ενδιάμεσο μέσω του οποίου κάθε δράση, στο τέλος της προσπάθειας αντικειμενοποίησης (εξωτερικοποίηση της πράξης, παραγωγή αντικειμένων μέσω της εργασίας, για παράδειγμα), τείνει να οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα άλλο, δηλαδή, σε μια ορισμένη αλλοτρίωση, από αυτό που αναμενόταν. Ο Sartre ονομάζει «αντι-τελικότητες» («contre-finalités») αυτές τις αποκλίσεις, που οι έννοιες της «αντι-διαλεκτικής» («antidialectique») ή ακόμα και της «αντι-πράξης» («antipraxis») γενικεύουν, επιπροσθέτως, στην Critique de la raison dialectique (Emmanuel Barot).

Sérialité (Σειραϊκότητα)

Αυτή είναι μια από τις πιο καινοτόμες έννοιες του Sartre. Η σειραϊκότητα είναι η κυρίαρχη συνθήκη των πρακτικά-αδρανών συλλογικοτήτων: η παθητικότητα και ο ατομικός χαρακτήρας των μελών τους σε σχέση μεταξύ τους σημαίνει ότι μπορούν να ταξινομηθούν σε μια «σειρά», όπως ακέραιοι αριθμοί, σε μια ουρά σε μια στάση λεωφορείου (Critique de la raison dialectique, τόμος Ι, σελ. 364 κ.ε.) ή σε ένα εκδοτήριο εισιτηρίων, ή ακόμα και σαν μπιζέλια στοιβαγμένα σε ένα κουτί. Η σειραϊκή δομή, ένας τρόπος συνύπαρξης στην εξωτερικότητα, βρίσκεται στη βάση του καθεστώτος της αδυναμίας και της πραγματοποίησης (αντικειμενοποίησης, δηλαδή, μετατροπής μιας έννοιας, ιδέας ή προσώπου σε αντικείμενο – πράγμα, σημείωση Δημήτρη Αθανασιάδη) που επηρεάζει τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτό το καθεστώς δεν μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε πράγματα (αυτή η «πραγματοποίηση» [«réification»] δεν είναι «πραγματοποίηση» [με την έννοια της μετατροπής σε πράγμα]  [«chosification»]), αλλά το κάνει έτσι ώστε οι άνθρωποι, στην εποχή του καπιταλισμού και, επομένως, λόγω της γενικευμένης δικτατορίας της εμπορευματικής μορφής, να διατηρούν σχέσεις πραγμάτων, ενώ τα ίδια τα πράγματα (τα εμπορεύματα) αποδίδονται με μια προσωπικότητα, με μια, σχεδόν, ανθρωπιά: αυτός ο βαμπιρισμός είναι το αποτέλεσμα μιας πραγματικής γενικευμένης αντιστροφής την οποία ο Μαρξ, στο Βιβλίο Ι του Κεφαλαίου, είχε τοποθετήσει στον «φετιχισμό του εμπορεύματος».

Μια κοινωνική τάξη είναι, πάντα, σε κάποιο επίπεδο, μια πρακτική-αδρανής πραγματικότητα που επηρεάζεται από ένα τέτοιο σειραϊκό καθεστώς, καθώς ορίζεται από τις αντικειμενικές σχέσεις παραγωγής (Critique de la raison dialectique, τόμος Ι, σελ. 412-414) που επιβάλλονται στα άτομα. Αλλά δεν μπορεί να αναχθεί σ’ αυτό, αφού είναι, επίσης, μια δυναμική αγώνα και υποκειμενοποίησης, ιδιαίτερα σε πολιτικό επίπεδο. Σε ρήξη μ’ αυτόν τον τρόπο συλλογικής συνύπαρξης αναδύεται η ομάδα σε συγχώνευση (groupe en fusion) (μεταφράζοντας λεκτικά θα μπορούσε να αποδοθεἰ και ως ομάδα σε σύντηξη, σημείωση Δημήτρη Αθανασιάδη): διαλύει τη σειραϊκότητα και εγκαθιδρύει, έστω και προσωρινά, ένα καθεστώς αμοιβαιότητας όπου, μέσα στην ομάδα, αντί ο καθένας να είναι ο Άλλος των άλλων, ο καθένας βλέπει στον άλλον ένα alter ego, όλοι ενωμένοι στον ίδιο αγώνα (Emmanuel Barot).

Groupe en fusion (Ομάδα σε συγχώνευση, Συγχωνευμένη ομάδα)

(Στην κυριολεκτική απόδοση των λέξεων η απόδοση θα ήταν: ομάδα σε σύντηξη. Αλλά η σύντηξη αποτελεί ένα χημικό και όχι ένα κοινωνικό φαινόμενο)

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η σειραϊκότητα αναφέρεται σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης, όπου τα άτομα ενοποιούνται παθητικά από εξωτερικούς, υλικούς παράγοντες (όπως η αναμονή λεωφορείου ή η αγορά προϊόντων και τί κρίμα ο Sartre δεν έζησε να προφτάσει να αναδείξει το υπέρτατο στάδιο της ψηφιακής σειραϊκότητας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που αποτελούν τα σύγχρονα υποκατάστατα του θρησκευτικού οπίου του λαού, όχι βέβαια με σκοπό τη θρησκευτική αποτοξίνωση, αλλά τον ηλεκτρονικό εθισμό στην υποταγή) και όχι από έναν κοινό εσωτερικό σκοπό. Είναι, δηλαδή, μια κατάσταση «πολλαπλότητας απομονώσεων» ή «μοναχικότητας», που χαρακτηρίζεται από αλλοτρίωση, εναλλαξιμότητα των μελών και αδιαφορία, όπου κάθε άτομο ενεργεί μόνο του ενώ δομείται από μια κοινή κατάσταση.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μια μάζα εύκολα διαχειρίσιμη, χωρίς αντιστάσεις και χωρίς συλλογική δράση.

Στον χώρο εργασίας π.χ. που οι εργαζόμενοι τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία σε μια γραμμή παραγωγής, όπου οι αλληλεπιδράσεις τους υπαγορεύονται από τα μηχανήματα, την καπιταλιστική δομή ή τα συμφέροντα της εργοδοσίας και όχι από την προς αμοιβαίο προσωπικό ή επαγγελματικό συμφέρον συνεργασία με τελικό αποτέλεσμα την αλλοτρίωση και την απομάκρυνση από την ίδια την ανθρώπινη φύση με τη μετατροπή του εργαζόμενου από υποκείμενο σε αντικείμενο και τον περιορισμό της ελευθερίας από προηγουμένως επεξεργασμένη, αδρανή ύλη (πρακτικό-αδρανές)  (π.χ. εργαλεία, κτίρια).

Απάντηση στη σειραϊκότητα δίνει ο Sartre με την ομάδα σε συγχώνευση ή συγχωνευμένη ομάδα (groupe en fusion), η οποία αποτελεί μια ενεργή και ενοποιημένη συγκέντρωση ανθρώπων, που συχνά εκδηλώνεται από μια επανάσταση ή αποτελεί προϋπόθεση γι’ αυτή.

Μια ομάδα σε συγχώνευση αναδύεται όταν μια σειρά διασπάσει τους σειραϊκούς της περιορισμούς και συγκεντρωθεί για να σχηματίσει μια οργανική ενότητα γύρω από έναν κοινό στόχο, ενώ ο παράγοντας της σπανιότητας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σ’ αυτόν τον μετασχηματισμό.

Ο Sartre χρησιμοποιεί το παράδειγμα της «Κατάληψης της Βαστίλης» για να δείξει την επαναστατική μετατόπιση, όπου οι Παριζιάνοι μεταμορφώθηκαν από τρομοκρατημένα, διασκορπισμένα άτομα σε μια ενωμένη δύναμη, μια ομάδα σε συγχώνευση.

Έτσι, η ομάδα σε συγχώνευση στην ατομικότητα, τον διαχωρισμό, την ετερότητα και τον ανταγωνισμό της σειραϊκότητας αντιπαραθέτει τη συλλογικότητα της ομάδας του «εμείς», στην παθητική υπακοή στις υλικές ανάγκες τον ενεργό και δημιουργικό ιδεολογικό μετασχηματισμό, στις εξωτερικές βάσεις της ενότητας την εσωτερικότητα του σκοπού, στον φετιχισμό του εμπορεύματος τον ορθολογισμό της ιδεολογίας και την ταξική συνείδηση και στην παθητική υποταγή στον νόμο την ενεργό αντίσταση με μια «δικτατορία της ελευθερίας» (Δημήτρης Αθανασιάδης).

Méthode progressiverégressive (Προοδευτική-παλινδρομική μέθοδος)

Η ατομική πράξη ορίζεται ως εσωτερίκευση του εξωτερικού κόσμου – διανοητικά, συναισθηματικά, μέσω εργασίας κ.λ.π.-  και εξωτερίκευση του εσωτερικού κόσμου, για παράδειγμα, με τη μορφή έργων: η επίγνωση θα σημαίνει ότι κάνει «τη δοκιμασία της βιωμένης εμπειρίας» (Questions de méthode, σελ. 80 και 81) που είναι δική του. Η επίγνωση είναι ένας τρόπος γνώσης που αντιτίθεται στην απλή εξωτερική εξήγηση: είναι «η διαλεκτική κίνηση που εξηγεί την πράξη με το τελικό της νόημα από τις αρχικές της συνθήκες» (ibid., σελ. 115), η οποία στοχεύει να συλλάβει όσο το δυνατόν ακριβέστερα την πορεία που ακολουθεί στην πραγματικότητα ένα άτομο, ιδιαίτερα το χάσμα μεταξύ των επιδιωκόμενων στόχων και των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται στην πραγματικότητα. Η «κίνηση επίγνωσης» είναι επομένως διαλεκτική, καθώς είναι «ταυτόχρονα προοδευτική (προς το αντικειμενικό αποτέλεσμα) και παλινδρομική (επιστρέφω στην αρχική συνθήκη)» (ibid., σελ. 116). Με άλλα λόγια, η μέθοδος της «επίγνωσης» δεν μπορεί να καθοριστεί ανεξάρτητα: πρέπει να βελτιώσει τα δικά της εργαλεία κατά την ίδια την εξερεύνηση του αντικειμένου της, προκειμένου να διατηρήσει την μοναδικότητά της.

Ο Sartre ισχυρίζεται ότι αντλεί την αρχή της μεθόδου από την αγροτική κοινωνιολογία του Henri Lefebvre (Questions de méthode, σελ. 50-51, σημείωση 1), αλλά την επεκτείνει σε όλους τους τομείς της ανθρωπολογίας. Κάθε πραγματικότητα διαθέτει δύο πολυπλοκότητες που αλληλοδιαπλέκονται συνεχώς: η μία «οριζόντια» ή δομική, η άλλη κάθετη ή ιστορική. Η πρώτη απαιτεί την ανάδειξη των διαφορετικών στρωμάτων ή τύπων προσδιορισμών που διαδραματίζονται (αυτή είναι η στιγμή της «δομής», στην οποία οι δομιστές αφιερώνονται αποκλειστικά), η δεύτερη απαιτεί την παρατήρηση ή την ανακατασκευή του ζωντανού, χρονικού συνδυασμού αυτών των προσδιορισμών. Η Critique de la raison dialectique γενικεύει αυτόν τον στόχο:

«Η εμπειρία της διαλεκτικής είναι η ίδια διαλεκτική: αυτό σημαίνει ότι συνεχίζεται και οργανώνεται σε όλα τα επίπεδα. (…) Θα είναι παλινδρομική, καθώς θα ξεκινά από τη βιωμένη εμπειρία για να ανακαλύψει σταδιακά όλες τις δομές της πράξης. (…) Στόχος της είναι, απλώς, να ανακαλύψει και να εδραιώσει τη διαλεκτική ορθολογικότητα, δηλαδή την πολύπλοκη αλληλεπίδραση της πράξης και της ολοποίησης. Όταν φτάσουμε στους πιο γενικούς παράγοντες, δηλαδή στην υλικότητα, θα είναι καιρός να ανακατασκευάσουμε από την εμπειρία μας το σχήμα της κατανοησιμότητας που ταιριάζει στην ολοποίηση. Αυτό το δεύτερο μέρος… θα είναι, αν θέλετε, ένας συνθετικός και προοδευτικός ορισμός της «ορθολογικότητας της δράσης»» Critique de la raison dialectique, τόμος Ι, σελ. 157) (Emmanuel Barot).

Situation (Κατάσταση)

Η έννοια της «κατάστασης» αναφέρεται στην ένθεση της ελευθερίας σε ένα σύνολο κληρονομημένων, ενδεχομενικών και μη επιλεγμένων συνθηκών (αυτό που το L’Être et le Néant προσδιορίζει εν μέρει με τον όρο «facticité»*  («γεγονοτικότητα»)): η συνθήκη του να είσαι αστός, εργάτης, Γάλλος, αποικιοκρατούμενος, σε μια συγκεκριμένη χώρα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κ.λ.π. Αλλά ο όρος δεν προσδιορίζει, απλώς, αυτό το γεγονός, αλλά φέρει ένα ισχυρό οντολογικό και επιστημολογικό βάρος. Από τη μία πλευρά, εφόσον «δεν υπάρχει ελευθερία παρά μόνο σε μια κατάσταση» (L’Être et le Néant, σελ. 546), το είναι τοποθετημένο – ενταγμένο (l’être-situé) (δηλαδή, το να είσαι τοποθετημένος – ενταγμένος, αναφέρεται και ως l’être-en-situation – το είναι σε κατάσταση -, αποτελεί μια σημαντική έννοια της φαινομενολογικής οντολογίας  του Sartre που σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει ποτέ με αφηρημένο ή απομονωμένο τρόπο, αλλά πάντα εμπλέκεται σε έναν συγκεκριμένο κόσμο, με ένα συγκεκριμένο παρελθόν, σώμα και περιβάλλον, σημείωση Δημήτρη Αθανασιάδη) είναι ένας συστατικός προσδιορισμός της ελευθερίας, η οποία επομένως είναι πάντα σχετική, ακόμη και αν, βασιζόμενη στην ικανότητα κάθε ατόμου να αρνηθεί αυτό στο οποίο είναι παγιδευμένο, διατηρεί μια μορφή απολυτότητας: γι’ αυτό η ελευθερία ορίζεται ως «υπέρβαση μιας κατάστασης», από αυτό που ο άνθρωπος «καταφέρνει να φτιάξει από αυτό που έχει φτιαχτεί από αυτόν» (Questions de méthode, σελ. 76). Από την άλλη πλευρά, αυτό υπονοεί ότι καμία κατανόηση (ενός έργου, ενός ιστορικού γεγονότος κ.λ.π.), καμία αντικειμενικότητα δεν είναι δυνατή από μια άποψη ψευδούς «αποτοποθέτησης – αποένταξης» («désitué» ): γι’ αυτό και ο Sartre αποδομεί συστηματικά όλες τις θέσεις προβολής, αξιολόγησης , όλες τις «θεϊκές» απόψεις. Το μυθιστόρημά του Le Sursis (Η Αναστολή), για παράδειγμα, που εκδόθηκε το 1945, ασχολείται με την ανησυχία, γύρω από τη Διάσκεψη του Μονάχου του 1938, για τον επερχόμενο πόλεμο, και έτσι προχωρά μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ των υποκειμενικών απόψεων ενός πλήθους χαρακτήρων. Αυτές οι απόψεις δεν μπορούν να ολοκληρωθούν από έναν παντογνώστη αφηγητή: όλοι αισθάνονται αυτόν τον πόλεμο, αλλά κανείς δεν φτάνει να τον σκεφτεί. Επομένως, είναι αυτή η ίδια η ροή που θα παράγει νόημα και προοδευτική επίγνωση. Η «κριτική εμπειρία» μέσω της οποίας ο Sartre έγραψε την Critique de la raison dialectique, και, φυσικά, οι δέκα τόμοι των Situations (Καταστάσεων), οι οποίοι περιέχουν περισσότερα από εκατό κείμενα και συνεντεύξεις που εκτείνονται από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1970, γενικεύουν αυτό το όραμα της σκέψης και της δράσης ως πάντα αμετάκλητα στρατευμένες στο αντικείμενό τους (Emmanuel Barot).

* Η λέξη facticité (με προέλευση από τη γερμανική λέξη Faktizität) αναφέρεται με πολλαπλές έννοιες: από την «πραγματικότητα των γεγονότων» και την «ενδεχομενικότητα» έως τις αναπόσπαστες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης, μία από τις οποίες είναι, βέβαια, και ο θάνατος.

Ο όρος, που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Johann Gottlieb Fichte (1762-1814), αποδόθηκε σε διάφορες έννοιες, όπως π.χ. σε γεγονότα, την πραγματολογία, τον θετικισμό του 19ου αιώνα, την αντιπαραβολή με την ιδεατότητα,  π.χ. το έργο Faktizität und Geltung του Jürgen Habermas,  τη Geworfenheit του Martin Heidegger, που αναφέρεται στο έργο του «Sein und Zeit» (Είναι και χρόνος), περιγράφοντας τη θεμελιώδη κατάσταση, το αναπόφευκτο γεγονός, του ανθρώπου (Dasein) να έχει «ριχτεί» στον κόσμο, που δεν δημιούργησε ο ίδιος, χωρίς δική του επιλογή, φέροντας το βάρος της ύπαρξης και της ιστορικότητάς του (στη γαλλική γλώσσα αυτό αναφέρεται ως l’être-jeté).

Στον Sartre η γεγονοτικότητα αναφέρεται στο σύνολο των συγκεκριμένων λεπτομερειών πάνω στις οποίες βασίζεται και από τις οποίες περιορίζεται η ανθρώπινη ελευθερία, π.χ. ο χρόνος, ο τόπος, οι πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες, η ταξική θέση, κ.λ.π. ως και η αναπόφευκτη προοπτική του θανάτου (Δημήτρης Αθανασιάδης).

Surdétermination (Υπερντετερμινισμός, Υπεραιτιότητα, Υπεραιτιοκρατία)

Η αιτιότητα στη διαμόρφωση μιας κατάστασης δεν έχει τον χαρακτήρα μιας απλής και γραμμικού τύπου αιτιοκρατίας, αλλά ενός  πολυπαραγοντικού προσδιορισμού ή καθορισμού, υπερπροσδιορισμού ή υπερκαθορισμού, ως αποτέλεσμα μιας πολυαιτιότητας σε έναν πολυπολικό ντετερμινισμό, τον υπερντετερμινισμό, υπεραιτιότητα ή υπεραιτιοκρατία.

Π.χ. η οικονομική βάση δεν αποτελεί τον μοναδικό μοχλό της ιστορίας, και η αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας δεν ενεργοποιείται μόνο ως αποτέλεσμα μιας καθαρής κατάστασης απλής οικονομικής αιτιοκρατίας, αλλά υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες που την υπερπροσδιορίζουν ή υπερκαθορίζουν σε μια πολυδύναμη πολυαιτιοκρατικη σχέση.

Η έννοια αυτή είναι πιο έκδηλη στον στρουκτουραλιστικό μαρξισμό του Althusser που μεταφέρει μια φροϋδική έννοια της ψυχανάλυσης στον δομικό μαρξισμό υπερβαίνοντας τη μονοδιάστατη άποψη ότι η οικονομία προσδιορίζει τα πάντα, ενώ στον Sartre έχει να κάνει, περισσότερο, με την ελευθερία του ατόμου μέσα σε κάθε υπερδομική και πολυαιτιοκρατικη κατάσταση (Δημήτρης Αθανασιάδης).

Stiftung (Θεσμοθέτηση, Θεμελίωση, Εγκαθίδρυση, Καθιέρωση)

Ο όρος Stiftung, που χρησιμοποιείται, κυρίως, στη φαινομενολογία, βρίσκεται συχνά στο έργο του Edmund Husserl, έχει γερμανική προέλευση από το ρήμα stiften και αναφέρεται την πρωταρχική θεμελίωση, την «ίδρυση», ενός νοήματος ή μιας εμπειρίας ή, καλύτερα, τη διαδικασία μέσω της οποίας μια εμπειρία γίνεται ένα μόνιμο νόημα (ένας νοηματικός θεσμός) που δομεί την κατανόησή μας για τον κόσμο σε μια ενεργό διαδικασία της συνείδησης να προσδίδει νόημα στα φαινόμενα.

Στο έργο του Husserl δεν περιορίζεται μόνο στην πρωταρχική θεσμοθέτηση ενός νοήματος (Urstiftung), αλλά και στην ιστορική διαδικασία της επαναβεβαίωσης (Nachstiftung) και της οριστικής θεσμοθέτησης (Endstiftung).

Στη Γαλλία ο όρος χρησιμοποιήθηκε περισσότερο από τον Maurice Merleau-Ponty στον ιστορικό χώρο της κοινωνικής δημιουργικότητας, αποδίδοντας σ’ αυτόν την ενεργητική έννοια της θεσμοθέτησης κάθε πράξης (Δημήτρης Αθανασιάδης).

L‘êtreensoi (Καθαυτό είναι ή Καθ’ εαυτό είναι) L‘êtrepoursoi (Για τον εαυτό ή Δι’  εαυτό)

Απλοποιώντας και γενικεύοντας το θέμα θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ότι το καθαυτό είναι αφορά τα αντικείμενα και τα πράγματα που δεν έχουν συνείδηση και είναι αυτό που είναι: συμπαγή, πλήρη, χωρίς δυνατότητα αλλαγής ή επιλογής, ενώ το για τον εαυτό είναι αφορά την ανθρώπινη συνείδηση ως ένα κενό που μας επιτρέπει να αποστασιοποιούμαστε από τα πράγματα και να επιλέγουμε το μέλλον μας.

Βαθύς γνώστης της γερμανικής φιλοσοφίας, ο Sartre δανείστηκε τις έννοιες «καθαυτό» (an sich) και «για τον εαυτό» (für sich) από τον Hegel. Αλλά για τον Γερμανό φιλόσοφο, το καθαυτό υποδηλώνει μια πρωταρχική κατάσταση συνείδησης η οποία, μέσω του αυτοαναστοχασμού και του αναστοχασμού της, πρέπει να πραγματωθεί για τον εαυτό της. Για τον Sartre, αντίθετα, το καθαυτό είναι αυτό που είναι πάντα, απαλλαγμένο από συνείδηση ​​και διαύγεια. Υποδηλώνει την ίδια την αδιαφάνεια.  Από οντολογική άποψη, το καθαυτό χαρακτηρίζει το πράγμα ή το αντικείμενο στο βαθμό που είναι συμπαγές και πλήρες: «Το καθαυτό είναι γεμάτο από τον εαυτό του, είναι αυτό που είναι» (L’Être et le Néant). Αντίθετα, το για τον εαυτό ορίζεται οντολογικά ως ένα κενό ύπαρξης, εξαιτίας του χαρακτηριστικού της συνείδησης, στο βαθμό που διαφεύγει από την ύπαρξη, που έχει τη δύναμη να την «εκμηδενίσει», μέσω της φαντασίας, της αμφισβήτησης και των αρνήσεών της.

Με άλλα λόγια το για τον εαυτό είναι μια φιλοσοφική έννοια, κεντρική στον Sartre, που προσδιορίζει ο τρόπος ύπαρξης της ανθρώπινης συνείδησης, σε αντίθεση με το καθαυτό (άψυχα αντικείμενα) ορίζει ένα ον ικανό να αποστασιοποιηθεί από τον εαυτό του, να προβληθεί στο μέλλον και να οριστεί μέσω των πράξεών του. Είναι ένα ον σε αέναη γέννηση, που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την εκμηδένιση της πραγματικότητας, ενώ η σύνθεση αυτών των δύο καταστάσεων, δηλαδή του είναι καθ’ εαυτό και του είναι δι’ εαυτό είναι αδύνατη, και θα συνιστούσε μια δομή που ορίζει την έννοια του σατρικού Θεού.

Στους Σχολαστικούς το «καθ’ εαυτό» χαρακτήριζε την ουσία της οποίας η ιδιότητα είναι να υπάρχει καθ’ εαυτή, ενώ στον Kant αυτό που υπάρχει απόλυτα ανεξάρτητα από τη σκέψη που το συλλαμβάνει.

Ας δούμε, όμως, πώς η σκέψη του Αριστοτέλη προσδιορίζει αυτές τις έννοιες, όσον αφορά τα φαινόμενα και τα γεγονότα, στα «Ἀναλυτικὰ Ὕστερα»: «τὰ μὲν δὴ μὴ καθ᾿ ὑποκειμένου καθ᾿ αὑτὰ λέγω, τὰ δὲ καθ᾿ ὑποκειμένου συμβεβηκότα. ἔτι δ᾿ ἄλλον τρόπον τὸ μὲν δι᾿ αὑτὸ ὑπάρχον ἑκάστῳ καθ᾿ αὑτό, τὸ δὲ μὴ δι᾿ αὑτὸ συμβεβηκός, οἷον εἰ βαδίζοντος ἤστραψε, συμβεβηκός· οὐ γὰρ διὰ τὸ βαδίζειν ἤστραψεν, ἀλλὰ συνέβη, φαμέν, τοῦτο. εἰ δὲ δι᾿ αὑτό, καθ᾿ αὑτό, οἷον εἴ τι σφαττόμενον ἀπέθανε, καὶ κατὰ τὴν σφαγήν, ὅτι διὰ τὸ σφάττεσθαι, ἀλλ᾿ οὐ συνέβη σφαττόμενον ἀποθανεῖν» (73b) (Δημήτρης Αθανασιάδης).

(La conscience) Pré-thétique (Προθετική) (Συνείδηση)

Στη φαινομενολογία ο όρος αυτός προ-θετική συνείδηση, που συναντάται και ως la conscience pré-réflexive (προστοχαστική συνείδηση), αναφέρεται στο επίπεδο εμπειρίας που εμφανίζεται πριν από τον σαφή συνειδητό αναστοχασμό, τη θεωρητική ανάλυση ή τη θεματική προσοχή και  περιγράφει την ακατέργαστη, βιωμένη εμπειρία του κόσμου – τον «κόσμο της ζωής» (Lebenswelt) – όπως παρουσιάζεται απευθείας στη συνείδηση, αντί για το πώς γίνεται κατανοητός μέσω της επιστημονικής, εννοιολογικής ή δομημένης σκέψης.

Αποτελεί ένα προ-στοχαστικό στάδιο της συνείδησης ως μια μορφή αυτογνωσίας που δεν είναι θεματική ως ένα προ-στοχαστικό cogito. Π.χ. όταν τρἐχει κάποιος έχει επίγνωση του σώματός του, αλλά δεν αναλογίζεται την έννοια του τρεξίματος.

Συνοπτικά, το προ-θετικό αυτό στάδιο είναι μια βιωμένη εμπειρία που προηγείται οποιασδήποτε σαφούς αναστοχαστικής δραστηριότητας ή τοποθέτησης ενός αντικειμένου γνώσης από το υποκείμενο (Δημήτρης Αθανασιάδης).

Les combles (le comble) (Σοφίτα, πατάρι κυριολεκτικά και μεταφορικά κορυφή, κορύφωση, απόγειο, πληρότητα)

Για τον Sartre η λέξη les comblesle comble) δεν χρησιμοποιείται με την αρχιτεκτονική έννοια της σοφίτας ενός κτιρίου, αλλά μεταφορικά και φιλοσοφικά για να χαρακτηρίσει μια ακραία κατάσταση, ένα όριο από το οποίο αντιστρέφεται μια κατάσταση. Είναι το σημείο κορύφωσης ενός κινήματος ή μιας κατάστασης όπου μια κατάφαση μετατρέπεται σε άρνησή της. Είναι η ιδέα ότι για να κατανοήσει κανείς ένα άτομο ή μια κατάσταση, πρέπει να ωθήσει τις αντιφάσεις στα άκρα τους. Ο Sartre, λοιπόν, αναλύει τις ανθρώπινες καταστάσεις ωθώντας τις αντιφάσεις τους στα άκρα τους, κάτι που αποκαλεί λογική των κορυφώσεων (logique des combles).

Ο Sartre χρησιμοποιεί, συχνά, αυτή τη λέξη για να περιγράψει τον παροξυσμό, την απόλυτη υπερβολή μιας κατάστασης της ζωής, είτε πρόκειται για δυστυχία, υπερηφάνεια ή θλίψη. Για παράδειγμα, επικαλείται το «comble d’orgueil et comble de misère» (απόγειο της υπερηφάνειας και το απόγειο της δυστυχίας) για να περιγράψει την παιδική του ηλικία στο έργο Les Mots (Οι Λέξεις), ενώ στη λογοτεχνία του οι σοφίτες, τα πατάρια (Les combles) με την κυριολεκτική τους έννοια αποτελούν τους χώρους απομόνωσης (υπαρξιακή και υπαρξιστική μοναξιά) και αλλοτρίωσης των χαρακτήρων του, όπως π.χ. στο έργο του Les séquestrés dAltona (Οι καταδικασμένοι της Αλτόνα).

Η λέξη «comble» χρησιμοποιείται, ακόμα, για να υποδηλώσει τον παροξυσμό, τον ακραίο βαθμό ή το απόγειο μιας κατάστασης, συχνά αρνητικής, παράλογης ή γελοίας. Π.χ. στο έργο του La Nausée (Η Ναυτία) χρησιμοποιεί την ιδέα του «comble» για να δηλώσει τον παροξυσμό του παραλόγου τη στιγμή που η ωμή ύπαρξη των πραγμάτων γίνεται αφόρητη για τη συνείδηση, αποκαλύπτοντας την έλλειψη νοήματος του κόσμου (το παράλογο) ή, ακόμα, κορύφωση της κακής πίστης (la mauvaise foi): η κορυφή (le comble) αντιπροσωπεύει την κορύφωση της μη αυθεντικότητας, όπου το άτομο προσπαθεί απεγνωσμένα να μπερδέψει τον εαυτό του με ένα αντικείμενο (το καθαυτό) για να ξεφύγει από την ευθύνη της ελευθερίας του, μια κεντρική έννοια στο L’Être et le Néant.

Με καθαρά φαινομενολογικούς όρους στη φαινομενολογία του υπαρξισμού, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε έτσι την πληρότητα της συνείδησης, την προσπάθεια πλήρωσης του κενού του για τον εαυτό είναι σε μια διαδικασία κακής πίστης (mauvaise foi) για την προσέγγιση του καθ’ εαυτό είναι για την διαφυγή από την αγωνία της ελευθερίας (Δημήτρης Αθανασιάδης).

La mauvaise foi (Η κακή πίστη)

(Ο όρος «κακή πίστη» εμπεριέχει και τα στοιχεία του λανθασμένου και παράλογου)

L’angoisse de l’existence (Η αγωνία της ύπαρξης)

Η κακή πίστη (la mauvaise foi) για τον Sartre είναι μια μορφή αυταπάτης, όπου το άτομο αρνείται την ελευθερία και την ευθύνη του προκειμένου να ξεφύγει από την αγωνία της ύπαρξης (langoisse de lexistence) και αποτελεί μια ψυχολογική στρατηγική επιβίωσης που συνίσταται στο να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ως ένα καθορισμένο αντικείμενο (καθ’ εαυτό) και όχι ως ένα ελεύθερο υποκείμενο (δι’ εαυτό).

Σε αντίθεση με το τυπικό ψέμα, η κακή πίστη είναι μια εσωτερική εξαπάτηση, κατά την οποία κάποιος είναι ταυτόχρονα ο θύτης και το θύμα, δηλαδή, ο απατεώνας και ο εξαπατημένος, γεγονός που περιπλέκει τα πράγματα επειδή η συνείδηση γνωρίζει ότι λέει ψέματα στον εαυτό της, ενώ το άτομο προσποιείται ότι δεν έχει επιλογή, με τον ισχυρισμό ότι περιορίζεται από τον κοινωνικό του ρόλο, την προσωπικότητά του ή τις περιστάσεις, αποτρέποντας τον εαυτό του να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις του και την ενδεχομενικότητα, ας μου επιτραπεί ο όρος, της ύπαρξης.

Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω περιγραφή του παραδεἰγματος του σερβιτόρου που αναφέρει ο Sartre στο L’Être et le Néant, που παίζει τον ρόλο του σερβιτόρου, γίνεται ένα με την εργασία που επιτελεί, επιδιώκοντας να αποτελέσει μια σταθερή συμπαγή οντότητα αντικειμένου μπροστά στην αγωνία (langoisse) της διαχείρισης της ελευθερίας του: «Σκεφτείτε αυτόν τον σερβιτόρο . Οι κινήσεις του είναι γρήγορες και σκόπιμες, λίγο – πολύ υπερβολικά ακριβείς, λίγο – πολύ υπερβολικά γρήγορες. Πλησιάζει τους πελάτες με ένα βήμα που είναι λίγο – πολύ υπερβολικά γρήγορο, υποκλίνεται λίγο – πολύ υπερβολικά πρόθυμα, η φωνή και τα μάτια του εκφράζουν ένα ενδιαφέρον λίγο – πολύ υπερβολικά γεμάτο φροντίδα για την παραγγελία του πελάτη. Τελικά, να τον πάλι, προσπαθώντας να μιμηθεί στο βάδισμά του την άκαμπτη αυστηρότητα κάποιου είδους αυτόματου, ενώ κουβαλάει τον δίσκο του με ένα είδος τόλμης ακροβάτη, τοποθετώντας τον σε μια διαρκώς ασταθή και διαρκώς διαταραγμένη ισορροπία, την οποία αποκαθιστά διαρκώς με μια ελαφριά κίνηση του βραχίονα και του χεριού του. Όλη του η συμπεριφορά μοιάζει με παιχνίδι. Προσπαθεί να συνδέσει τις κινήσεις του σαν να ήταν μηχανισμοί που ελέγχουν ο ένας τον άλλον. Οι εκφράσεις του προσώπου του, ακόμη και η φωνή του, μοιάζουν με μηχανισμούς. Δίνει στον εαυτό του την ευκινησία και την ανελέητη ταχύτητα των πραγμάτων. Παίζει, διασκεδάζει. Αλλά τί παίζει; Δεν χρειάζεται να τον παρατηρήσει κανείς για πολύ να το καταλάβει: παίζει τον σερβιτόρο».

Γιατί παίζει; Επειδή φοβάται την πραγματικότητα του εαυτού του, εξηγεί ο Sartre στο L’Être et le Néant. Ο σερβιτόρος λέει ψέματα στον εαυτό του, και αυτή η κακή πίστη προδίδει μόνο τον φόβο του να υπάρξει ελεύθερα.

Ο Sartre, λοιπόν, διακρίνει πρώτα την κακή πίστη από το ψέμα και επικρίνει την ψυχαναλυτική προσέγγιση αντιπαραβάλλοντας τον Wilhelm Stekel στον Freud και, στη συνέχεια καθορίζει τη σχέση της κακής πίστης με την αγωνία της ύπαρξης ως εξής στο ίδιο έργο, L’Être et le Néant:

 «Ο άνθρωπος, όντας καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, φέρει το βάρος ολόκληρου του κόσμου στους ώμους του: είναι υπεύθυνος για τον κόσμο και για τον εαυτό του ως τρόπο ύπαρξης».

Αν η ελευθερία είναι ένα τέτοιο βάρος, γίνεται αντιληπτό ότι αποτελεί πηγή αγωνίας. Πιο συγκεκριμένα, ο Sartre γράφει ότι «στην αγωνία ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση της ελευθερίας του ή, αν προτιμάτε, η αγωνία είναι ο τρόπος ύπαρξης, η ελευθερία ως συνείδηση της ύπαρξης, στην αγωνία η ελευθερία, στην ίδια της την ύπαρξη, αμφισβητείται για τον εαυτό της».

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι προσπαθούμε «να συγκαλύψουμε την αγωνία από τον εαυτό μας». Πράγματι, φεύγουμε από την αγωνία «προσπαθώντας να κατανοήσουμε τον εαυτό μας απ’ έξω ως άλλο ή ως πράγμα», ακόμα κι αν δεν μπορούμε πραγματικά να την εξαλείψουμε ή να την αποκρύψουμε. Αυτή ακριβώς τη φυγή ο Sartre θα ονομάσει κακή πίστη (Δημήτρης Αθανασιάδης).

* Οι μεταφράσεις αυτές των άρθρων από τη γαλλική βιβλιογραφία, 400 περίπου σελίδων, που πραγματοποιήθηκαν σε 1,5 μήνα με αφορμή την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν, για περιορισμένη ηλεκτρονική διανομή σε μερικούς φίλους μου ξεκίνησαν με σκοπό να τους ενημερώσω για την έννοια της «πολιτικής πνευματικότητας» που εισήγαγε ο Foucault το 1978 και στο τέλος κατέληξα στα τρία ηλεκτρονικά σύνολα – βιβλία που αναφέρονται παρακάτω και έχουν ως βάση τα μαρξιστικά αποτυπώματα στη γαλλική διανόηση.

Δίνω σε ευρύτερη δημοσιότητα το εισαγωγικό μέρος και το ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΟ από το σύνολο των άρθρων για τον Sartre, επειδή δεν εντόπισα στην ελληνική βιβλιογραφία κάποια ανάλογη προσέγγιση στις έννοιες που χρησιμοποιεί ο Sartre και λυπάμαι που δεν μπορώ να δώσω στη δημοσιότητα το σύνολο των μεταφράσεων όλων των άρθρων για λόγους σεβασμού των πνευματικών δικαιωμάτων των συγγραφέων.

Τα τρία σύνολα των άρθρων που  μεταφράστηκαν και δόθηκαν ηλεκτρονικά σε καμιά δεκαριά φίλους μου ως ισάριθμα ηλεκτρονικά βιβλία είναι τα παρακάτω

Ι

ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΙΑ ΤΟΝ

MICHEL FOUCAULT

(Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ)

 

ΙΙ

ΕΞΙ ΑΡΘΡΑ

ΓΙΑ ΤΟΝ

JEANPAUL SARTRE

(ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ

ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ

ΣΤΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ)

 

ΙΙΙ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΙΑ ΤΟΝ

JACQUES LACAN

(Ο ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ)

 —

banner-article banner-advertisement

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας