Μαρία Παλάσκα. Η Βεροιώτισσα σοπράνο με την εντυπωσιακή διεθνή καριέρα / Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή
Ξεκινάει από την πόλη μας, τη Βέροια, μια επαρχιακή πόλη, και τραγουδάει στις μεγαλύτερες σκηνές της Ευρώπης. Είναι το ταλέντο, είναι η δουλειά, είναι η προσήλωση στους στόχους ή είναι όλα μαζί;
Η Μαρία Παλάσκα οφείλει στις οικογενειακές καταβολές πολλά, όπως και στην υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, που την στέλνει για ανώτερες σπουδές στη Στουτγάρδη. Από εκεί και πέρα, όμως, διανύει μία πορεία καθαρά προσωπική, όπου οι κατακτημένοι στόχοι βασίζονται σε πολλή δουλειά και πραγματική αφοσίωση.
Η Μαρία μιλά στη Φαρέτρα για το ξεκίνημα, για την επιλογή του λυρικού τραγουδιού, για τις εμπειρίες της από τις εμφανίσεις της σε μεγάλες ευρωπαϊκές σκηνές, για τη σκληρή δουλειά μιας γυναίκας που αφιερώνεται με πάθος σ’ ένα τόσο δύσκολο είδος, όπως το λυρικό τραγούδι, για τους ρόλους που αγάπησε, αλλά και για τις ευθύνες μιας γυναίκας που θέλει να είναι συνάμα και μητέρα.
Πέρα από την Ευρώπη οι συνεργασίες με την Εθνική Λυρική Σκηνή και τώρα η εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης αποτελούν γι’ αυτήν σταθμούς. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει σήμερα η εμφάνισή της στη Θεσσαλονίκη στις 8 Ιουλίου, όπου θα τραγουδήσει τραγούδια της Μεσογείου από τον δίσκο της Melodia Mediterranea: Folk Songs into Art Songs.
Ο λόγος της, σεμνός και περιεκτικός, σκιαγραφεί μια προσωπικότητα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
…………..

Ξεκινάτε από τη μικρή Βέροια και κάνετε μια καριέρα διεθνή. Ποιες είναι οι καταβολές από την οικογένεια σας και ποια η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που σας οδηγεί στο τραγούδι;
Στην οικογένειά μου – όπως και σε πολλές στην Ελλάδα- πάντα υπήρχε έντονα στην καθημερινότητά μας η μουσική και το τραγούδι. Η μητέρα μου Εριέττα – μαθηματικός- έχει μια πανέμορφη φωνή, όπως και όλη η οικογένεια από την πλευρά της. Ο πατέρας μου Γιώργος, που μας έφυγε νωρίς, έχοντας ζήσει στην Φλωρεντία για τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική είχε ένα πολύπλευρο ενδιαφέρον για τη μουσική – τα πρώτα ακούσματά μου είναι από τη δική του συλλογή δίσκων. Ανάμεσα τους και όπερες,κυρίως με την Κάλλας φυσικά. Τα οποία ακούσματα με ενθουσίαζαν. Άκουγα ξανά και ξανά τους δίσκους και τις συλλογές μας προσπαθώντας να μιμηθώ και να αυτοσχεδιάσω πάνω στις φωνές και τις μουσικές που άκουγα. Η ενασχόλησή μου με το τραγούδι ήταν κάτι πολύ προσωπικό σχεδόν μυστικό αρχικά, παράλληλα με τα μαθήματα πιάνου και κιθάρας στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης μας.

Οι πρώτες σπουδές γίνονται πού; Είναι σημαντικές;
Οι σπουδές του τραγουδιού ξεκινούν για μένα στη Θεσσαλονίκη παράλληλα με τις σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ. Ξεκινώ μαθήματα με την Κατερίνα Καρατζά και τον Γιώργο Βαγιανό στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Είχα την τύχη να βρεθώ κοντά σε ανθρώπους, που εκτός από την καλλιέργεια της φωνής , μας έμαθαν πολύ ολοκληρωμένα το πώς να προσεγγίσουμε ένα έργο, μια παρτιτούρα, το κείμενο. Η προετοιμασία που κάναμε ήταν ώστε να μπορούμε να σταθούμε στη σκηνή και να κάνουμε μια ερμηνεία. Φέρνουν μεγάλα ονόματα της όπερας να κάνουν σεμινάρια στους νέους τραγουδιστές.
Παράλληλα συμμετέχω στη χορωδία της τότε Όπερας Θεσσαλονίκης. Μία εξαιρετική ευκαιρία που δόθηκε σε πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς μας να βγούμε στη σκηνή σε επαγγελματικές συνθήκες ήδη ως φοιτητές. Στην Όπερα Θεσσαλονίκης κάνω και το πρώτο μου σόλο με την Παπαγκένα στο Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Δυστυχώς η Όπερα έπαψε να υπάρχει το 2009. Μακάρι οι άνθρωποι που έχουν τώρα τα ηνία του πολιτισμού της πόλης και της Βόρειας Ελλάδας να κάνουν κάτι, ώστε να υπάρξει πάλι Λυρικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας που έχει αναδείξει πάρα πολλούς αξιόλογους τραγουδιστές που διαπρέπουν έξω.

Γιατί επιλέγετε το λυρικό τραγούδι, ένα τόσο δύσκολο είδος τραγουδιού;
Με συνέπαιρνε πάντοτε η κλασική μουσική και το μουσικό θέατρο. Διέθετα επίσης μια φωνή με ευκολίες στις ψηλές περιοχές, οπότε μου ήταν εξαρχής πιο οικείο να τραγουδώ μια άρια, ένα μπαρόκ τραγούδι ή ένα παραδοσιακό, παρά λαϊκό ρεπερτόριο ή το ποπ ροκ. Η επιλογή βέβαια δεν έγινε εξαρχής, αλλά, όταν πλέον είχα τις εμπειρίες της σκηνής στη Θεσσαλονίκη, άρχισα να αποκτώ τη σιγουριά ότι μπορώ να προχωρήσω με το λυρικό τραγούδι πιο σοβαρά.
Παίρνετε δύο υποτροφίες , μία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών για σπουδές όπερας στη Μουσική Ακαδημία της Στουτγάρδης και μία δεύτερη του Ιδρύματος Wagner και του Deutsche Musikrat. Πόσο καθοριστικές είναι για τη συνέχεια;
Ναι, ευτυχώς, είναι τρεις οι υποτροφίες και για διαφορετικό σκοπό η κάθε μια. Η υποτροφία του ΙΚΥ κατόπιν διαγωνισμού ήταν πολύ σημαντική, γιατί είχα την οικονομική δυνατότητα να κάνω μεταπτυχιακά στην Όπερα και το Lied στη Γερμανία, χωρίς να έχω το άγχος ότι θα πρέπει να χρηματοδοτήσω μόνη τις σπουδές και τη διαμονή μου. Ήταν μια μεγάλη βοήθεια. Οι σπουδές αυτές ήταν η λογική συνέχεια της Θεσσαλονίκης.
Ήταν πολύ απαιτητική περίοδος με μια νέα γλώσσα, κουλτούρα και ζωή, και παράλληλα δουλειά με ένα έντονο πρόγραμμα σπουδών. Με την υποτροφία Βάγκνερ είχα την ευκαιρία να κάνω συναυλίες στο Bayreuth και να επισκεφτώ το Φεστιβάλ και παραστάσεις σε μια θερινή σεζόν. Με την πιο πρόσφατη υποτροφία του Deutsche Musikrat μπόρεσα να ξεκινήσω το πρότζεκτ μου MELODIA MEDITTERANEA, που κατόπιν έγινε και CD. Το πρόγραμμα αυτό παρουσιάζουμε και στη Θεσσαλονίκη στις 8 Ιουλίου.

Πέρα από τη συνεργασία σας από το 2015 με τη Εθνική Λυρική Σκηνή, με ποιες άλλες ευρωπαϊκές έχετε συνεργαστεί και τι αποκομίσατε απ’ αυτήν τη συνεργασία;
Συνεργάστηκα μεταξύ άλλων με την Κρατική Όπερα της Στουτγάρδης, το Θέατρο της Κωνσταντίας, το Φεστιβάλ Λάουμπαχ, το Φεστιβαλ Bayreuth Βaroque, με το κόσμημα Markgräfliches Opernhaus. Συναυλιακές εμφανίσεις στην Ισπανία, Ιταλία, Αυστρία και Ελβετία με έφεραν σε υπέροχες αίθουσες όπως το Auditorio Nacional στη Μαδρίτη και το Sophiensaal στη Βιέννη. Ως φιναλίστ στο διεθνή διαγωνισμό Competizione dell Opera τραγούδησα στη σκηνή του θεάτρου Μπολσόι στη Μόσχα. Απίστευτη εμπειρία… Τα ταξίδια! H κάθε χώρα, η κάθε αίθουσα ή θέατρο έχουν τη δική τους ενέργεια σε σύνδεση και με τους ανθρώπους που δουλεύουν σ’ αυτά. Οι τραγουδιστές που είμαστε ελεύθεροι επαγγελματίες έχουμε πάντα τον ενθουσιασμό της πρώτης φοράς σε κάθε καινούριο χώρο, με κάθε νέα συνεργασία.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει μια καλλιτέχνιδα του λυρικού τραγουδιού; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να ολοκληρωθεί ένας ρόλος και πόσο η θεατρική του διάσταση είναι ένας ακόμη παράγοντας που αυξάνει τη δυσκολία;
Ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος και αυτό που ο καθένας ονειρεύεται για τον εαυτό του μπορεί τελικά να μην είναι αυτό που περίμενε. Πολλές οι προκλήσεις για τον τραγουδιστή: το να βρει το χώρο του και το ρεπερτόριό του και να εξελιχθεί μέσα σ’ αυτό. ‘Ένα μεγάλο θέμα στο χώρο και της μουσικής και της όπερας παραμένει ο σεξισμός, ρατσισμός σε διάφορα επίπεδα. Η εικόνα αυτή τη στιγμή είναι παντοδύναμη και η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει πολλά και για τους καλλιτέχνες. Στο επάγγελμα είναι σημαντική η παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η προβολή. Απαιτεί καλή οργάνωση, ώστε να μην είναι εις βάρος της μουσικής προετοιμασίας και της ουσίας της δουλειάς μας. Είναι όμως απαραίτητο μέσον και το πολύ θετικό είναι έτσι, ότι τα θέατρα και οι συναυλίες γίνονται προσβάσιμες και προσεγγίζουν το ευρύ κοινό. Νέο φαινόμενο οι λυρικοί τραγουδιστές να γίνονται πλέον σούπερ σταρ μέσω των σόσιαλ… ένας άλλοτε κλειστός κύκλος ανοίγει.

Η ολοκλήρωση ενός ρόλου νομίζω γίνεται, όταν μπορείς να σταθείς στη σκηνή μ’ αυτόν. Γνωρίζεις το έργο, την παρτιτούρα, το κείμενο και τη σκηνοθεσία του συνθέτη, την ψυχοσύνθεση την ιστορία πίσω απ’ αυτό. Ωριμάζει δε με τις παραστάσεις και είναι υπέροχο να υπάρχει αυτή η επανάληψη της παράστασης και του ρεπερτορίου, ώστε να ξαναγυρνάς σε έργα και να εμβαθύνεις. Η ωριμότητα της φωνής είναι και αυτό που καθορίζει το χρόνο που χρειάζεται ένας μεγάλος ρόλος για παράδειγμα. Υπάρχουν ρόλοι που τους προετοιμάζουμε χρόνια και θέλουν υπομονή μέχρι να είναι έτοιμοι. Αυτοί είναι συνήθως που μας πηγαίνουν παρακάτω. Πάντα, όμως, μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και να πρέπει να μάθεις έναν νέο ρόλο ή ένα έργο εντός μιας ημέρας ή σε μια βδομάδα να πρέπει να σταθείς στη σκηνή. Το έχω κάνει ουκ ολίγες φορές… Η θεατρικότητα είναι για μένα βοήθεια και όχι δυσκολία σε ένα έργο. Θεωρώ ότι λόγος και μουσική συνδέονται άρρηκτα και αυτό είναι που τα κάνει να εντυπώνονται πιο εύκολα.

Έχετε δημιουργήσει τη δική σας οικογένεια, που σίγουρα έχει τις δικές της απαιτήσεις. Πώς συνδυάζετε τον ρόλο της μητέρας με τον ρόλο της καλλιτέχνιδας; Πόσο δύσκολο είναι;
Μερικές φορές είναι σαν τρενάκι του Λούνα παρκ. Η μητρότητα φέρνει αγάπη, ωριμότητα, επανεκτίμηση δυνάμεων και προτεραιοτήτων, αλλά και πολλή κούραση. Το καλλιτεχνικό ωράριο δημιουργεί ένα μπέρδεμα στην καθημερινότητα. Προσπαθούμε να είμαστε εντάξει σε όλα, όμως τα τελευταία έξι χρόνια που τα παιδιά μου ήταν μωρά και νήπια, ήθελα κι έπρεπε να αφιερώσω χρόνο σ’ αυτά. Πολλές φορές έπρεπε να αφήσω τη δουλειά μου στην άκρη. Η βοήθεια από το σύντροφο και αν υπάρχει ένα υποστηρικτικό δίκτυο, είτε οικογένειας, είτε φίλων είναι πολύτιμα.

Ποιους από τους ρόλους πού ερμηνεύσατε αγαπάτε περισσότερο και γιατί;
Αγαπώ όλους τους ρόλους που έχω ερμηνεύσει – ακόμη και τους μικρούς. Ιδιαιτέρως όμως την Παμίνα από το Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ που ερμήνευσα σε μια πολύ ιδιαίτερη σκηνοθεσία στη Λυρική στην Αθήνα και την Ιουλιέτα από τους Καπουλέτους και Μοντέγους του Μπελίνι, που ερμήνευσα στη Γερμανία στο Θέατρο του Βάισενχορν. Και οι δυο ηρωίδες, ενώ στην αρχή παρουσιάζονται ευαίσθητες και ίσως εύθραυστες, εξελίσσονται μέσα στο έργο και βρίσκουν τη δύναμη να ορίσουν τη μοίρα τους.

Στην Ελλάδα, πέρα από τον χώρο της Λυρικής, έχετε εμφανιστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και σε λίγες μέρες θα εμφανιστείτε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Αν συγκρίνετε το κοινό της Ευρώπης με το κοινό της Ελλάδας παρατηρείτε διαφορές;
Όλα τα κοινά είναι ίδια ως προς αυτό. Αν υπάρχει ουσία και νόημα σ’ αυτό που γίνεται στη σκηνή, θα τους αγγίξει πρωτογενώς και θα υπάρξει αντίδραση στη δράση.
Σίγουρα το κοινό της Γερμανίας και της Κεντρικής Ευρώπης είναι πιο εκπαιδευμένο στο είδος της όπερας ή γενικότερα της κλασικής μουσικής. Αυτό το βλέπω έντονα, επειδή τραγουδώ και στην επαρχία της Γερμανίας και όχι μόνο στις πρωτεύουσες. Υπάρχουν πόλεις των 40.000 κατοίκων ή ακόμη και χωριά που διοργανώνουν διεθνή φεστιβάλ και μέσω των θεσμών αυτών το κοινό ασχολείται με τη μουσική. Επίσης η χορωδιακή παράδοση και τα σχήματα και οι ορχήστρες ακόμη και σε ερασιτεχνικό επίπεδο τροφοδοτούν τη μουσική παιδεία κι εκπαιδεύουν το κοινό.
Στην Ελλάδα, όπως και οι άνθρωποι, το κοινό είναι πιο εξωστρεφές και ενδιαφέρεται πολύ για το νέο άκουσμα. Πολλές φορές ίσως αμήχανο γι’ αυτό που βλέπει ή ακούει, αλλά σίγουρα με κριτική σκέψη και πολύ ζεστό. Ανυπομονώ!

Στις 8 Ιουλίου τραγουδάτε στη Θεσσαλονίκη παρουσιάζοντας τον πρώτο προσωπικό σας δίσκο, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2024 από τη δισκογραφική εταιρεία Coviello, με τίτλο Melodia Mediterranea: Folk Songs into Art Songs. Τραγούδια της Μεσογείου, λοιπόν, που σίγουρα αποπνέουν μια ιδιαίτερη γοητεία για εμάς, τους λαούς της Μεσογείου. Πώς αποφασίσατε μια τέτοια έκδοση; Τι χαρακτηρίζει τον δίσκο πέρα από το θέμα του;
Ο κόσμος του τραγουδιού για μένα δεν είναι μόνο η όπερα και το κονσέρτο σε μεγάλη σκηνή, αλλά και η μουσική δωματίου το art song ή Ληντ στα γερμανικά. Είναι τα έντεχνα τραγούδια, δηλαδή οι μελωδίες και τα ποιητικά κείμενα που μελοποιήθηκαν από συνθέτες, είτε μεμονωμένα, είτε ως μεγαλύτερες συλλογές τραγουδιών. Το κάθε τραγούδι ή συλλογή είναι ένα αυτοτελές έργο τέχνης. Η Γερμανία, η Αυστρία και η Γαλλία έχουν μια τεράστια παράδοση στο είδος αυτό, αλλά αντίστοιχα με τη μουσική τους εξέλιξη και οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, οι μεσογειακές, ανέπτυξαν το είδος αυτό κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Ήδη πριν τον κορωνοϊό ήθελα πολύ να εμβαθύνω και να ασχοληθώ μ’ αυτό το ρεπερτόριο των έντεχνων τραγουδιών της Μεσογείου, αλλά με το παραδοσιακό στοιχείο εντός τους. Έτσι προέκυψε αυτό το πρότζεκτ εντός της πανδημίας. Επέλεξα να μην έχω έναν συνοδό στο πιάνο, αλλά να έχω και άλλους δύο αγαπημένους μου συνάδελφους στη βιχουέλα και ακορντεόν, με τους οποίους συνεργαζόμαστε τα τελευταία χρόνια. Τραγουδάω στα Ιταλικά, Γερμανικά, Ελληνικά, Ισπανικά και Λαντίνο.
Ο τελευταίος κύκλος τραγουδιών που θα παρουσιάσουμε είναι τα 7 σεφαραδίτικα τραγούδια της Θεσσαλονίκης. Νέες συνθέσεις του λαουτίστα Lee Santana πάνω σε λαϊκά σεφαραδίτικά κείμενα από τη συλλογή του Αλβέρτου Ναρ. Θα είναι η πρεμιέρα τους στη Θεσσαλονίκη και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που στο πρότζεκτ μας μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε και την εβραϊκή παράδοσης της πόλης. Πρόκειται για στίχους τραγουδιών, που οι μελωδίες τους χάθηκαν στο χρόνο και ο Λη Σαντάνα τους δίνει πνοή με τη δική του συνθετική ματιά.

Έχετε φτάσει ψηλά, ανοίγοντας τα φτερά σας από τη μικρή Βέροια για πολύ μακριά και πετυχαίνοντας σημαντικούς στόχους. Και η συνέχεια; Τι θα ευχόσασταν;
Αρχικά ίσως ακούγεται τετριμμένο αλλά εύχομαι υγεία, ώστε το σώμα να μπορεί να ακολουθήσει όλες τις υποχρεώσεις μου και κυρίως τη μουσική. Χρόνος ποιοτικός και καλός προγραμματισμός για όσα έρχονται. Ένας ακόμη ρόλος που αναλαμβάνω εδώ και χρόνια παράλληλα είναι η διδασκαλία τραγουδιού. Κάτι που αγαπώ πολύ και μου δίνει χαρά ιδίως τώρα, καθώς πριν λίγο πληροφορήθηκα ότι ένας μαθητής μου πέρασε για σπουδές τραγουδιού στην Κολωνία…
Θέλω πολύ να βοηθώ τη νεότερη γενιά, που τώρα ξεκινά να ανοίγει τα φτερά της. Είναι πολύ σημαντικό για μένα η γνώση και η τέχνη να μεταδίδονται. Ως προς το ρεπερτόριο το διάστημα αυτό μελετώ τη Ντόνα Άννα του Μότσαρτ και μετά τη συναυλία στη Θεσσαλονίκη επιστρέφω στη Γερμανία, όπου τέλος του Ιουλίου έχω όπερα γκαλά στη Δρέσδη και τραγουδώ τις άριες της Ρουσάλκα του Ντβόρζακ και της Ιουλιέτας του Γκουνώ, καθώς και τα Carmina Burana του Ορφ με τη συμφωνική της Τσεχίας.
……………..










