Άρθρα Βέροια Θέατρο

«Θέλω να γίνω ευτυχισμένος» – από την παράσταση του Πέτρου Μαλιάρα: «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» / γράφει η Δέσποινα Παπαγιαννούλη

Ο χωροχρόνος της παράστασης καλύπτει χιλιάδες, εκατομμύρια ζωές , πάνω στη γη. Η φόρμα του έργου είναι απίθανα ανοιχτή και αφορά τον καθένα από μας που θα ήθελε να συμμετέχει σε μία παγκόσμια ευτυχία και δε μπορεί, μια και το σύστημα την κάνει απόλυτα απαγορευτική

Δέσποινα Παπαγιαννούλη*

Εισαγωγικά

Καλοκαιράκι και πολλές θεατρικές παραστάσεις, στη μικρή μας πόλη, ομορφαίνουν και αφυπνίζουν την ψυχή, γεμίζουν τα βράδια και ρίχνουν φως στα σκοτάδια μας. Είναι γνωστό πως σε κάθε παράσταση, όλοι έχουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο, από τον συγγραφέα- σκηνοθέτη, τον ηθοποιό, τους συντελεστές της παράστασης, το θεατή. Ωστόσο, οι θεατές είναι αυτοί που εκτός του ότι εξασφαλίζουν τη θεατρική συνθήκη, ώστε να υπάρχει παράσταση, κρατάνε τον κύριο ρόλο και την ευθύνη να επεκτείνουν τα δεδομένα της παράστασης, στο «παραπέρα», στην ουσία της.

Από αυτή την πολύτιμη θέση, η παράσταση  του Πέτρου Μαλλιάρα, με τον ερωτηματικό τίτλο  «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», που είδαμε την περασμένη Δευτέρα, στον όμορφο χώρο του «Εκκοκκιστηρίου ιδεών», έδινε στο θεατή απίθανα δεδομένα για σκέψεις, ερωτήσεις, αναστοχασμούς. Τον έκανε μάρτυρα μιας αποκάλυψης για το νόημα της ζωής που το κρύβει επιμελώς το σημερινό σχολείο, αφού είναι ταγμένο σε μια κενή νοήματος πορεία προς την «αριστεία».

Βλέποντας την παράσταση ήρθαν  στο νου μου νοήματα από την  παράσταση- σταθμό στην Ιστορία του Θεάτρου, «Η νεκρή τάξη», του σπουδαίου Πολωνού θεατράνθρωπου, Tadeusz Kantor. Η αιτιολογία αυτής της νεκρής τάξης, αυτής της ζωής σε νεκροφάνεια, αναδύθηκε από όλη την παράσταση του Μαλλιάρα, με ένα τρόπο ολιστικό που φωτογραφίζει την αλήθεια από τις μικρές μας ζωές, από τις πρώτες, τις νηπιακές μέρες του σχολείου.

Η παράσταση – τα θεατρικά της στοιχεία

Με το χρόνο να κυλάει ανεπαίσθητα, πάνω στη σκηνή, κι από σχολιαρούδια να γινόμαστε ογδοντάρηδες, βιώνουμε την πικρή μας αλήθεια: ότι ποτέ κανείς δε νοιάστηκε, ποτέ κανείς δε μας έμαθε να διεκδικούμε την ευτυχία μας. Έτσι, κάνουμε την τραγική διαπίστωση ότι ποτέ δε ζήσαμε, όπως θα θέλαμε, και ότι ένα επικίνδυνο σύστημα αποφάσιζε για μας, χωρίς εμάς.

Στα ογδόντα, όμως, είναι πολύ αργά για να τιμήσεις το δώρο της ζωής που σου χαρίστηκε. Χιλιάδες, εκατομμύρια ζωές, που δε ζούνε ή αλλιώς, που απλά ζούνε και αναπνέουν αλλά δεν υπάρχουν, ξεδιπλώνονται, στο εδώ και τώρα της παράστασης. Οι λέξεις μιλάνε για μία δικαίωση, μία αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου, των επιθυμιών, της ψυχής του, του εαυτού του, που το σημερινό σχολείο επιμένει να τις αγνοεί. Και εδώ καταλήγουμε πως όταν η Εκπαίδευση έχει ξεχάσει τελείως τον ανθρωπιστικό-κοινωνικό της ρόλο, τότε το ερώτημα, «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;»,  που μπαίνει στον καθένα μας  και μας βασανίζει, από τα μαθητικά μας χρόνια, είναι κενό περιεχομένου και μένει βαθιά αναπάντητο.

Σε μία σκηνή, όπου κυριαρχεί  το συλλογικό, απρόσωπο πρόσωπο του «εξαπατημένου μαθητή», που το αποτελούν 21 μαθητές όλων των βαθμίδων, μας δείχνει καθαρά το «λάθος από την κατασκευή» της Εκπαίδευσης και του κόσμου μας, διαχρονικά. Ο χωροχρόνος της παράστασης καλύπτει χιλιάδες, εκατομμύρια ζωές , πάνω στη γη. Η φόρμα του έργου είναι απίθανα ανοιχτή και αφορά τον καθένα από μας που θα ήθελε να συμμετέχει σε μία παγκόσμια ευτυχία και δε μπορεί, μια και το σύστημα την κάνει απόλυτα απαγορευτική.

Μέσα από τις εναλλαγές ρόλων, με τους ηθοποιούς-μαθητές, ο Μαλλιάρας καταφέρνει να δώσει ανάγλυφα, διασκεδαστικά και με άπειρο χιούμορ, την προβληματική και απάνθρωπη εικόνα της σημερινής Εκπαίδευσης που την ποδηγετεί ένα σύστημα, καθώς θέλει να χειραγωγήσει μαθητές και να απαξιώσει δασκάλους. Ο στόχος παραμένει ίδιος με εκείνον που περιγράφει το εμβληματικό τραγούδι των Pink Floyd, «Αnother brick in the wall”, (ένα ακόμη τούβλο στον τοίχο), όπου άπειροι μαθητές  μετατρέπονται, σκόπιμα,  σε άβουλες και ομοιογενείς μονάδες της μάζας, αδύναμες, τούβλα που δε μπορούν να διεκδικήσουν το καλύτερο για τον εαυτό τους και για τον κόσμο.

Στη χώρα μας,  το σχολείο προσπαθεί να δώσει μια εικόνα ανοίγματος στο νου και την ψυχή των μαθητών, επιστρατεύοντας τους φιλότιμους εκπαιδευτικούς σε συνεχείς δράσεις. Δεν το απαξιώνουμε αυτό αλλά στη συνέχεια, διαπιστώνουμε ότι αυτή η εικόνα είναι πολύ επιδερμική, αφού έχει σαν κύριο στόχο τη στείρα κατάκτηση γνώσεων, με αποκορύφωμα το Γολγοθά των Πανελλαδικών, όπου γι αυτές γίνεται ευθεία αναφορά και στην παράσταση. Σε ένα σχολείο όπου «οι ανθρωπιστικές σπουδές», η γλώσσα, η λογοτεχνία, με μπροστάρη το θέατρο, τα εικαστικά  και όλα τα μαθήματα που σου μαθαίνουν τα μυστικά των λέξεων και των συναιασθημάτων, τον εαυτό σου δηλαδή, είναι απαξιωμένα, ο μαθητής αυτού του σχολείου δε θα μάθει ποτέ την τέχνη της  ζωής. Αυτός ο μαθητής δεν είναι και δε θα είναι ικανός  να διεκδικήσει την ευτυχία αλλά και την τέχνη της αμφισβήτησης αυτού του κόσμου, ανοίγοντας δρόμους για έναν καλύτερο κόσμο.

Επίμετρο

Σε όλη αυτή τη θαυμαστή, συλλογική προσπάθεια των παιδιών, η μουσική του Άλεξ Ιωσηφίδη έρχεται να δυναμώσει το μήνυμα της παράστασης, με έναν υπέροχο λυρισμό και νοσταλγία, μέσα από τζαζ αποχρώσεις που ξεπηδάνε δεξιοτεχνικά από τα πλήκτρα του πιάνου του. Αφιερωμένη στο ρυθμό της παράστασης, η μουσική που ξεκινάει με την ανοιξιάτικη νιότη της φύσης και του ανθρώπου και φθάνει μέχρι τα «νεκρά φύλλα» του Φθινοπώρου, του Ζοζέφ Κοσμά και το γήρας, υπογραμμίζει αυτά που λένε οι λέξεις και τα σώματα των μαθητών.

Ο Μαλλιάρας, μέσα από τη μουσική δημιουργεί και μία «δεύτερη σκηνή», όπως λέει και η Ελένη Βαροπούλου, που μαζί με το χιούμορ που την πλαισιώνει είναι και μία φυγή, από το θλιβερό συναίσθημα για μία ζωή που τη χάνουμε ασταμάτητα, γενιές και γενιές.  Έτσι, η εικόνα του κόσμου μας και των ανθρώπων του παραμένει η εικόνα μιας «νεκρής τάξης», στο σχολείο και στην κοινωνία, όπου ποτέ το πώς ζούμε δεν είναι όπως, αληθινά, θα επιθυμούσαμε να ζούμε και να απολαμβάνουμε την κάθε μέρα, την κάθε στιγμή.

Στο τέλος της παράστασης, το «παραπέρα» του θεατή είναι να βρει τρόπους να δει τον μέσα του κόσμο. Είναι η ώρα να αναστοχαστεί και να επινοήσει αυτή τη μεγαλειώδη, γιορτινή στιγμή  « moment festif », όπου από την Εκπαίδευση θα μάθει να παίρνει το χρόνο να συνομιλεί  με τον εαυτό του, να αναγνωρίζει και να αξιολογεί τα συναισθήματά του, όπως τη χαρά, το μίσος, την αγάπη για τον ίδιο, για τους άλλους, για τον κόσμο γύρω του,  κάνοντας ένα μαγευτικό ταξίδι αναγνώρισης αυτού που πραγματικά επιθυμεί να είναι και τιμώντας τον εαυτό του. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει εξοικονόμηση χρόνου, εδώ και τώρα, από τις καταστροφικές οθόνες και την απατηλή εικονική πραγματικότητα, που είναι η βασική τροχοπέδη σε αυτό που διεκδικεί η παράσταση και ο θεατής, όλοι εμείς δηλαδή.

Η ταυτότητα  της παράστασης

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Πέτρος Μαλιάρας
Σκηνογραφία/Ενδυματολογία: Ευαγγελία Σαρίδου
Κατασκευή Σκηνικών: Στράτος Μπεκιαρίδης
Καλλιτεχνική Επιμέλεια Σκηνικών: Δαμιανός Οικονομίδης
Μουσική Επένδυση: Αλέξανδρος Ιωσηφίδης
Φωτισμοί: Αντώνης Στεφανόπουλος
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Νίκος Ψυχαράκης, Ολυμπία Τσακαλίδου
Φωτογραφίες: Νίκος Μάνος
Στήσιμο αφίσας: Μανώλης Γκιλιόπουλος
Προβολή/Οργάνωση Παραγωγής: Μανώλης Γκιλιόπουλος

Πρωταγωνιστούν αλφαβητικά:

Ελευθερία Γεωργάκη, Καλλιόπη Ζουμπούλογλου, Μάξιμος Ιακωβίδης, Φοίβος Ιακωβίδης, Αρετή Καραβασίλη, Αναστάσης Κελέσμητος, Κωνσταντίνος Κόγιας, Αριάδνη Κυβεντίδου, Μαρία Κωστοπούλου, Μαρία Λούρη, Χρυσοβαλάντω Μιχαλοπούλου, Μαρία-Βαρβάρα Μοσχοπούλου, Αθανασία Μπασιά, Ανθή Μπατιάκα, Έλενα Μπεκιαρίδου, Δανάη Μποροδήμου, Εύα Μωραϊτου, Αφροδίτη Πελτέκη, Όλγα Πίπου, Κυβέλη Χατζόγλου, Μικαέλα Φύκατα

Μια παραγωγή των NOVAN THEATER GROUP

*Δέσποινα Παπαγιαννούλη, καθηγήτρια Γαλλικής Γλώσσας στη Δ.Ε, Δρ Σύγχρονου Θεάτρου.

banner-article

Ροη ειδήσεων