Κοινωνία Πολιτική Χρονογράφημα

“1977…” / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

Στην προσπάθειά του να ανάψει το φως έπεσε πάνω στο μικρό τραπεζάκι.

Το διαβολόστειλε σε χαμηλό τόνο και προχώρησε στο μέρος του τοίχου με τον διακόπτη.

Τα βιβλία ήταν σκόρπια ακατάστατα πάνω στο τραπέζι.

3 περιοδικά στο πάτωμα ανοιγμένα.

Έσκυψε και τα έκλεισε εκνευρισμένος.

Ήταν αναστατωμένος, αλλαγμένος πες.

Είδε το πρόσωπό του στον καθρέφτη και τρόμαξε.

Δεν τολμούσε να κοιτάξει το πρόσωπο του κατάματα.

Ένιωθε την ψυχή του να κλείνει,  να κλείνει ασφυκτικά και να μαζεύει μέσα της όλη τη μαυρίλα …

Άνοιξε το ραδιόφωνο.

«39 νεκροί από τις πλημμύρες της δευτέρας Νοεμβρίου…

Η Κυβέρνηση δήλωσε ότι καταστροφές γίνονται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Μπαζωμένα ρέματα συνέτειναν στην καταστροφή.

Πλημμύρες με θύματα μικρά παιδιά σε Αθήνα και Πειραιά.

20 Νοεμβρίου.
Πρόωρες εκλογές…

Στις 20 Νοεμβρίου η Ελλάδα θα αλλάξει σελίδα.
Η Ελλάδα θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, πράγμα το οποίο η κυβέρνηση Καραμανλή, αν επανεκλεγεί, θα επιδιώξει, προς όφελος της χώρας.»

Στο διπλανό διαμέρισμα το κασετόφωνο έπαιζε σε μεγάλη ένταση.

Για πρώτη φορά χτύπησε τον τοίχο.

Τον χτύπησε δυνατά, ώσπου πόνεσε.

Σηκώθηκε και στάθηκε όρθιος, μπροστά στο παράθυρο…

Ψιλόβρεχε μέρες τώρα.

Μουρμούρισε κάποια βρισιά για τον παλιόκαιρο.

Ασυνείδητα έβγαλε και άναψε τσιγάρο.

Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι το τσιγάρο είναι υποκατάστατο του πιπιλίσματος.

Χαμογέλασε σ’ αυτήν τη σκέψη.

Βλακείες,  είπε .

Αυτός ούτε ξέρει γιατί ξεκίνησε το κάπνισμα… Επειδή όλοι κάπνιζαν γύρω του οι φίλοι του και οι συμφοιτητές του;

Αναστέναξε κι άνοιξε το παράθυρο.

Του ήρθε η επιθυμία να φωνάξει:

«Είμαστε όλοι ανθρωπάκια.»

«Είμαι, ανθρωπάκι!»

Κανείς δεν τον άκουσε κι αν τον άκουσε  για τρελό τον πήρε.

Κι όμως!

Ένα παράθυρο άνοιξε δειλά, δειλά, από την απέναντι πολυκατοικία.

Φάνηκε ένα κοριτσίστικο πρόσωπο…

Τον κοίταξε επίμονα, χαμογέλασε διστακτικά κι ύστερα ακούστηκε ο θόρυβος που κάνουν τα τζάμια όταν το παράθυρο κλείνει με δυσκολία…

Σίγουρα είναι μόνη της, είπε φωναχτά.

Πήρε το μολύβι κι άρχισε να γράφει …

Του άρεσε να γράφει τις σκέψεις του.

«Όταν είσαι μόνος, τότε μπορείς και σκέφτεσαι και ξεχωρίζεις την αλήθεια.

Όταν είσαι με άλλους σε πλημμυρίζει λησμονιά και γελάς πιο εύκολα.

Όταν είσαι μόνος και νέος, ακούς τις φωνές των παιδιών που πεινάνε, τις κραυγές των επαναστατών που χάνονται όπως λένε οι πολλοί… έτσι χωρίς λόγο!
Από επιπολαιότητα.»

Διάβασε αυτά που έγραψε , του ήρθε να σκίσει τη σελίδα.

Έπιασε το κεφάλι του και το πίεσε δυνατά με τις παλάμες του.

Πήρε μία βαθιά ανάσα από την υγρή νύχτα κι έκλεισε το παράθυρο.

Τράβηξε στο κρεβάτι κι έπεσε με τα ρούχα.

Προσπαθούσε να κοιμηθεί.

Αδύνατον! Δεν είχε  ύπνο

Σκεφτόταν την αυριανή μέρα.

Θα ήταν ίδια και απαράλλαχτη με τη σημερινή.

Ανώφελο να το σκέφτεται.

Εγώ θα αλλάξω βρε αδερφέ τον κόσμο μονολόγησε δυνατά και γύρισε στην άλλη πλευρά.

Μα δεν το πίστεψε και άρχισε να κλαίει ώσπου τον πήρε ο ύπνος και το φως για άλλη μία φορά έμεινε αναμμένο όλη νύχτα…

Ξημέρωσε!

Το ξυπνητήρι  μπήκε στο μυαλό του.

Έπρεπε να κάνει κάποια μεροκάματα, γιατί τα χρήματα που έστελνε ο πατέρας του από το χωριό δεν έφταναν…  

Το απόγευμα στα εργαστήρια θα δει τη Φανή.
Δύσκολη περίπτωση κι αυτή…

Τυχεροί θα είναι οι νέοι μετά 40, 50 χρόνια.
Όχι σαν εμάς, μονολόγησε και σηκώθηκε.

καλή εβδομάδα με υγεία!

Ει. Δα.


banner-article

Ροη ειδήσεων