Άρθρα Κοινωνία Πολιτική

“Δίκη για το Μάτι: Κυβερνητική αμηχανία και ενόχληση για την απόφαση του δικαστηρίου” / γράφει ο Δημήτρης Χρυσικόπουλος

Αν κάποιος θέλει να καταλάβει πώς «υποδέχθηκε» η κυβέρνηση την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας για την τραγωδία στο Μάτι το 2018, η… εν θερμώ αντίδραση του υπουργού Επικρατείας, Μάκη Βορίδη, λίγα λεπτά αφότου η απόφαση έγινε γνωστή, ίσως είναι ενδεικτική.

Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο Μ. Βορίδης, όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την απόφαση του δικαστηρίου, που αθώωνε 15 από τους 21 κατηγορούμενους και «έριχνε στα μαλακά» τους άλλους 6, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «μια τέτοιου τύπου ποινή για μια τέτοιου τύπου τραγωδία, για μία τέτοιου μεγέθους τραγωδία και καταστροφή, είναι αναντίστοιχη», προσθέτοντας ότι «προφανώς θα υπάρξουν και εφέσεις, πρέπει να δούμε και τη στάση του εισαγγελέως ως προς τις απαλλακτικές προτάσεις. Υπάρχουν θέματα μπροστά, άρα εμείς, η κυβέρνηση, το ακούμε» και τονίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση, «η απορία (σ.σ. είναι) εύλογη, η αντίδραση εύλογη, όλα αυτά είναι κατανοητά».

Βέβαια, αρχικά ο υπουργός Επικρατείας δήλωσε ότι «εμένα δεν μου επιτρέπεται να σχολιάζω δικαστικές αποφάσεις», ωστόσο, τόνισε ότι «θα πρέπει να ξέρει κανείς τις λεπτομέρειες της υποθέσεως. […] Μπορεί να μην μπορούμε να προσδιορίσουμε αν φταίει το δικαστήριο ή ο τρόπος που συντάχθηκε η ποινική δικογραφία ή ο τρόπος που έγιναν οι κατηγορίες, η Εισαγγελία που τις απέδωσε, ή αν φταίει το ότι δεν υπήρχε ένα πλέγμα διατάξεων που να προσδιορίζει με ακρίβεια την ευθύνη. Πάντως η γενική αίσθηση είναι ότι κάτι φταίει. […] Η σειρά των ευθυνών μας αφήνει με μια αίσθηση ότι δεν έγιναν αυτά που έπρεπε να γίνουν».

Η αλήθεια είναι ότι η απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, έπιασε… εξ απήνης την κυβέρνηση, η οποία περίμενε βαρύτερες ποινές και βρέθηκε μπροστά σε εξαγοράσιμες προς 10 ευρώ τη μέρα πενταετείς καθείρξεις, χώρια του ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα των κατηγορουμένων έλαβαν αθωωτικές αποφάσεις, μεταξύ αυτών και η πρώην Περιφερειάρχης Αττικής, Ρένα Δούρου, η οποία σε δήλωσή της τόνισε μεταξύ άλλων ότι «δεν ζητώ να πουν συγνώμη εκείνοι, οι ηθικοί αυτουργοί της δίωξης μου, που καταπατώντας κάθε τεκμήριο αθωότητας, με έδειχναν με το δάκτυλο ως ένοχη και ζητούσαν ακόμα και την φυσική μου εξόντωση. Το εάν και το πώς θα αντιδράσουν τώρα, είναι δικό τους θέμα και θα κριθούν, όπως όλοι μας, από τους πολίτες».

Κι αυτό διότι η τραγωδία στο Μάτι αποτέλεσε έναν από τους κεντρικούς «πυλώνες» της προεκλογικής εκστρατείας της ΝΔ πριν τις εθνικές εκλογές του 2019, αλλά και ένα από τα συχνά χρησιμοποιούμενα επιχειρήματα από την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας της, ως μέτρο σύγκρισης με την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ (ακόμα και ο συνήθως προσεκτικός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος λίγο μετά την εκλογή του στη θέση του πρωθυπουργού και μιλώντας στη γ.σ. του ΟΗΕ είχε χαρακτηρίσει το Μάτι ως μια έκφανση της κλιματικής κρίσης, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του 2021 είχε πει από το βήμα της Βουλής ότι «στη μία περίπτωση δυστυχώς μετρούσαμε καμένα στρέμματα και στην άλλη μετρούσαμε φέρετρα»).

Ταυτόχρονα, όμως, οι έντονες αντιδράσεις των συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας και οι καταγγελίες – π.χ. από την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, ότι η απόφαση αποτελεί «εξόφθαλμη κακοδικία και για ένα δικαστήριο που ατίμασε τη Δικαιοσύνη» – αλλά και η αιχμή της Ρ. Δούρου, ότι «η οχύρωση πίσω από βουλευτικές ασυλίες δεν αρμόζει σε πολιτικούς που θέλουν να πορεύονται με αξιοπρέπεια και σεβασμό προς τους πολίτες», έρχονται και «κουμπώνουν» με τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία υπάρχει στους πολίτες διάχυτη και έντονη αίσθηση απόπειρας συγκάλυψης μιας άλλης τραγωδίας, αυτής του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, επιτείνοντας το αρνητικό κλίμα για την κυβέρνηση, η οποία τώρα περιμένει τις επόμενες κινήσεις της Δικαιοσύνης, προκειμένου να δει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, μιλώντας στην ΕΡΤ υποστήριξε ότι «η δίκη έγινε με βάση μια νομοθεσία η οποία διαμορφώθηκε το 2019, ένα χρόνο μετά από αυτή τη φοβερή τραγωδία, αυτές οι διατάξεις ήταν ευμενέστερες για τους κατηγορουμένους και το δικαστήριο εφάρμοσε αυτές τις διατάξεις» προσθέτοντας, μάλιστα, ότι με βάση τον νέο ποινικό κώδικα που ψήφισε η ΝΔ και τίθεται σε ισχύ από την 1η Μαΐου, το δικαστήριο θα είχε την ευχέρεια να επιβάλλει μεγαλύτερες ποινές, καθώς, όπως είπε «στον νέο ποινικό κώδικα υπάρχει διάταξη που λέει ότι αν υπάρχει παραβίαση προληπτικών μέτρων, δηλαδή μέτρων που έχει ανακοινώσει η Πολιτική Προστασία, η Πυροσβεστική κ.λπ., η ποινή είναι από 10 έως 20 χρόνια κάθειρξη, με δήμευση περιουσίας», στέλνοντας έτσι το μήνυμα ότι η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών θα γίνει υπό άλλους όρους και συνθήκες.

Υπογράμμισε, δε, ότι «αν η απόφαση έχει πλημμέλειες με βάση το νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο δίκασε, τότε η Δικαιοσύνη και τα όργανά της θα κρίνουν διά των οργάνων αυτών εάν θα πρέπει να ασκήσουν έφεση ή όχι για τις πλημμέλειες αυτές, για τις οποίες ενδεχομένως μπορεί να διαφωνήσει ο εισαγγελέας εφετών ή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου».

 topontiki.gr

banner-article

Ροη ειδήσεων