Λαογραφία

“Μια ιφκιρία ήταν τα κάστανα! / Τώρα δεν χαίριτι ου κόσμος πια…”

Για πες μου θεία Ολυμπία για τα κάστανα

Είχατε κάστανα στο Δάσκιο;

Είχαμι  μια-δυο καστανιές η κάθε οικογένεια στου χωράφι, απάνω στου βουνό.

Τώρα αυτόν τουν κιρό που φυσούσι, έπιφταν οι τσιούνες καταή.

Και μάζιεβάμι τα κάστανα.
Ούτε λίπασμα , ούτι κουπριά, ούτι κλάδιμα! Όσου μιγάλουναν οι καστανιές, τόσο πιρισσότερα κάστανα μάζουνάμι…

– Την καστανιά, θεία, τη λένε κι αρτόδεντρο!

-Εμ, καλά λεν… Στουν πόλιμο άμα είχις κάστανα, ήσουν τυχιρός…
-Στην Κρήτη, στον πόλεμο έφτιαχναν καστανόλευρο  και το ανακάτευαν με άλλα αλεύρια από λαθούρι, βίκο, βρώμη, κριθάρι και από λίγο σιτάρι άμα είχαν.

Πώς  μαζεύατε τα κάστανα; Δε σας πονούσαν τα χέρια;

Δεν μας πονούσαν τα χέρια… «Αρκούδια» ήμασταν! (γελάει)

Τα πατούσαμε πρώτα με τα παπούτσια και μετά τα μάζευάμι μι τα χιέρια και τάβαζάμι στα σακούλια.
Οι μεγάλες γυνιαίκις τα τίναζαν κι έπιφταν καταή…σουρός οι τσιούνις …

Πόσα κάστανα είχε κάθε τσιούνα;

Είχε τέσσιρα – πέντι κάστανα.

-Εγώ είδα, θεία, και τσιούνα με ένα κάστανο.

-Αυτά τα κάστανα είνι άγρια και μικρά. Έχουν ένα κάστανο…  βαριά δύο.

Τι ώρα πηγαίνατε στο χωράφι για κάστανα;

Πρωί-πρωί! πριν να φέξει!

Ήξιράμι  όλα τα μουνουπάτια και πάιναμι ικεί  και του βράδυ τα φόρτωνάμι στο μουλάρι κι τα κατέβαζάμι στου χουριό..

Το τι γινόταν το βράδυ;

Ήξιριν η γειτονιά ότι πήγαμι για κάστανα κι έρχονταν οι γείτονες, συγγινείς κι φίλοι, του βράδυ, για να γλεντήσουμε μι την ιφκιρία αυτή.

Έβραζάμι κάστανα κι τα μοίραζάμι με ένα πουτήρι.

Άμα είχαμε και λίγο τσίπουρο ήπιναν οι μεγάλοι… ήπιναν λίγο τσίπουρου.

Τι χαρές που είχι ου κόσμος!

Έκαμαν κι πλάκες.

Τάχα μου, έκλιβι ένας κάνα-δυο  απ’ του ποτήρ’ του άλλου…

Ε, και μετά αρχινούσαν:

«Ποιος πήρι δύο κάστανα απ΄ του ποτήρι μ’;»

«Εγώ», ίλιγιν ου άλλος…
«Δώστα  τώρα γρήγουρα!»

«Όχ’ δε στα δίνου! Έλα να τα πάρ’ς»

Και να γέλια και τραγούδια και χουρός…

Άρα λοιπόν, εσείς μαζεύατε τα κάστανα και τα μοιραζόσασταν με τους γείτονες και τους συγχωριανούς σας, για να μοιραστείτε αυτή τη χαρά και να γλεντήσετε.

Ναι! και όταν τέτοιουν κιρό ξεφλουδίζαμι τα καλαμπόκια … Έλεγάμι:

«Απόψε πρέπει να ξεφλουδίσουμε το καλαμπόκ (ι)»

Κι λέγαμι και στη γειτουνιά να ‘ρθει να μας βοηθήσ’.

Μετά δα πάιναμι κι εμείς σ’ αφνούς .

Έκανάμι νυχτέρι.

Έβραζάμι  τουν τραχανά πρώτα κι αφού έτρωγάμι τουν  τραχανά, μιτά

έβραζάμι κάστανα κι έτρουγάμι.

Νησκοί ήμασταν, καλό μου!

 Μέχρι τι ώρα δουλεύατε στο νυχτέρι;

Μέχρι τα ξημερώματα!

Είχαμι λάμπα πιτρελαίου… έκιγι όλ’ νύχτα.

Παλιότερα, τα πρώτα χρόνια, είχαμε του δαδί.

Το έβαζάμι κάτου στου τζάκι για να φεύγ,’ ου καπνός σ’ απάν’.

Ήταν ένας που το πρόσιχι του δαδί.

Το έβαζαν στουν λύχνου….

Χαιρόσασταν όμως  με αυτή τη δουλειά

Χαίρουμάσταν!

Τώρα δεν χαίριτι ου κόσμος πια…

Χόρευάμι και τραγουδούσαμι και όταν βράζαμε τα κάστανα για να το γιορτάσουμι και όταν δούλευάμι  στα νυχτέρια…. Μικροί μεγάλοι…

Κι γελούσαμι…

Τώρα δε γιελάει κανένας. Δεν χαίρετι κανένας…

Έχουμε φαγητά… τα πάντα!

Δεν χαιρόμαστε.

Και μέσα στο σπίτι του ίδιου δεν μιλάμι αναμεταξύ μας.

Α! καμιά φορά ρωτάμε:
« Πού ήσουν;»… τα συνηθισμένα δηλαδή.

Λέγατε τραγούδια για τα κάστανα;

Ναι!  Έλεγάμι  τραγούδια για τα κάστανα κι χειμωνιάτικα τραγούδια, μα δεν θυμούμαι τώρα πώς αρχινούν.

Αρχινούσαν  οι γυναίκες του τραγούδι και μετά σκώνουνταν κι οι άντρες κι χόρευαν… κι τα πιδιά!

Σήμερα οι ανθρώποι είναι σαν πιθαμένοι ζουντανοί!

Τα νέα πιδιά τα βλιέπου.

Δεν χαίρουντι…  δεν γιλάνε…

Μι σκυφτά κιφάλια τα βλιέπου…

Έχν κι αυτά τα κινητά…

Έχουν σκασίλες μιγάλες…προυβλήματα!

Τα κάστανα πως τα συντηρούσατε  θεία;
Στη γούρνα!
Στην αρχή έδινάμι σι φίλους σι συγγινείς, σε κάτ’ υποχρεώσεις που είχαμι.

Εμείς καμιά φορά μάζουνάμι κι… δύο τσουβάλια.

Έφκιανάμι μία λακούβα μιγάλη….

Γούρνα του έλιγαν…

Δίπλα στο μπαξέ την άνοιγαν, σ’ ένα μέρους που δεν κρατούσι νιρό.

Έριχναν  μες στη γούρνα φτέρις…Τις ξέρις;
Είνι  κάτι φυτά που νουτίζουν γύρου γύρου,  αλλά δεν κρατούν νιρό.

Τα κρατούσε υγρά τα κάστανα, αλλά δεν τα σάπιζι.

Ήταν σαν να τα είχις σε ψυγείου…στη συντήρηση!

Στα Ριζώματα, είχαν πουλλές Καστανιές.
Ημείς στου Δάσκιου είχαμι πεύκου, και στη Σφηκιά είχαν δρένια .

Για αυτό και πάιναν τα κουπάδια…τα κατσίκια… να βουσκήσουν βελανίδια από τα δρένια, στη Σφηκιά.

Από τα Ριζώματα κατέβαιναν στη Βέροια να πουλήσουν κάστανα;

Δεν ξέρου .

Θυμούμαι όμως, ότι κάθε Κυριακή, έρχουνταν με τα μουλάρια απού τα Ριζώματα, για να αγοράσ’ ο κόσμος από του Δάσκιο κάνα κιλό , όσοι ήθελαν κι μπορούσαν

Πιρίμιναν έξου  απ’ τν ικκλησία…

Πόσο τα πουλούσαν;

Καμιά δραχμή του κιλό…

 Πόσο χρονών ήσουν όταν μάζεψες πρώτη φορά κάστανα;

Δα  ήμουν οχτώ… δέκα χρουνών.

Κι μιγαλύτερη. … πήγινάμι…

Έλιγάμι: « Αύριο δα πάμι για κάστανα!»
Πήγινάμι  καλή παρέα.
Αγόρια κι κουρίτσια!

Μι συγγενικά αγόρια οπωσδήπουτι!
Έρχουνταν κι οι φίλ’. ..

Έτσι γνωρίζουμάσταν κιόλας κι καμιά φορά παντρεύονταν κι αναμεταξύ τους .

Δηλαδή τα κάστανα ήταν μία ευκαιρία για να βρεθείτε κοντά, να διασκεδάσετε, να μιλήσετε, να επικοινωνήσετε… Να γνωριστείτε!

Ναι!
Κι μι του γλέντι που έφκιανάμι.
Τα κάστανα ήταν η ιφκιρία…

Και χαίρουμάσταν πολύ!
Κι ας ήμαστουν φτουχοί…

Έτσι , θυμήθηκα  κι εγώ, κάποιες φθινοπωριάτικες ή χειμωνιάτικες βραδιές, και πιο πολύ όταν αγοράζαμε τα πρώτα κάστανα, που μαζευόμασταν κοντά στην αναμμένη ξυλόσομπα …

Αν έβρεχε ή χιόνιζε, η θαλπωρή μεγάλωνε.

Τα κάστανα ψήνονταν και η μυρωδιά τους μας τρυπούσε τη μύτη και μεγάλωνε την όρεξή μας .

Ο μπαμπάς κάθε τόσο άνοιγε την πόρτα του φούρνου και τα γύριζε.

Τρομάζαμε, σχεδόν πάντα, από κανένα κάστανο που δεν το είχε χαράξει κι αυτό έσκαγε γεμίζοντας « σκάγια» τον φούρνο της εστίας, που εμείς μαζεύαμε και τρώγαμε

Έτσι απλά και όμορφα ζεσταίνονταν οι καρδιές μας ….


Να και μια συνταγή με κάστανα!

ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ ΜΕ ΚΑΣΤΑΝΟ

ΥΛΙΚΑ

800 γρ. κάστανα

3 λίτρα νερό

100 γρ. αλάτι

1 κ.γ. ξινό

1 κιλό ζάχαρη

500 γρ. νερό (επιπλέον για το σιρόπι)

Φλούδα ενός λεμονιού

2 βανίλιες

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Πλένουμε τα κάστανα και τα βράζουμε με το νερό και το αλάτι για 30 λεπτά και τα σουρώνουμε. Τα καθαρίζουμε από το εξωτερικό και εσωτερικό φλοιό. Σε βαθιά κατσαρόλα ρίχνουμε 500 γρ. νερό και προσθέτουμε την ζάχαρη, τη φλούδα λεμονιού και τα αφήνουμε να βράσουν καλά μέχρι σχεδόν να δέσει σε σιρόπι. Στη συνέχεια ρίχνουμε τα κάστανα και το ξινό και τα αφήνουμε να βράσουν για 1 λεπτό. Τα σβήνουμε και τα αφήνουμε να κρυώσουν. Την άλλη μέρα επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία βρασίματος για 1 λεπτό πάλι, ρίχνοντας και τη βανίλια προς το τέλος. Όταν κρυώσει το τοποθετούμε σε βάζα..

ΥΓ. Η  κ. Ολυμπία Πουλιοπούλου που με τον χειμαρρώδη λόγο της και με μεγάλη χαρά, μου έδωσε αυτές τις πληροφορίες, είναι κόρη του αείμνηστου Βασίλη Πατρίκα, ιστορική μορφή του Δασκίου κι όχι μόνο.

Είναι 83  χρονών και κατοικεί από τότε που παντρεύτηκε, πάνω από μισό αιώνα, στο Νησί…  στο Ρουμλούκι.

Καλή εβδομάδα με υγεία
Ει. Δα.