Κοινωνία

Παπά Βασίλης Δραγατσίκης. Δεινός ορειβάτης, μαχόμενος ιερέας / συνέντευξη στον Δημήτρη Τσιμούρα

Με τον παπά Βασίλη, τον Λαρισαίο παπά,  συναντηθήκαμε ακριβώς πριν ένα χρόνο, τον Σεπτέμβρη του ’21, στο καταφύγιο «Γιώσος Αποστολίδης» στον Όλυμπο. Μου έκανε εντύπωση. Πρώτη φορά συναντούσα παπά ορειβάτη και μάλιστα με ιδιαίτερη ορειβατική δεινότητα, όπως στη συνέχεια αποδείχτηκε.

Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι. Είπαμε πάρα πολλά εκείνο το βράδυ. Οι εκπλήξεις ακολουθούσαν η μία την άλλη. Το ραντεβού για τη συνέντευξη στη Φαρέτρα δόθηκε για τον ίδιο χώρο την επόμενη χρονιά.

Συνεπείς και οι δυο την περασμένη εβδομάδα, ένα χρόνο μετά τη συνάντηση γνωριμίας, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε στα Πριόνια και να  ανέβουμε μαζί στο Οροπέδιο των Μουσών.

Όταν φτάσαμε στον Σπήλιο Αγαπητό, το καταφύγιο στα 2100 μ, τον ρώτησα. Από πού θα πάμε; Από το «Κοφτό» μου απάντησε. Τα ζωνάρια κάνουν μεγάλο κύκλο. Θα τα καταφέρω; Θα τα καταφέρεις μου απάντησε μονολεκτικά.

Όταν φτάσαμε στο Καταφύγιο του Γιώσου, ακούραστος, μου λέει:

«Θα πεταχτώ μέχρι το Μύτικα και θα ‘ρθω να τα πούμε». Δεν άργησε να γυρίσει.

«Ανέβηκα από το Λούκι, μου λέει, κατέβηκα από τη Σκάλα, ξαναγύρισα στον Μύτικα και πάλι από το Λούκι»

Εξακολουθεί να είναι ακούραστος.

-Όταν είσαι έτοιμος για την κουβέντα, πες μου, του λέω.

-Τώρα, μου απαντά.

Ανεβαίνουμε στο λιακωτό του Καταφυγίου. Πίσω μας  ο Θρόνος του Δία, αδιάψευστος μάρτυρας…         

Ο παπά Βασίλης, απόλυτα ρεαλιστής, όταν χρειάζεται, αλλά και συναισθηματικός, όταν η συζήτηση οδηγεί σε τέτοιους δρόμους, μιλά στη Φαρέτρα για το όνειρό του να ανέβει από μικρό παιδί στον Όλυμπο, που τις κορφές του τις έβλεπε από το χωριό του σαν κάτι μαγικό, αλλά και για το άλλο του όνειρο, την ιεροσύνη, που την ακολούθησε, παρόλο που αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία, όπως ήθελε ο πατέρας του. Μιλά για τη σχέση του με τους ανθρώπους της Ενορίας του, τον Άγιο Γεώργιο στη Λάρισα, για τη ζεστή αυτή επικοινωνία που τον γεμίζει ,καθώς μοιράζεται τα προβλήματα τους, αλλά μιλά και για τις αναβάσεις του στον Μύτικα, που τον μαγεύει και που ξεπερνούν τις 300 φορές!

Όταν τέλειωσε η κουβέντα, πεταχτήκαμε απέναντι στη μεγάλη Τούμπα, στα 2800 μ, για το ηλιοβασίλεμα. Τον φωτογραφίζω, ενώ παρατηρεί τον ήλιο που δύει.

…………………..

Μόλις γύρισες παπά Βασίλη από τον Μύτικα. Ανεβήκαμε μαζί από το Κοφτό, ανέβηκες μόνος στον Μύτικα, κατέβηκες  στη Σκάλα και ξαναγύρισες στο Μύτικα, όχι μόνο με μοναδική ευκολία, αλλά και με ταχύτητα. Τι είναι αυτό που σε τραβάει σαν μαγνήτης;

Μ’ αρέσει πάρα πολύ η κορυφή. Με τραβάει. Δεν υπάρχει λογική εδώ. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μπορεί να ανέβω και δυο και τρεις φορές την ίδια κιόλας μέρα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τις ορειβατικές σου ικανότητες, αλλά κυρίως το πάθος σου για την ορειβασία τα διαπιστώσαμε όλοι, όσοι έτυχε να σε συναντήσουμε στο καταφύγιο του Αποστολίδη, σε ύψος 2760 μ. Δεν είσαι ο μοναδικός και στην ικανότητα και στο πάθος. Το να ανεβαίνεις, όμως, εσύ, ένας ιερέας και μάλιστα με τα ράσα σου… Αυτό δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Και πολλά, βέβαια, στη ζωή σου είναι ασυνήθιστα. Πώς επέλεξες να στραφείς  στην ιεροσύνη και να γίνεις ιερέας, ενώ είχες αποφοιτήσει από την Παιδαγωγική Ακαδημία και θα μπορούσες να διοριστείς ως δάσκαλος, μια θέση που τώρα ειδικά επιζητούν πάρα πολλοί νέοι;

Ήθελα από πάρα πολύ μικρή ηλικία να γίνω ιερέας, ήταν το όνειρό μου και τα κατάφερα. Πήγαινα στην εκκλησία πάντα, εκεί έβρισκα τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου όμως ήθελε να γίνω δάσκαλος. Ζούσαμε στην Περδικούσα Ελασσόνας κι εγώ ήδη από τα 8 μου χρόνια είχα συνειδητοποιήσει πως αυτός ήταν ο δρόμος μου. Τελείωσα όμως και την Ακαδημία, δεν χάλασα το χατίρι του πατέρα μου.

Είσαι ιερέας αυτήν τη στιγμή  στη πολύ μεγάλη ενορία του Αγίου Γεωργίου στη Λάρισα. Πώς είναι το βιοτικό επίπεδο  του κόσμου, ειδικά αυτά τα τελευταία χρόνια, που είναι εντονότερα τα οικονομικά προβλήματα;

Η ενορία είναι μεγάλη και περιλαμβάνει και χωριά. Ο κόσμος με τα μνημόνια δυσκολεύτηκε πάρα πολύ και ακόμα δυσκολεύεται.  Εμείς από τη μεριά μας και τώρα ακόμα διοργανώνουμε συσσίτια για εκατό άτομα, αλλά και για όποιον άλλο έρθει να ζητήσει. Ο κόσμος έρχεται γύρω στις 2.30 – 3 το μεσημέρι, για να πάρει το φαγητό του. Όλα αυτά τα προσφέρουν, βέβαια, εκείνοι  που μπορούν. Εμείς κάνουμε απλά τη διαχείριση, εγώ και ο άλλος ιερέας της ενορίας μας. Είναι σημαντικό το ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δίνουν τη δυνατότητα σίτισης στους αδύναμους, αλλά και σημαντικό το ότι μας εμπιστεύονται τη διαχείρισή της.

Βέβαια, δεν έλειψαν, δυστυχώς, και κάποιοι επιτήδειοι, που χωρίς να έχουν ανάγκη από το συσσίτιο έρχονταν και το έπαιρναν, στερώντας το από άλλους, που το είχαν πραγματικά ανάγκη. Τούς επισημάναμε…

Συσσίτιο παρέχουμε τρεις ενορίες από τις 15 της Λάρισας και η Μητρόπολη.  Ο κόσμος δεν πρέπει να καταλήγει στο συσσίτιο. Ο κόσμος πρέπει να έχει δουλειά,  και να πληρώνεται, για να μπορεί να ζήσει. Η Πολιτεία πρέπει να παρέχει τα απαραίτητα στους πολίτες της, αυτός είναι ο ρόλος της.

Οι περισσότερες οικογένειες δυσκολεύονται σήμερα. Η δική μου γυναίκα, η παπαδιά, δουλεύει από τις 6 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα σε τυροκομείο. Η οικογένειά μας είναι μεγάλη.

Όλοι μιλούν για τα «τυχερά» των ιερέων. Αυτά δεν είναι αρκετά;

Αν κάποιος μου δώσει μετά από έναν γάμο, βαφτίσια, ή οτιδήποτε άλλο 5 ή 10 ευρώ, για να δείξει την ευχαρίστησή του, (εγώ ποτέ δεν ζήτησα), αυτά θα πάνε όχι στην οικογένεια, αλλά σ’ αυτούς που ξέρω ότι έχουν σοβαρές ανάγκες. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι κάνω κάτι το ιδιαίτερο, πιστεύω ότι όλοι το κάνουμε.  Άλλωστε είναι γνωστή η φράση «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».

Ο κόσμος πώς σε βλέπει; Εσύ εισπράττεις συναισθηματικά από τον κόσμο όσα προσφέρεις;

Εισπράττω αγάπη. Για μένα είναι πολύ σημαντικό. Οι ιερείς είναι στο επίκεντρο. Ο κόσμος μάς βλέπει. Ξέρει ποιοι είμαστε. Δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Για τον κόσμο εμείς πρέπει να αποτελούμε τα πρότυπα. Ο κόσμος μάς ανοίγει το σπίτι του και την καρδιά του στην εξομολόγηση. Δεν πρέπει να σταθούμε στο ύψος του σχήματος; Μας δείχνουν σεβασμό. Δεν πρέπει να τιμήσουμε αυτόν τον σεβασμό;

Έχεις 39 χρόνια  στην ιεροσύνη. Ποιες στιγμές έχουν αποτυπωθεί ως σημαντικότερες στη μνήμη σου;

Η σχέση με το ποίμνιο είναι καθημερινή. Τούς ανθρώπους αυτούς τους ξέρουμε με τα μικρά τους ονόματα. Τους παντρεύουμε, τους βαφτίζουμε… Τους αγαπούμε και μας αγαπούν. Αλλά μια στιγμή για μένα ήταν τόσο τραγική, ώστε από τη συγκίνηση δεν μπορούσα να φέρω σε πέρας την κηδεία. Ήταν όταν χάθηκε στις γραμμές του τραίνου το 2006  μια νέα γυναίκα με τα δύο κοριτσάκια της.

Άλλο περιστατικό: Άντρας ψηλός δυο μέτρα μπαίνει στην εκκλησία σε απόγνωση και μου λέει «Παπά, δώσε μου δύο ευρώ να πάρω μια τυρόπιτα, πεινάω.» Του δίνω 5 και δεν τα παίρνει. «Θέλω μόνο δύο, για να μπορώ να πάρω αργότερα τα υπόλοιπα, όταν μου χρειαστούν». Δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του και τη γρηγοράδα με την οποία έτρεχε, για να αγοράσει την τυρόπιτα.

Και μια λεπτομέρεια που εντυπωσιάζει. Στον αύλειο χώρο του ναού ακούγεται κλασική μουσική πολύ χαμηλά. Είχα προσωπική εμπειρία, όταν βρέθηκα εκεί. Σοστακόβιτς, Στράους… Περίεργο για ναό!

Ο άλλος ιερέας του ναού έχει φοβερή κατάρτιση πάνω στα Μέσα και υψηλό επίπεδο. Συνεργαζόμαστε περίφημα. Εγώ έχω περισσότερο το «αγιαστικό» μέρος, μυστήρια, ευχέλαια… Αγαπούμε όμως και οι δυο πολύ την κλασική μουσική! Επιπλέον πρέπει να πω ότι ο πατήρ Νικηφόρος έχει περισσότερα προσόντα από μένα. Υπήρξε μοναχός και είναι πολύ διαβασμένος! Εγώ έκανα οικογένεια,  μένουμε στο χωριό της Λάρισας στη Φαλάνη, με όλες τις φροντίδες και τις έγνοιες που έχουν οι οικογένειες… Δεν μπορούσα να έχω τα διαβάσματα που έχει ο πατέρας Νικηφόρος, παρόλο που θα το ήθελα πολύ…

Εκείνο που μ’ ευχαριστεί είναι πως ο κόσμος με βάζει πολύ εύκολα στο σπίτι του. « Έλα, παπά Βασίλη, κάνε μια δέηση ή πες δυο λόγια στο παιδί…». Δεν είναι εύκολο να σ’ ακούσει ένα δεκαεφτάχρονο παιδί. Πρέπει να βρεις τρόπο να το πλησιάσεις και να του πεις αυτά που πρέπει. Πρέπει να είσαι κι ο ίδιος μέσα στη ζωή…

Στο θέμα των εμβολίων πώς είδες τη θέση ορισμένων ιερέων που πήραν σθεναρά θέση κατά;

Ο Δεσπότης μας ήταν υπέρ και πιστεύω σ’ αυτόν, πιστεύω πως είναι από τους καλύτερους ιερωμένους. Και δεν τον κολακεύω. Είμαι κατά της κολακείας, δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Άλλωστε, ο Μητροπολίτης δεν θέλει γύρω του κόλακες κι αυτό δείχνει τον χαρακτήρα του. Μας το ξεκαθάρισε, όταν ανέλαβε, πως εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι το έργο μας, που είναι δύσκολο, και όχι η επίδειξη κολακείας ή οι αλληλοκατηγορίες!

Και η αδικία; Υπάρχει έντονη γύρω μας. Πώς τη βιώνεις εσύ ως ιερωμένος;

Μα δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Και πριν από τον ερχομό του Χριστού και στον ερχομό του και μετά ποτέ δεν έλειψε η αδικία. Πλούσιοι και φτωχοί πάντα. Ποιος καταδίωξε τον Χριστό; Ο απλός λαός ή οι άρχοντες της εποχής του, οι Γραμματείς και Φαρισαίοι; Δεν μπήκε μέσα στο Ναό και έδιωξε τους εμπόρους; Αυτά τα λέει το Ευαγγέλιο, δεν τα λέει ο παπά Βασίλης.

Ξέρουμε πόσο στριμωγμένοι είναι σήμερα οι εργαζόμενοι, τα συζητάμε καθημερινά. Πώς να ζήσει σήμερα ο εργαζόμενος με 750 ευρώ την οικογένεια; Αν υπάρχουν κι αυτά κι αν υπάρχει δουλειά… Κι όμως άλλοι αυξάνουν τον πλούτο τους εις βάρος των φτωχών. Αυτό είναι η αδικία που βλέπουμε όλοι μας και ας μην μιλάμε. Ποιος να τα βάλει με τους δυνατούς αυτού του κόσμου. Αυτοί ο μόνος θεός που πιστεύουν είναι το χρήμα.

Κι ας ξαναγυρίσουμε στα ορειβατικά, Γιατί ειδικά λατρεύεις τον Όλυμπο; Μόνο γιατί είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας; Πότε πρωτοανέβηκες;

Από τα παιδικά μου χρόνια με μάγευε ο Όλυμπος. Τον έβλεπα από το χωριό μου παιδάκι και ήθελα να τον ανεβώ. Δεν υπάρχει άλλο χωριό, απ’ όπου να φαίνονται και οι 12 κορυφές του! Μύτικας, Στεφάνι, Σκολιό, Καλόγερος, Προφήτης Ηλίας, Τούμπα… όλες μπροστά σου, σε καλούν…

Έβλεπα τις κορυφές 10-12 χρονών και μαγευόμουν. Έλεγα «θα πάω», αλλά ήξερα πως έπρεπε να μεγαλώσω για να το κάνω.

Ανέβηκα για πρώτη φορά το 1992 από το Λούκι. Ανέβαινα από την πίσω πλευρά από το 1987, αλλά φοβόμουν να ανεβώ στην κορυφή. Ανέβηκα 50 φορές ως εκεί και γύριζα πίσω.  Το 1992 μ’ ανέβασε ένας φίλος από τη Ραψάνη, μαζί με τον γιο μου 19 χρονών τότε. Από τότε έχω ανέβει πάρα πολλές φορές. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο έχω ανέβει πάνω από 300 φορές. Φέτος έκανα ρεκόρ, ανέβηκα 23 φορές και μία που θα ανεβώ αύριο 24! Έρχομαι σχεδόν κάθε Δευτέρα! Μου έμεινε μόνο μια διαδρομή η Κόψη Ναούμ. Αυτήν τη διαδρομή πρέπει να την κάνω πριν πεθάνω.

Ένας ιερωμένος πρέπει να έχει το βλέμμα του ψηλά. Τα ύψη του Ολύμπου και της πίστης συμπίπτουν;

Συμπίπτουν. Το ύψος πάντα προκαλεί δέος. Μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες, με τη φαντασία και την ευφυΐα που τους χαρακτήριζε, στον Όλυμπο τοποθέτησαν τους 12 θεούς τους.

Πολύ περισσότερο, όταν πιστεύεις στην ύπαρξη ενός πραγματικού θεού, πόσο ψηλά τον νιώθεις…

Κι αν κάνει σε όλους τόσο μεγάλη εντύπωση το γιατί ανεβαίνω με τόση ευκολία στον Μύτικα, δεν μπορώ να μην πω ότι κάθε τόσο προσεύχομαι στο Θεό που πιστεύω, κι αυτό μου δίνει φτερά…

Ποιες είναι κατά τη γνώμη σου οι καλύτερες διαδρομές;

Κρεβάτια – Αποστολίδης και Λιβαδάκι – Άγιος Αντώνιος –  Μύτικας –  Αποστολίδης. Αυτές, φυσικά, για μένα πάντα. Την τελευταία τη βγάζω από τα Πριόνια σε 7 ώρες. Σ΄ αυτό μ’ ακολουθεί ο ανιψιός μου. Αλλά και η εγγονή μου, που είναι 13 χρονών και είναι πρωταθλήτρια στα εμπόδια, πιστεύω πως θα τα καταφέρει.

Έχεις, παπά Βασίλη 35 χρόνια εμπειρίας στον Όλυμπο. Τον ξέρεις καλά. Τι πρέπει να προσέχει κανείς σ’ αυτόν; Πόσο επικίνδυνος είναι ιδιαίτερα για τους νέους ορειβάτες;

Απαραίτητα δυο πράγματα: Τα κατάλληλα εφόδια και η επιλογή της εποχής. Οι χειμερινοί ορειβάτες θα ανέβουν βέβαια τον χειμώνα με κατάλληλο εξοπλισμό. Εγώ ποτέ τον χειμώνα. Πέρα από τους κινδύνους, που είναι φυσικό να αντιμετωπίσει κανείς το χειμώνα, σου λείπει και η θέα, η ομορφιά του τοπίου.

Όχι μόνο σ’ έναν ορειβάτη καινούριο θα έλεγα να είναι πολύ προσεκτικός, αλλά και σε όλους εμάς τους παλιούς, γιατί ο Όλυμπος είναι απρόβλεπτος.  Είναι ένα βουνό που πρέπει να εμπνέει σεβασμό αλλά και φόβο. Πολλές φορές ακόμη και η εμπειρία δεν είναι αρκετή. Μην ξεχνάμε ότι οι καλύτεροι ορειβάτες σκοτώθηκαν στον Όλυμπο, δεν μιλάμε για άπειρους! Και δυστυχώς ανάμεσά τους και φίλοι μου…

Και από τα χρόνια της ορειβασίας ποιες είναι οι πιο έντονες στιγμές σου;

Ξεκίνησα με πολύ καλό καιρό από τα Πριόνια και, καθώς ήμουν στην κορυφή Καλόγερος, πέφτει τέτοια ομίχλη που περιφερόμουν για τρεις ώρες μόνο σε δύο τετραγωνικά μέτρα, μην πέσω κάτω και σκοτωθώ. Σε κάποια στιγμή έκανε μια αναλαμπή, είδα κάποια γνωστή κορυφή και σώθηκα. Τότε θα μπορούσα να είχα πεθάνει. Συνέβη πριν 6-7 χρόνια και ήδη ήμουν έμπειρος ορειβάτης, δεν ήταν θέμα απειρίας.

Άλλη φορά κατέβηκα ολόκληρο του Λούκι – για όσους δεν ξέρουν είναι το μονοπάτι που οδηγεί στο Μύτικα – με καταρρακτώδη βροχή. Λάθος δικό μου και πρέπει να το ομολογήσω, γιατί ήξερα πως θα βρέξει. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να πεθάνει ο άνθρωπος πάνω στον Όλυμπο. Η φύση είναι πιο δυνατή από τον άνθρωπο. Φαίνεται εύκολο αλλά δεν είναι. Θέλει τεράστια προσοχή.

Αλλά να προσθέσω και κάτι ακόμη που  δεν έχει σχέση με τον κίνδυνο, έχει σχέση με την αφοσίωση και την αγάπη. Είναι κάτι σαν τάμα: Ένας ορειβάτης Πολιτικός Μηχανικός, που συνάντησα εδώ,  ήρθε με τα πόδια στον Όλυμπο από την Κοζάνη, – ξέρετε τι απόσταση είναι! – για να τιμήσει έτσι τη νεκρή γυναίκα του. Σε μια εποχή που οι γυναικοκτονίες έγιναν τόσες πολλές, η περίπτωση αυτή είναι ένα φωτεινό παράδειγμα αφοσίωσης και αγάπης ακόμη και μετά τον θάνατο. Συγκινούμαι, όταν βλέπω τέτοιες βαθιές ανθρώπινες σχέσεις…

Καταλαβαίνουν οι άλλοι το πάθος σου για το βουνό; Πώς σε αντιμετωπίζουν;

Θα έλεγα πως όχι. Βέβαια, η οικογένειά μου και η γυναίκα μου, το έχουν αποδεχτεί πια. Να, ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: Πηγαίνοντας στην Κέρκυρα, για να αρραβωνιάσουμε το γιο μου, στο αυτοκίνητο με την παπαδιά και τον μικρό μου γιο, φτάνοντας στο Μέτσοβο βλέπω την κορυφή, το Περιστέρι και τους λέω «καθίστε εδώ να φάτε κι εγώ θ΄ανέβω στην κορυφή!» Η παπαδιά με το δίκιο της μ΄απάντησε «όλοι στο γάμο κι εσύ στα πουρνάρια»! Ανέβηκα και σε τρεις ώρες κατέβηκα. Συνεχίσαμε για Κέρκυρα και για τον αρραβώνα.

Ένα άλλο βουνό που θέλω να το ανέβω είναι ο Ταΰγετος. Θέλω ν’ ανέβω εκεί που χάθηκε ο καθηγητής, ο Λιαντίνης. Θέλω να κάνω μια δέηση, όπως έκανα εδώ για τον Αποστολίδη και τον Κάκκαλο.

Αυτό είναι θέμα τιμής για τους ανθρώπους που έδωσαν τόσα πολλά στην ορειβασία. Επειδή εγώ είμαι από το Λιτόχωρο, θυμάμαι πόσο μας συγκλόνισε ο θάνατός του Αποστολίδη τον Μάιο του 1964! Συγκλονιστικό γιατί θυσιάστηκε, για να σώσει άλλους. Μπορούσε να σωθεί.

Επιθυμία μου είναι – και θα ζητήσω την άδεια από τον Μητροπολίτη της περιοχής – να κάνω ένα τρισάγιο στο μικρό εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, που είναι το ψηλότερο των Βαλκανίων, στα 28οο περίπου μέτρα, για όσους χάθηκαν στον Όλυμπο, αλλά και για όσους ανέβηκαν και θα ανέβουν.

Και να προσθέσω και κάτι ακόμη. Όποιος θέλει να τον παντρέψω στο φτωχό πέτρινο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, εγώ θα ανέβω αμέσως για να το κάνω. Ήδη μου το ζήτησε χθες ένας νεαρός και δέχτηκα.

Πάθος, λοιπόν, και πίστη. Αυτά τα δυο σε χαρακτηρίζουν παπά Βασίλη;

Δεν είναι και τόσο σπουδαίο το ότι ανεβαίνουμε εμείς, που ο Θεός μάς έδωσε και τα δυο μας πόδια! Είδα, την περασμένη Πέμπτη που ανέβηκα, παιδιά να ανεβαίνουν στο καταφύγιο με συνοδούς και με πατερίτσες…!! Συγκλονιστικό!! Να, αυτό είναι πάθος και πίστη!! Εμείς δεν κάνουμε τίποτα σπουδαίο…

Και να προσθέσω τελειώνοντας πως την τελευταία ανάβαση που θα κάνω, (να είμαι γερός), θα την αφιερώσω στη Φαρέτρα, με εκτίμηση για τον δύσκολο ρόλο της σε μια ακόμη πιο δύσκολη εποχή.

Φωτογραφίες: faretra. info – Αρχείο παπά Βασίλη Δραγατσίκη