Άρθρα

Εκλογές στην Ιταλία / Τζόρτζια Μελόνι: Μία με τον Μουσολίνι, μία με το… κοινό καλό

Τζόρτζια Μελόνι, υποψήφια πρωθυπουργός της Ιταλίας ⫸ Η ζωή της ακροδεξιάς πολιτικού που οδεύει ταχέως προς την ηγεσία της Ιταλίας δεν ήταν εύκολη στα πρώτα της χρόνια ● Αν γίνει όντως πρωθυπουργός, εύκολες δεν θα είναι πια οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων: χειραφετημένων γυναικών, ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, μεταναστών και άλλων.

Πρόκειται για την «Κυρία “Ναι μεν αλλά”» της ιταλικής Ακρας Δεξιάς. Η Τζόρτζια Μελόνι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αυτή τη στιγμή συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι η επόμενη πρωθυπουργός της Ιταλίας. Γεννημένη στη Ρώμη, σαράντα πέντε ετών, κινήθηκε πάντα στον ακροδεξιό πολιτικό χώρο.

Όταν ήταν έφηβη, γράφτηκε στη νεολαία του «Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος», το οποίο νοσταλγούσε ανοιχτά τον Μπενίτο Μουσολίνι. Στη συνέχεια, μετά την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» και την «επανάσταση» που αυτή έφερε στην ιταλική πολιτική πραγματικότητα, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Μελόνι έγινε μέλος και στέλεχος της Εθνικής Συμμαχίας, με ηγέτη τον Τζιανφράνκο Φίνι. Μέλος, δηλαδή, ενός κόμματος το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας χάρη στη συμμαχία και στο «πολιτικό πάσο ελευθέρας» που του προσφέρθηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο Φίνι αποκήρυξε ανοιχτά τον φασισμό και τον χαρακτήρισε «απόλυτο κακό», αλλά η Μελόνι, στη συνέχεια, αναφέρθηκε ελάχιστα στη βασικής σημασίας αυτή «στροφή».

Αντιθέτως, το 2012 ίδρυσε το κόμμα «Αδέλφια της Ιταλίας», οι βουλευτές του οποίου κάθονται στη δεξιότερη πλευρά της αίθουσας του Montecitorio, του μεγάρου της ιταλικής Βουλής. Πρόκειται για το μόνο κόμμα που τα τελευταία δέκα χρόνια δεν συμμετείχε στις διάφορες ιταλικές κυβερνητικές συμμαχίες και το οποίο σήμερα παρουσιάζεται ως «η απόλυτη καινοτομία». Η ίδια η Μελόνι, βέβαια, χρημάτισε υπουργός Νέας Γενιάς σε κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι, από το 2008 μέχρι το 2011. Σήμερα, όμως, δεν το θυμάται σχεδόν κανείς.

Προσπαθεί, μάλιστα, να προωθήσει μια εικόνα άφθαρτης πολιτικού και μη επιρρεπούς σε συμβιβασμούς. Στην αναμέτρηση του 2018, αυτή η «βαθύτατη δεξιά» δεν ξεπέρασε το 4% των ψήφων και τώρα προσδοκά να εξαπλασιάσει τις ψήφους της. Πώς μπόρεσε να συμβεί;

Η πρωτοφανής εξέλιξη οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι πρόκειται για απόλυτο και αποκλειστικό επίτευγμα της ίδιας της Μελόνι, αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι η ίδια έπαιξε κύριο ρόλο. Πρώτα απ’ όλα με την «αποδοτική αμφισημία της».

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της, πάντως, δεν ήταν εύκολα. Μεγάλωσε στη λαϊκή συνοικία Γκαρμπατέλα της Ρώμης και ο αριστερός πατέρας της -φοροτεχνικός- εγκατέλειψε την Ιταλία και την οικογένειά του όταν η Τζόρτζια ήταν μόλις δύο ετών. Στα δέκα της κιόλας ήταν θύμα εκφοβισμού και κοροϊδίας λόγω παχυσαρκίας και μετά από λίγο συνειδητοποίησε ότι πιθανότατα η πολιτική θα μπορούσε να αποτελέσει μια διέξοδο, ίσως και κύριο σκοπό ζωής. «Λέω τα πράγματα ακριβώς όπως έχουν, χωρίς μισόλογα. Και γι’ αυτό τον λόγο ο κόσμος με καταλαβαίνει και με στηρίζει», δηλώνει συνεχώς η Ιταλίδα πολιτικός.

Η αλήθεια, όμως, δεν είναι ακριβώς αυτή. Διαθέτει όντως μεγάλη επικοινωνιακή ικανότητα. Κάτι που όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι της το αναγνωρίζουν. Σε ό,τι αφορά, όμως, το περιεχόμενο των θέσεών της, ένα κάπως έμπειρο μάτι διακρίνει μια συνεχή, ηθελημένη ασάφεια, μια νεφελώδη προσέγγιση. Με στόχο, προφανώς, να κρύψει τα πραγματικά της σχέδια.

Από τη μία, η Τζόρτζια Μελόνι μάς λέει ότι δεν εννοεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον ευρωπαϊκό ρόλο της Ιταλίας και ότι θεωρεί βασικής σημασίας το Σχέδιο Ανάκαμψης που ενέκριναν οι Βρυξέλλες. Από την άλλη, όμως, δεν κρύβει ότι τάσσεται υπέρ «μεταβλητών συμμαχιών στην Ευρώπη» ή ότι το Σχέδιο Ανάκαμψης πρέπει να ξανασυζητηθεί και «να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα». Οσο για την Ουγγαρία και την Πολωνία, διαψεύδει ότι θα οδηγήσει την Ιταλία στο πλευρό των χωρών του Βίζεγκραντ, αλλά την ίδια ώρα συμπληρώνει ότι «στη φάση αυτή, το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η Βουδαπέστη, αλλά το Βερολίνο».

Η ασάφεια αυτή, με περιτύλιγμα μια συχνά απλοϊκή γλώσσα, χαρακτηρίζει και την αντιμετώπιση πολλών άλλων κύριων προβλημάτων της χώρας. Στόχος τής Τζόρτζια Μελόνι είναι να τρομάξει όσο λιγότερο γίνεται τις Βρυξέλλες, την Ουάσινγκτον και τις αγορές, να γίνει πρωθυπουργός και στη συνέχεια να μπορέσει να εφαρμόσει όσο γίνεται περισσότερα σημεία της πραγματικής της ατζέντας. Με πιθανότατο περιορισμό του δικαιώματος στην άμβλωση και στη χορήγηση του χαπιού Ru 486, των κοινωνικών κατακτήσεων των ΛΟΑΤΚΙ+ πολιτών, όπως και των δικαιωμάτων των μεταναστών.

«Για κοίτα, θα το περιμένατε μια γυναίκα με ύψος 1,58 να είναι σήμερα η επικρατέστερη υποψήφια για την πρωθυπουργία της χώρας;» ρωτά τους υποστηρικτές της σε πολλές από τις συγκεντρώσεις της. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ένας πρωθυπουργός δεν κρίνεται από το φύλο ούτε από το ύψος του, αλλά από τις πράξεις και το συνολικό του όραμα.

Η Μελόνι δηλώνει τελειομανής, δύσκολα εμπιστεύεται τους συνεργάτες της και θεωρεί ότι ο ιταλικός και διεθνής Τύπος έχουν συμμαχήσει για να της κάνουν τον βίο αβίωτο. Λεπτομέρειες, θα μπορούσαμε να πούμε. Αυτό που μετράει είναι τι θα κάνει, με ποιον τρόπο θα πορευτεί αν πάρει στα χέρια της το πηδάλιο της χώρας. Οι τελευταίες αυτές ημέρες προεκλογικής εκστρατείας δείχνουν ότι δεν εκτιμά ούτε τον Ματέο Σαλβίνι από τη Λέγκα, ούτε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος επιμένει στη συνταγή του μετριοπαθούς Κέντρου. Πιστεύει ότι είναι εξυπνότερη και ικανότερη. Οταν θεωρείς, όμως, τον εαυτό σου «σαφέστατο και ειλικρινή», θα έπρεπε να βρεις τουλάχιστον το θάρρος να καταδικάσεις -χωρίς «ναι μεν, αλλά»- τον φασισμό και τα διάφορα σημερινά εγγονάκια του. Αλλά είναι σαφές, όπως όλα δείχνουν, ότι οι νοσταλγοί του Ντούτσε ακόμη αποτελούν μια πολύτιμη δεξαμενή ψήφων.

 efsyn.gr