Λογοτεχνία

Γιώργης Έξαρχος “Σπονδή στη μνήμη της Μικρασίας”

ΦΡΙΞΟΣ

 

Από ανεπίδοτο ημερολόγιο…

 

…Τα φρικτά πάθη, μάνα, από τις ατέλειωτες μάχες

στο ύψωμα της Κιουτάχειας, στο Καλέ Ταγ…

Μέσα από τα χαρακώματα σού ιστορώ και γράφω

κι η δύναμή μας είναι το ήμισυ από τον εχθρό

και… τώρα πρηνηδόν… βάζουν βαρέα πυροβόλα…

…τα πολυβόλα θερίζουν τη γη, μάνα, και σπέρνουν βλήματα…

Η πείνα, και προπαντός η δίψα, μάνα, είναι ατέλειωτη…

Δυο ημέρες δίχως νερό κι έχει κολλήσει το στομάχι…

Έχουμε χάσει τη φωνή και τη λαλιά, μιλούμε μόνο με νοήματα…

…28 του Ιούλη, μάνα, κι από το Καρά Παλάρ τραβάμε για την Άγκυρα…

…3 του Αυγούστου, μάνα, είμαστε σε ένα χωριουδάκι, στο Κάλε Κιόι…

…Δυο μέρες βαδίζουμε στην Αλμυρά Έρημο, δυο μέρες μάνα

χωρίς μια ζωντανή ψυχή, μήτε ζώου, ούτε χόρτου… Παντού άμμος…

…Ω, μάνα!… Βρισκόμαστε στα Γόρδια όρη, όρη με τα πιο φρικτά τοπία…

Σήμερα, 10 του Αυγούστου, μια ραγδαία βροχή μας υποδέχεται

κι ένας κατακλυσμός του κόσμου, λες και θέλει να μας πνίξει…

Τόσες μέρες χωρίς φαΐ, δίχως χλαίνες και κλινοσκεπάσματα, διψασμένοι!

Έτσι, μάνα, στ’ αγγεία του φαγητού, από τις σταλαγματιές που πέφτουν

απ’ τ’  αντίσκηνα και από τις ουρές των αλόγων μας, μαζεύουμε λίγο νερό,

νεράκι, μάνα μου, μαζεύει ο καθείς μας να πιει, να του κοπεί η δίψα, να ζήσει.

…Τώρα, μάνα, μας χτυπούν, έπεσε, να, να πέφτει ο λοχαγός μας Χρήστος Τσ.

… … στο Αρτίλι Ταγ… … στο… … ύψωμα… … Κάλε Κιόι… …. Μάνα…

… … … … … … Κατάρα, μάνα, … στον πόλεμο κατάρα… … … … …

 

[Έπεσε μαχόμενος, στις 12 Αυγούστου 1921]

 

 

 

ΦΡΙΞΟΣ

 

Στη γη της Ιωνίας

 

Κρατώ λύρα αιολική στη γη της Ιωνίας

κι αλλόκοτοι συλλογισμοί περνούν μετά μανίας

Μου έρχονται γυμνές γραμμές κι αράδες απ’ τα ίδια

με πεύκα γέρικα κι ελιές μα τώρα αποκαΐδια

Ξερίζωμα μικρού λαού κι απέραντου συνάμα

που την ψυχή του αυτό παντού σκορπά κι απλώνει ως θάμα

και δείχνει της ζωής το φως, το σκότος του θανάτου

ταξιδευτής αυγερινός … στα χέρια ενός Πιλάτου

που πάντα στα εγκλήματα απλά «νίπτει τας χείρας»

τ’ αθώα –λέει– θύματα, θύματα είν’ της μοίρας!

Του ήλιου δε η φωτεινή και χρυσοφόρα αράχνη

υφαίνει με χρυσή κλωστή στη διαμαντένια πάχνη

και ρίχνει στο ορθάνοιχτο κατάμαυρο πηγάδι

νάμα, νερό αθάνατο, το ιστορικό υφάδι

ποτέ να μην ενσαρκωθεί το ψεύδος σε αλήθεια

μη γίνει ο πόνος κι οι πληγές αθώα παραμύθια…

Σ’ ερείπια και γκρεμίσματα ολόρθη η Ελευθερία

στου χρόνου τα γυρίσματα στέκει εκεί αγία

Κι αν τρυπημένα τα πανιά σε σκούνες και γαλέρες

τη σώζουνε την προσφυγιά απ’ του κακού τις σφαίρες

Γίνεται η στάλα των ματιών πέλαγος, νερομάνα

και πέταγμα χρυσαετών κι «εξ ουρανού το μάννα»

δεν το μπορεί να κρύβεται στα πρόχειρα τα λόγια

τότε που ο χρόνος νίβεται στης λήθης τα ρολόγια

και μαλακώνει η ψυχή, λες κι έχει άλλη αξία!…

Εκείνη η καταστροφή είν’ νέα αφετηρία

μικρού κι απέραντου λαού που απλώνει την ψυχή του

κι οπού φυλάει μες στον νου την Ιωνία γη του.