Χρονογράφημα

«Το Καργάκι» / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

———-

Ειρήνη Δασκιωτάκη

Την Τετάρτη που μας πέρασε, ξύπνησα κατά τις 6.30.

Αφού ήπια το καφεδάκι μου, βγήκα έξω από το σπίτι για να ψάξω έναν αδεσποτούλη γάτο, τον Μίδα, που ερχόταν στον ακάλυπτο και  τον τάιζα…

Μη σας πω πώς τον βρήκα .. Καλύτερα όχι!

Επιστρέφοντας, παρατήρησα ότι είχαν μαζευτεί κάργιες στα δέντρα του πεζοδρομίου, όπου βρίσκεται η πολυκατοικία στην οποία διαμένω.

Κρώζανε με ένα συνεχές τσιριχτό και εναγώνιο κρώξιμο.

Πετούσαν επάνω από τα δέντρα δεκάδες κάργες  με ελιγμούς αγχωτικούς και συγχρόνως οργανωμένους και μεθοδικούς.

Κάτι συμβαίνει, σκέφτηκα.

Ήμουν θλιμμένη με την κατάληξη του Μίδα και με τη σκέψη αυτή  μπήκα στο σπίτι.

Ο άντρας μου καθιστός με λυγισμένα γόνατα κοίταζε έξω από την μπαλκονόπορτα προς το δρόμο.

Χωρίς να ρωτήσω με πρόλαβε και μου είπε:

«Από χθες το μεσημέρι παρατήρησα αυτήν την αναστάτωση και είδα ένα ζευγάρι από κάργιες στο δέντρο απέναντι και ψάχνοντας, όταν κατέβηκα κάτω, στο κηπάριο της διπλανής πολυκατοικίας, είδα ένα καργάκι μέσα στους θάμνους.

Ήταν και η γάτα η Μπουμπού εκεί, αλλά ευτυχώς μόνο περιεργαζόταν το πουλί και δεν το πείραξε!»

Αμέσως βγήκα έξω για να το βρω

Ήταν πάνω σε ένα κλαδί του μικρού, φουντωτού, καλλωπιστικού θάμνου…
Το καημενούλι!
Το έπιασα από τα ποδαράκια του… και έκανε ένα κρώξιμο!!

Χαμηλοπέταξε  ως ένα, ενάμισι  μέτρο και χώθηκε μέσα στη μικρή ζούγκλα του εγκαταλελειμμένου σπιτιού, 25 μέτρα πιο κάτω.

Το σπίτι με τα παράθυρα, ανοιχτό πέρασμα για τις αδέσποτες γάτες και ίσως και για άλλα είδη της πανίδας που επιβιώνουν ακόμη και στις τσιμεντένιες πόλεις…

Οι κάργιες κρώζοντας, δεκάδες κάργιες κατευθύνονταν προς τα εκεί ακολουθώντας την πορεία του μικρού πουλιού.

Προηγούνταν δύο πουλιά που πολύ πιθανόν να ήταν οι γονείς της μικρής αυτής καρδιάς.

Είπα:
« Εντάξει! εκεί είναι ασφαλές! θα κατέβουν θα το πάρουν.»

Ιδέα δεν είχα!
Πώς να το πάρουν;

Την επόμενη μέρα βγήκα ανήσυχη και άρχισα να ψάχνω κατά τις 6:00 το απόγευμα με προσοχή, προσπαθώντας να δω ανάμεσα από την πυκνή βλάστηση του εγκαταλελειμμένου σπιτιού.

Νάτο το μικράκι !

Σε ένα λεπτό μικρό κλαδί, πολύ κοντά στον γκριζωπό τοίχο του αυλόγυρου του σχεδόν ερειπωμένου σπιτιού…

Θυμάμαι όταν πρωτοήρθαμε σε αυτήν τη γειτονιά το

‘96, έμενε εκεί μία ανύπαντρη κυρία που αγαπούσε τις γάτες και τις μάζευε.

Καμία δεν στειρώνονταν, είχαν γίνει τόσες πολλές… που είχαν φτάσει κάποιες φορές να τρώνε η μια την άλλη από  πείνα, ή και για κάποια θηλυκιά γάτα τα αρσενικά.

Αρκετές από αυτές ήταν  άρρωστες…

Όταν πέθανε η κυρία, καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα, φρόντισαν κάποιοι να εξαφανίσουν αμέσως, με τον γνωστό τρόπο, όλες σχεδόν τις γάτες!

Σε κάνα μήνα, άρχισαν να σουλατσάρουν  στη γειτονιά οι αρουραίοι, να κάνουν βόλτες μέχρι και πάνω στην  πολυκατοικία !
Σκαρφάλωναν με άνεση περισσή!

Η φύση όμως πάντα αναπληρώνει το κενό…

Γυρίζω γρήγορα σπίτι, παίρνω ένα κλουβάκι από αυτά τα κτηνιατρικά με τα οποία μεταφέρουμε τις γάτες και ένα πανί άσπρο, μία μαντίλα παλιά.

Ανοίγω την σκουριασμένη πόρτα, μπαίνω μέσα στην αυλή. Κομμένα, στοιβαγμένα κλαδιά  μουσμουλιάς γίνονται εμπόδιο πρόσβασης, αλλά τα προσπερνώ και στη συνέχεια προσπαθώ να μπω στη μικρή αυτή ζούγκλα. Για να περάσω, ανασηκώνω  τα πυκνά, μπλεγμένα κλαδιά με προσοχή, για να δω πού θα πατήσω.

Βρωμάει σαν ψοφίμι, από κάτι παρατημένες σακούλες ποιος ξέρει με τι μέσα! Πεταγμένα, άδεια μπουκάλια και μεταλλικά κουτιά εμφανίζονται παραπλεύρως.

Προχωρώ με το βλέμμα τεταμένο!

Νάτο! ακόμη εκεί!
Στο θάμνο στην πάνω γωνία κολλητά με το γκριζαρισμένο τοιχάκι του αυλόγυρου…

Ένα νιαούρισμα μου αποσπά την προσοχή.

Οχ! Ο Μπούμπι!

Ένας αδέσποτος της γειτονιάς, νεαρός στην ηλικία!

Επισπεύδω, σκοντάφτω σε ένα αθέατο σκαλοπάτι….

Πουθενά το καργάκι.

Γυρνάω το βλέμμα μου δεξιά κι αριστερά και το βλέπω πάνω στον φράχτη .

Μόλις το πλησιάζω, φεύγει προς την Αγία Παρασκευή της Μακαριώτισσας, μία καταχωνιασμένη εκκλησία του τέλους του14ου αιώνα.

 

Οι κάργιες από πάνω!

Βγαίνω γρήγορα και πάω να το βρω .

Μόλις με αντιλαμβάνεται, χαμηλοπετάει και πάει και στέκεται στην όμορφη τριανταφυλλιά, από εκείνες με τα μοσχομυριστά ροζ τριαντάφυλλα, στη μονοκατοικία που έμενε παλιά ο κυρ Μιχάλης με τη γυναίκα του…

Ούτε εγώ πίστευα πώς τα κατάφερα!

Άρχισε να κρώζει δυνατά, φοβισμένο στα χέρια του «ανθρώπου».

Το βάζω στο κλουβί, το κλείνω γρήγορα, το σκεπάζω με το άσπρο μαντήλι για να μη βλέπει γύρω του και από το σοκ αρχίσει και χτυπιέται.

Δεκάδες κάργιες από πάνω μου με διάφορους ελιγμούς  …πάνω κάτω, στριφογυρίζουν σε κύκλους απεγνωσμένους, φωνάζοντας στη γλώσσα τους.

Πάμε μαζί σπίτι και το αφήνω στο πίσω μπαλκόνι προς τον ακάλυπτο

Μέσα στο κλουβί…

Τι θα κάνω τώρα;

Τί να του δώσω να φάει;

Δε γνωρίζω…

Παίρνω τηλέφωνο σε έναν φίλο που είναι βιολόγος και γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για την περίθαλψη των πτηνών.

Ο Γ. Α. έχει σώσει δεκάδες τραυματισμένα πουλιά!

Δεν απαντά!

Παίρνω, ξαναπαίρνω …τίποτα!

Αποφασίζω και του βάζω λίγο νερό σε ένα καπάκι από πλαστικό μπουκάλι, μουσκεύω λίγο ψωμί και γατοτροφή, ανοίγω το κλουβάκι με περισσή προσοχή και τα αποθέτω.

Δεν μπορώ όμως να ηρεμήσω.

Θυμήθηκα ότι οι Πρόσκοποι της Βέροιας έχουν ένα τηλέφωνο που μπορείς να απευθυνθείς σαν βρεις πληγωμένο πουλί.

Πήρα τηλέφωνο και μου δώσανε κάποιες οδηγίες χρήσιμες …

Θυμήθηκα στη συνέχεια την Οικολογική Ομάδα Βέροιας.

Βρήκα το τηλέφωνο στο διαδίκτυο.

Μου απάντησε ένας κύριος πολύ υπομονετικός και κατατοπιστικός , σίγουρα κάποιος από τους υπευθύνους της ομάδας!

Ο κ Α. μου είπε:

«Αφήστε  το τώρα έξω στο μπαλκόνι . Κοντεύει σούρουπο και τα πουλιά κουρνιάζουν.

Αύριο το πρωί θα πάρετε το κλουβί και θα το πάτε επάνω στην ταράτσα∙ έχουμε σώσει κι άλλα πουλιά με αυτόν τον τρόπο.

Θα ανοίξετε το κλουβί, θα πάρετε το πουλί στα χέρια σας με προσοχή πιάνοντας τα πόδια και το σώμα του και θα το σηκώσετε ψηλά μια-δυο φορές να το δουν οι γονείς του και στη συνέχεια θα το αφήσετε κάτω.

Θα έρχονται και θα το ταΐζουν οι γονείς του εκεί που θα το αφήσετε και μόλις δυναμώσει σε δυο-τρεις ημέρες, αν είναι υγιές, θα πετάξει.

Ήταν , μάλλον, μία ατυχής πρώτη προσπάθεια πτήσης για το καργάκι σας.»

Ωραία! Ευχαριστώ!

Κλείνω το τηλέφωνο και πάω προς το πίσω μπαλκόνι.
Τι είναι αυτό που ακούω!

Γλυκούλι μου… « κρα! κρα!»

Μαμά σα να λέει…

Τα μάτια μου τι βλέπουν και τι ακούν τα αυτιά μου!

Και πλησιάζουν στο μπαλκόνι  κι αρχίζω και φοβάμαι.
Κάργιες που κρώζουν, δυο-τρεις χαμηλά, κι άλλες πιο ψηλά, ένα στριφογυριστό διαμαρτυρόμενο σμήνος

Α! είπα… Δε θα περιμένω μέχρι αύριο το πρωί!

Φοράω τη μάσκα μου, μπαίνω στο ασανσέρ.

Τσιμουδιά το καργάκι! Σα να γνωριζόμασταν από χρόνια…

4ος όροφος!

Ανεβαίνω με αγωνία τα καμιά εικοσαριά σκαλιά προς την πόρτα της ταράτσας.
Ευτυχώς δεν ήταν κλειδωμένη.

Τα συναισθήματά μου είναι πολύ έντονα, νιώθω την καρδιά μου να χτυπά. Έχω μεγάλη λαχτάρα να σωθεί το μικράκι.

Δεν προλαβαίνω να πατήσω το πόδι μου στο τσιμέντο της ταράτσας και απίστευτο… πώς το κατάλαβαν;

Καμιά εικοσαριά κάργιες να φωνάζουν και να γυροφέρνουν την πολυκατοικία…

Κάποιες άρχισαν να χαμηλώνουν τόσο… δυο μέτρα περίπου πάνω από το κλουβί…

Ανοίγω το κλουβί , το παίρνω τρυφερά στα χέρια μου, το σηκώνω ψηλά να το δούνε… σε δύο διαφορετικά σημεία.

Δυναμώνουν τα κρωξίματα.
Πανδαιμόνιο!

Θυμήθηκα την  ταινία του Χίτσκοκ  «Τα Πουλιά», ένα καταπληκτικό θρίλερ.

Θεέ μου, πόσο αδύναμη ένιωσα μπροστά σε αυτό το αξιοθαύμαστο «σκηνικό!»

Το άφησα και έφυγα.

Το βράδυ είδα την απάντηση του φίλου μου Γ.Α. στο messenger

«Αν είναι καλά το πουλί αύριο, δώσε το βραστό αυγό, μόνο το ασπράδι.

Θα περάσω κι εγώ…»

Όλο το βράδυ ανησυχούσα για την εξέλιξη.

Πολύ πρωί κατά τις 7:00 παίρνω το βρασμένο αυγό, ανεβαίνω στην ταράτσα.

Η κατάσταση είναι ήρεμη, φυσιολογική…

Πετάνε δυο τρεις κάργιες, εκτελώντας τα καθημερινά τους δρομολόγια.

Με αγωνία προχωρώ.

Αχ, μακάρι να μην αντικρίσω το καργάκι… μην το δω πεθαμένο στο τσιμέντο επάνω!

Πού είναι;

Πουθενά… ψάχνω σε όλες τις γωνιές της ταράτσας, κάτω από τις λαμαρίνες εκεί όπου υπάρχουν και σκεπάζουν κάποιες καπνοδόχους. Τίποτα!

Χαίρομαι, αν και υπάρχει κάτι μέσα μου που με φοβίζει συγχρόνως.

Μετά από κανά δυο ώρες ήρθε ο φίλος μου.

Ανεβήκαμε στην ταράτσα.

Αφού κοίταξε ένα γύρο προσεχτικά, άνοιξε την κλειστή πόρτα μιας αποθήκης.
Σφήκες έντρομες σκόρπισαν .
Ευτυχώς δε χάλασε η φωλιά τους.

Έμεινε  για ένα τέταρτο στην αποθήκη, ψάχνοντας κάθε γωνίτσα.

Το βρήκες; Ρώτησα.

Όχι, μου απάντησε.

Κατέβηκα στον ακάλυπτο κι έψαξα σπιθαμή προς σπιθαμή…

Όλα καλά!

Καθώς έγραφα, σκεφτόμουν ότι τη λέξη «ζώον» ατυχώς τη χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι υποτιμώντας τον συνάνθρωπο!

καλή εβδομάδα με υγεία
Ει.Δα.