Απόψεις στη Φαρέτρα

“Η πατρίς του Ρήγα, το1895, κατά τον Χρίστο Π. Οικονόμο!” / γράφει ο Γιώργης Έξαρχος

Ανδρέας Κριεζής (1816-1880): «Ρήγας Βελεστίνος. Αφιερώθη η παρούσα εικών του πρωτομάρτυρος της ελληνικής ελευθερίας τω ενδοξοτάτω Κυρίω Ιωάννη Κωλέττη, τω κατά των της Ελλάδος τυράννων γενναίως αγωνισθέντι, Παρίσι, Lemercier, Benard & Cie, 1840». Λιθογραφία, 50,4×37,3 εκ.Βιβλιοθήκη της Βουλής
——-

Γιώργης Έξαρχος

Σύγχρονοι Βελεστινιώτες, γόνοι επήλυδων κατοίκων της πολίχνης των αρχών του 20ού αιώνα, δηλώνοντες αυτοχαρακτηριζόμενοι «γηγενείς Γκρέκοι ή Καραγκούνηδες», ισχυρίζονται κατά καιρούς δημόσια και αναπόδεικτα, πλείστα όσα, για τον Βελεστίνο και τον Ρήγα. Οι γνώστες των πηγών ανθυπομειδιούν σε τέτοιου είδους στρεβλούς ισχυρισμούς και απλά στα «μεγάλα ψεύδη» αντιπαραθέτουν τις «μεγάλες αλήθειες», όπως αυτές τεκμαίρονται από τις πρωτογενείς αυθεντικές πηγές. Έτσι λ.χ., θυμίζουν σε αυτούς τους «γηγενείς» τι έγραψε ο Λήκ, στο οδοιπορικό του, όταν πέρασε στο Βιλάετι Βελεστίνου στις 27-31 Δεκεμβρίου 1809. Πρώτον: Έγραψε ότι στο Βιλαέτι «Σε διάφορα ορεινά μέρη είναι κατασκευασμένες καλύβες φτιαγμένες από τους κατοίκους της Κάπρενας για τους Βλάχους, που έρχονται σε αυτό το μέρος της Θεσσαλίας με τα πρόβατά τους τον χειμώνα, και μισθώνουν βοσκότοπους και καλύβες. Από τους Γραικούς της Θεσσαλίας αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται συνήθως Καραγκουνίδες [Karagunidhes], ή οι με μαύρους μανδύες [μαυροκάπηδες].» Άρα, μην ταυτίζουν τις λέξειες Γκρέκος και Καραγκούνης! Δεύτερον: Έγραψε ότι «Στην πόλη [του Βελεστίνου] υπάρχουν περίπου 250 τουρκικές οικογένειες, αλλά τα σπίτια των Τούρκων είναι πολύ πιο πολυάριθμα: από τα υπόλοιπα σπίτια ενοικιάζονται και κατοικούνται από Γραικούς των Αγράφων ή από Βλάχους του όρους Πίνδος.» Άρα, μην ψευδολογούν ότνα λένε πως μόνον οι Βλάχοι νοίκιαζαν τούκικα σπίτια στο Βελεστίνο, γιατί το ίδιο έκαναν και οι Γκρέκοι! Μόνο, που οι Γκρέκοι αυτοί ήταν Αγραφιώτες, και κατά τον Φρ. Πουκεβίλ, την ίδια περίοδο, ήταν κι αυτοί Βλάχοι!

Στις 13 Ιούνη του 1798 ο Ρήγας εκτελέστηκε στο Βελιγράδι. Περίπου 100 χρόνια αργότερα έζησε στον γενέθλιο τόπο του Ρήγα, για δύο έτη, ο εκπαιδευτικός Χρ. Ι. Οικονόμος. Πώς είδε αυτόν τον τόπο; Πώς ήταν τότε το Βελεστίνο; Τι ανθρώπους είχε; Και τι γνώριζαν για τον Ρήγα;… Ας δώσουμε τον λόγο στον Οικονόμο να μας τα πει…

Γ. Έξαρχος.

ΧΡΙΣΤΟΣ Π. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (1867-1949;) – 1895[1]

Η πατρίς του Ρήγα – Τοπογραφία και Ηθογραφία (1895):[2]

Το Β ε λ ε σ τ ί ν ο ν ή όπως λέγουν οι νεώτεροι ο Βελεστίνος, τα Μετέωρα και τα Τέμπη είναι τα τρία ολόφωτα και περιλαμπή σημεία, περί α εξελίσσεται όλη σχεδόν η ιστορία της Θεσσαλίας και συγκεντρούται όλη η φυσική ταύτη καλλονή και η ποίησις. Το όνομα Βελεστίνος δεν είναι ούτε ξένον ούτε άγνωστον εις εκείνους, οίτινες ενέκυψαν εις την μελέτην της νεωτέρας ημών ιστορίας ή ησχολήθησαν περί την έρευναν τοπίων και χωρών, εις ας η φύσις άφθονα επεδαψίλευσε τα εαυτής δώρα. Ζήσασα η πόλις αύτη με το όνομα Φεραί επί είκοσι και πλέον αιώνας πολλάκις ως βασιλεύουσα και ουχί άπαξ ως κυρίαρχος της Θεσσαλίας απάσης, αναφαίνεται κατά τον ΧΙΙ μ.Χ. αιώνα με το όνομα Βελεστίνος, ως νέος τις φοίνιξ εκ της τέφρας των αρχαίων Φερών, και ει και ο ανάδοχος αυτής παραμένει μέχρι σήμερον αφανής και άγνωστος, εν τούτοις ευδοκία Κυρίου διανύει ήδη τον όγδοον αιώνα της ηλικίας της, δύναταί τις δε να είπη ότι ο Βελεστίνος, εάν επισήμου ανδρός το όνομα βεβαίως προσέλαβε, θα αποβή αναμφιβόλως ο μέγας Μαθουσάλας της Θεσσαλίας. Αλλά και αν έλειπον τα υπερεπτακόσια ταύτα έτη, και αν ακόμη κανέν φωτεινόν σημείον δεν διέλαμπεν εις τον ορίζοντα της μακράς ταύτης χρονικής περιόδου, μόνη η προνομία της γεννήσεως εν αυτώ του Ρήγα, του κολοσσού τούτου της εθνικής ημών παλιγγενεσίας, μόνη η προνομία αύτη είναι ικανή να περιβάλη το Βελεστίνον με τοσαύτην αίγλην, ώστε να καταστήση αυτό πασιφανές και πασίγνωστον. Η γέννησις του Ρήγα επέθηκεν αληθώς επί της ιστορίας του Βελεστίνου τοιούτον κοσμητικόν αδάμαντα, ώστε την λάμψιν αυτού θα εζήλευεν αναμφιβόλως το ωραιότερον στέμμα. Αλλ’ ήθελεν ίσως ερωτήσει τις διαπορών ήδη ποίον το θαυμαστόν τούτο χωρίον, ποίον είνε το Βελεστίνον, εις το οποίον μετά τρία έτη –τον Ιούλιον του 1898– θέλει συρρεύσει ολόκληρος η Ελλάς, ίνα πανηγυρίση την εκατονταετηρίδα του μαρτυρίου του Ρήγα, και ίνα αναστηλώση εκεί σεμνόν το ομοίωμα του ποιητού, το οποίον καλλιμάρμαρον θέλει ανεγείρη η εθνική ευγνωμοσύνη; Τούτο λαμβάνω την τιμήν να παρουσιάσω σήμερον εις τους φίλους αναγνώστας του  Η μ ε ρ ο λ ο γ ί ο υ. Ας μη παρεξηγηθώ δε διά την αυθαίρετον ταύτην αντιπροσωπείαν από τον φίλον μου κ. Αλέξ. Τρυγώνην, εις ον αναγνωρίζω πλήρη τα δικαιώματα και τα εφόδια της εν τω μέλλοντι αντιπροσωπεύσεως του Βελεστίνου εν τω εθνικώ συνεδρίω.

Προς Δ του Βώλου, της ωραίας ταύτης νύμφης του Παγασητικού, ως τον απεκάλεσεν ο κ. Δηλιγιάννης, και εις απόστασιν τριών και πλέον ωρών απ’ αυτού εκτείνεται επί υψωμάτων συνεχομένων προς το Χαλκοδόνιον όρος η αρχαία και περιώνυμος πόλις των Φερών το σημερινόν Βελεστίνον. Εις το χωρίον τούτο, όπερ μοιραίως έπαθε σήμερον το πάθημα της Κοντικής λέμβου και εγένετο αρσενικόν, δύναταί τις να πηγαίνη εκ Βώλου διά του σιδηροδρόμου, ότε η απόστασις σμικρύνεται εις τα τρία τέταρτα της ώρας περίπου. Καθ’ οδόν ουδέν σου διεγείρει την περιέργειαν. Ο σιδηρόδρομος αναρριχώμενος επί τινος παραφυάδος του Πηλίου ασθμαίνει, ως γέρων ξυλοκόπος του Αισώπου, και προχωρών βραδέως κάμνει να παρελαύνουν ενώπιόν σου βουνοί ηλιοκαείς, καχεκτικοί και γυμνοί, εναλλασσόμενοι κατά μικρά διαστήματα προς ωραία κομψότατα φυλακεία εστημένα εις πάσαν διασταύρωσιν της δημοσίας οδού μετά της σιδηροδρομικής και λόφος κωνοειδής, χειροποίητος το πιλάφ-τεπέ τουρκιστί λεγόμενον. Ουδέν άλλο άξιον λόγου δεσμεύει το βλέμμα σου. Αλλ’ από της κορυφής της παραφυάδος ταύτης του Πηλίου διανοίγεται ενώπιόν σου αχανής και ατέρμων η μεγάλη η ξηρά, η μονότονος, η ηλιοκαής πεδιάς της Λαρίσης, εν ω κάτω προ των ποδών σου και ολίγον αριστερά θάλλει χωρίον χαριέστατον, όασις μαγευτική και χλοερά, φύσις φυλλομανής και ακμαία, δασύλλιον περικαλλές και τερπνόν, το δασύλλιον του Βελεστίνου, όπερ ολονέν κινείται, ολονέν τρέχει, ολονέν πλησιάζει, σα να θέλη να σε χαιρετίση. Καίτοι δε οι γείτονες λόφοι και αι πυκναί των δένδων συστάδες αποκρύπτουσιν από τα όμματά σου τας οικίας του χωρίου, εν τούτοις διά μέσου των πρασίνων φυλλωμάτων διαφαίνεται η πόλις του Αδμήτου και της Αλκήστεως, διαφαίνονται αι Φεραί του Ιάσονος του ταγού της Θεσσαλίας απάσης, διαφαίνεται του Ρήγα το Βελεστίνον, του ποιητού Ρήγα, του εθνεγέρτου Ρήγα, εις το όνομα του οποίου πόσοι πόθοι και πόσαι συγκινήσεις, πόσα όνειρα και πόσαι αναμνήσεις δεν πλημμυρούσι τα στήθη μας και δεν κατακλύζουσι την ψυχήν ημών. Είναι η Βηθλεέμ της Εθνικής ημών παλιγγενεσίας το χωρίον τούτο και αν εις σπήλαιον Θεοτόκον δεν φέγγη παντοτεινή κανδήλα και δεν σημειούται επί των παρειών αυτού το παρήγορον της ζωής άστρον, υπάρχει ακόμη το φρέαρ του Ρήγα, όπερ ανέβλυσε το ζων ύδωρ της εθνικής ημών απολυτρώσεως, υπάρχει ακόμη ο χώρος, ένθα ήτο εστημένη η πατρική αυτού οικία, από της οποίας είδε τον πρώτον από του Πηλίου ανατέλλοντα ήλιον ο Ρήγας, ο μέγας Ρήγας, ο Ζευς Ρήγας. Τοιαύται συγκινήσεις ανέκφραστοι, τοιαύται αναμνήσεις γλυκείαι, τοιαύτα ιδέαι ιεραί, δεν είναι δυνατόν να σε αφήσουν να παρέλθης ασεβώς το προσκυνητήριον τούτο, χωρίς να σταματήσης να το ίδης, χωρίς να υπάγης να το επισκεφθής. Σε συναρπάζει η θέα, σε συγκρατεί η ιδέα. Δέσμιος Προμηθεύς, ούτινος τα σπλάγχνα δεν κατατρώγει αετός, αλλά πόθος να ίδης το ταχύτερον τας αρχαίας Φεράς, να πίης αμέτρως εκ του ύδατος της Υπερείας, να επισκεφθής αμέσως την πατρίδα του Ρήγα και να ευτυχήσης να ζήσης έστω και ολίγας μόνον στιγμάς με την μνήμην αυτού…

Ωραία λεωφόρος πλατεία, ενός και πλέον χιλιομέτρου μήκους φέρει διά μέσου του τερπνοτάτου δασυλλίου εκ του σιδηροδρομικού σταθμού εις το χωρίον. Πυκνή ως παρατεταγμένοι στρατιώται, δενδροστοιχία εξ υψικόμων αιγείρων και λωτών, περί ους ελίσσεται θαλερός πάντοτε ο ερπηστικός κισσός, σκιάζει δαψιλώς, τον ωραίον τούτον δρόμον. Τα κηπεία και οι αιμασιαί, ας αναφέρει ο Μεγαλοπολίτης ιστορικός Πολύβιος, αναθάλλουσι και πάλιν ακμαίαι. Συνήθως όμως ως φράκται των διαφόρων κήπων χρησιμεύουσι σήμερον πυκναί σειραί λευκών ή άλλων δένδρων, περί ας περιπλέκεται συστρεφομένη η ακανθώδης βατομωρέα ή αναρριχάται ενηγκαλισμένη η μακρόκλαδος κληματίς. Μετρείται πανταχού η δρυς και ο λωτός με την υψηλήν λεύκην, ίσταται αντιμέτωπος ο πλάτανος προς την ευώδη ιτέαν και αδελφωμένη μένει πάντοτε η μωρέα μετά της πλατυφύλλου καρυάς. Μορμουρίζουσι διαρκώς φλύαρα ρυάκια, τέκνα αθάνατα αγηράτου μητρός της καλής Υπερείας, κροτούσιν αενάως και μονοτόνως νυχθημερόν εργαζόμενοι οι πολλοί του χωρίου υδρόμυλοι, γλυκύ εξέρχεται εκ των αδιαβάτων λοχμών των αηδόνων το άσμα και οξεία διασχίζει τον αέρα η φωνή της ατμομηχανής του σιδηροδρόμου, η φωνή της καμίνου του εργοστασίου των Γιαννοπούλων διαλαλούσα εις τα πέρατα της Θεσσαλίας την πρόοδον και τον πολιτισμόν. Αλλ’ ιδού εισέρχομαι εις το χωρίον. Επί των κορυφών τεραστίων πλατάνων, επί της στέγης Τουρκικών πύργων, επί του θόλου της ωραίας του χωριού εκκλησίας, πανταχού, όπου εξέχουσα κορυφή προβάλλει, διακρίνω φωλεά πελαργών και τούτους με τους μακρούς αυτών πόδας υπεράνω τούτων ισταμένους και κρατούντας τα μακρά των ράμφη δίκην ατελευτήτων χειροκροτημάτων, εν ω στίφη αναρίθμητα κολοιών διασχίζουσι διαρκώς τον αέρα οχληρώς και αχαρίτως και συγκεκομμένως κρώζοντα. Παρά την είσοδον του χωρίου ίσταται ορθός ο μιναρές τουρκικού τζαμίου μνημείον απαίσιον εκλιπούσης τυραννίας. Ουδεμίαν μεταβολήν, ουδεμίαν πρόοδον, ουδεμίαν ρυμοτομίαν, ουδέν σχέδιον βλέπω. Τα πάντα ακίνητα, τα πάντα στάσιμα, τα πάντα νεκρά, τα πάντα όμοια προς την χάρταν του Ρήγα. Μόνον μία εγκαρσίως διασχίζουσα το χωρίον οδός, αρκετά πλατεία, με ευάριθμα δένδρα, με ολίγα εκατέρωθεν νεόκτιστα μαγαζεία, απεριγράπτως εχθρά της ευθυγραμμίας και της κανονικότητος, εγένετο επίτηδες φαίνεται διά να εκθέση εις τα όμ-ματα των επισκεπτών την αθλιότητα και την ελεεινότητα των Ελλήνων μηχανικών.

Η πρώτη εντύπωσις εκ του χωρίου οικτρά, οικτροτάτη. Μία κηλίς εις μίαν ωραίαν εικόνα. Το χωρίον είνε η κηλίς, εικών δε η πέριξ φυλλομανής και κατάρρυτος φύσις. Οικίαι ευρωτιώσαι, σεσαθρωμέναι, πλίνθιναι, αληθή ερείπια, με ολίγας διαιρέσεις, με πολλά παράθυρα, πύργοι Τουρκικοί υπερύψηλοι χωρίς παράθυρα, προγάστορες, τυφλοί μάλλον ή παραβλώπες, άνδρες κοντοί μάλλον ή υψηλοί, ηλιοκαείς, σιωπηλοί, κα-χύποπτοι, με  εξέχοντα ως επί το πλείστον τα  μήλα του  προσωπου  με μ π ο υ ν τ ο ύ ρ ι και φέσι και γελέκι, με φωκόλ και λαιμοδέτην, καθάριοι, φιλήσυχοι, λιτοδίαιτοι, αλλ’ ουδέν το πνευματώδες διά του προσώπου εκφράζοντες, γυναίκες βραχύσωμοι, μικροκαμωμέναι, συνεκτικαί, στρογγυλοπρόσωποι, ηλιοκαείς, εργατικαί, negligees και γυμνόποδες τας καθημερινάς, με λουστίνι και γραφικωτάτην βραχείαν πολύχρωμον μεταξίνην εσθήτα ως βυζαντιναί αγιογραφίαι τας εορτάς, ιδού η φάτσα των κ α ρ α γ κ ο ύ ν η δ ω ν, οίτινες υπερηφάνως φέρουσι την καταγωγήν και το όνομα. Αλλ’ οφείλω ενταύθα να παρουσιάσω και την άλλην όψιν εικόνος. Αυτή είναι οι Β λ ά χ ο ι, οίτινες ερχόμενοι προς παραχείμασιν εκ της Ηπείρου και Μακεδονίας κατοικούσι τα υπεράνω της Υπερείας υψηλά μέρη εν οικίαις λιθοκτίστους και μακραίς. Δεν δύναμαι δε να παραλίπω ότι κατά κανόνα απαράβατον οι Βλάχοι εκ μεν της πατρίδος των αναχωρούσι την μεταμεσημβρίαν του Αγίου Δημητρίου, εκ δε του Βελεστίνου την μεταμεσημβρίαν του Αγίου Γεωργίου. Ούτω δε κατά τούτο οι δύο μεγαλομάρτυρες άγιοι απέβησαν οι δύο τροπικοί των Βλάχων. Οι Βλάχοι είναι φουστανελλοφόροι, υψηλοί, ευθύκορμοι, ευσταλείς, ολιγόσαρκοι, ευκίνητοι πλην του κυρ Αναγνώστη όστις θέλει ολόκληρον Βασιλικόν διάταγμα διά να μετακινηθή, με έν Τουρκικόν φέσιον επί της κεφαλής, ούτινος η ερυθρά μεν απόχρωσις δεικνύει το πυρ της νεότητος, η λευκή δε της ζωής τον χειμώνα, με μίαν σιάρκαν επί των νώτων πολύπτυχον, με έν σελλάχιον εις την μέσην, σωστό μπαλκόνι, ως προσφυέστατα το ωνόμασαν οι Ζακύνθιοι θερισταί, τσαρουχοφορεμένοι λεβέντηδες, σωστοί αρματωλοί και κλέφται του 21 εις τον χορόν, θορυβώδεις εν ταις συζητήσεσι, περισσότερον ζωηροί παρά καθάριοι, ανειλικρινείς και δύσπιστοι προς τους  κ α ρ α γ κ ο ύ ν η δ ε ς και διά τούτο αδιαλλάκτως υπ’ αυτών μισούμενοι και περιφρονούμενοι, απολαύοντες μεν πλήρη τα αγαθά της ευνομίας και της ισότητος, αλλ’ οι πολλοί απολιτογράφητοι αφορολόγητοι και εχθροί της στρατιωτικής υποχρεώσεως, με γυναίκας αδιακρίτου ηλικίας και εσβεσμένης εκ των ταλαιπωριών ωραιότητος, ιδού η άλλη όψις της εικόνος, ήτις αποτελεί το έτερον ήμισυ του πληθυσμού του Βελεστίνου. Εάν δε εις ταύτα προσθέσητε περί τας δέκα οικογενείας Αθιγγάνων και άλλας τόσας φραγκοφορεμένων υπαλλήλων ως και τινας Σαρακατσιαναίους ποιμένας, θα έχητε πλήρες μωσαϊκόν του πληθυσμού υπό την έποψιν της ενδυμασίας, της γλώσσης, των εθίμων κ.λπ.

Συμπληρούνται ήδη δύο έτη, αφ’ ότου διατρίβω εν Βελεστίνω. Καθ’ όλον δε το μακρόν τούτο διάστημα οφείλω να εξάρω το φιλοδίκαιον και φιλήσυχον του χαρακτήρος των κατοίκων. Ουδέν εγένετο δυνάμενον να ταράξη την βασιλεύουσαν εν αυτοίς ειρήνην και ομονοΐαν. Η έρις έχει εντελώς απ’ αυτών αποξενωθή. Ούτε ναός, ούτε βωμός, ούτε λατρεία, ούτε θυσία, ούτε προσευχή, ούτε αγάπη προς αυτήν προσφέρεται. Η στρατιωτική μάλιστα αστυνομία κατήργησε και τους πυροβολισμούς, οίτινες κατ’ αρχαίον ελληνικόν έθιμον εγένοντο πάντοτε οι εξάγγελοι των ευτυχών συμβεβηκότων της οικογενείας. Οι γάμοι, οι αρραβώνες, τα βαπτίσματα, αι γεννήσεις διεξάγονται πλέον βωβά, με όλας τας διαμαρτυρίας του Παπαποστόλη ότι τούτο είναι εναντίον της θρησκείας! Οφείλω δε ενταύθα να προσθέσω ότι το σ ι μ ί τ ι είναι το ευγλωττότατον προσκλητήριον εις τους γάμους, και ότι τούτο ουδέν γράμμα, ουδεμία κάρτα, όσον χρυσή, όσον πολυτελής και αν είναι, δύναται να αντικαταστήση. Τα μαγαζεία κλείουν πάντοτε προ της αστυνομικής διατάξεως ελλείψει θαμώνων. Οι δε κάτοικοι κοιμώνται και εξυπνούν με της κόταις. Εν ταις οδοίς φωτιζομέναις αμυδρότατα διά φανών, ων το φέγγος δύναται να συγκριθή μόλις προς την λάμψιν πυγολαμπίδος, βασιλεύει την νύκτα άκρα ησυχία και ερημία. Από το χωρίον λείπουν εντελώς οι κώμοι. Εξέπνευσεν εις τα χείλη του Ρήγα το άσμα του Βελεστίνου και οι απόγονοι αυτού είναι ξένοι πάσης ευθυμίας, πάσης φαιδρότητος, πάσης παιδικής ζωής, πάσης νεανικής παρεκτροπής. Τα πάντα σήμερον είναι νέκρωσις, τα πάντα αθυμία, τα πάντα λύπη, τα πάντα πένθος. Νομίζει τις ότι με την γέννησιν του Ρήγα εξεθύμανεν εντελώς ο τόπος ούτος και ότι μετ’ αυτού συναπήλθε και συνεξέλιπε τελείως η χαρά, η ζωή, ο γέλως, η ποίησις, το άσμα, ο ενθουσιασμός. Μόνον ο κατά πάσαν Κυριακήν του χειμώνος γινόμενος χορός ο καταλήγων εις αμοιβαίον πάντοτε καβαλίκευμα και κατά το οποίον απίστευτον! όλα τα τραγούδια χορεύονται, μηδ’ αυτού του νάνι-νάνι εξαιρουμένου, μόνον ο χορός αυτός μαρτυρεί ότι ο τόπος ούτος δεν είναι ο κήπος του κλαυθμώνος και ότι το Βελεστίνον δεν είναι της Θεσσαλίας η νεκρούπολις!

Ουδέν άλλο περίεργον έχω να αναφέρω περί Βελεστίνου. Εκ του αρχαίου θεάτρου ουδέ ίχνος σώζεται πλέον. Μόνη η ωραία Υπέρεια, εις τα κρυστάλλινα της οποίας νερά δεν λούεται πλέον η λευκώλενος Αφροδίτη, αλλ’ η δυσειδής χωρική, μόνη αύτη αγήρατος και αμετάβλητος εξακολουθεί να παρέχη πλουσίαν την υγράν (61 οκ. 19ο Κ) συνδρομήν της εις το χαριτωμένον του Βελεστίνου δασύλλιον. Κατοπτρίζεται εις το άκρον αυτής ιστάμενος ορθός ο Τουρκικός μιναρές και κράζουσιν απαισίως την νύκτα οι εν αυτή διαιτώμενοι φλύαροι βάτραχοι. Υπεράνω της Υπερείας επί επιπέδου τινός υψώματος όπου άλλοτε έκειντο των Φεραίων βασιλέων τα ανάκτορα, βλέπω σήμερον ως Τουρκικά σεράγια, τας μικράς λιθοκτίστους οικίας των Βλάχων και δυτικώτερον παρά το ση-μερινόν νεκροταφείον τα ερείπια της αρχαίας των Φερών ακροπόλεως. Από του ύψους όμως τούτου θαυμασία διανοίγεται προ των οφθαλμών σου η θέα της αχανούς πεδιάδος της Λαρίσης μέχρι των Κυνός κφαλών και μέχρι του Ολύμπου με μίαν βαθέως κυανήν γραμμήν κάτω του Μαυροβουνίου, την Κάρλαν λίμνην. Ο Όλυμπος μακράν εις το τέρμα της παρατηρήσεώς σου προκύπτει εκ του αχανούς γλαυκός ως ο ουρανός, συνεχής προς αυτόν, αδιαχώριστος, αδιάσπαστος, αστερέωτος. Ο είς, αδιάκριτος εξακολούθησις του άλλου. Ούτε όγκος όρους, ούτε δειράδες, ούτε κλιτύες, ούτε κορυφαί. Τα πάντα αμαυρώς υποκυανίζουσα ύλη. Αυτή δε η συνέχεια, αυτή η αδιάκριτος εναλλαγή της ύλης, αυτό το ομοιόμορφον, το άνευ διαυγείας κυανούν ουρανού και Ολύμπου, σε κάμνουν να εννοήσης ότι και οι αρχαίοι ουδεμίαν διάκρισιν έκαμνον μεταξύ του ουρανού και του όρους τούτου και ότι ορίζοντες ως κατοικίαν των θεών την υψίστην κορυφήν του Ολύμπου ώριζον ταυτοχρόνως και αυτόν τον ουρανόν.

Κάτω της ακροπόλεως επί εδάφους, όπερ ισοπέδωσε του αγρότου η σκαπάνη, ευρίσκεται η κατοικία του Ρήγα. Ούτε οικίαν του μεγαλομάρτυρος διακρίνω, ούτε θεμέλια. Τα πάντα ανέσκαψε του γεωργού η αξίνη και το πηγάδι εκείνο, όπερ ως άλλη Κασταλλία έκαμεν άλλοτε τον Ρήγαν ποιητήν, κείται σήμερον και αυτό εγκαταλελειμμένον και άνυδρον. Αλλ’ ουδέν βλέπω, ουδέν ακούω μαρτυρούν την γέννησιν και ανατροφήν του Ρήγα εν Βελεστίνω. Εξηφάνισε τους συγγενείς αυτού του τυράννου η μάχαιρα, εξηφάνισε τους γνωρίμους αυτού ο αδυσώπητος χρόνος και ουδείς σήμερον εν Βελεστίνω γνωρίζει τι να σου είπη περί του Ρήγα. Ουδείς, απολύτως ουδείς φέρει τούτου το όνομα. Είναι άρα γε βαρύ και ουδείς δύναται να το βαστάση ή η σκληρά ανάγκη της μετά των μανιακών Τούρκων συμβιώσεως και της αυτοσυντηρησίας το αίσθημα τους απεξένωσεν από το μέγα τούτο όνομα; Όπως και αν έχη το πράγμα, το βέβαιον είναι ότι το όνομα Ρήγας έπρεπε να είναι το προσφιλέστερον και σεμνότερον και αγιώτερον όνομα εν Βελεστίνω. Ουδείς δε δύναται να συγχωρήση αυτούς ότι μετά δεκατετραετή ελεύθερον βίον δεν ευρέθη είς να ονομάση το τέκνον του Ρήγαν, αλλ’ αφήκαν να αναζήση τούτο ως τίτλος ενός καφενείου! Ουδέν όνομα ακούω του Ιάσονος, του Αλεξάνδρου, του Αδμήτου, των παναρχαίων της πόλεως βασιλέων. Τα πάντα απέθανον, τα πάντα εξηφανίσθησαν, τα πάντα ελησμονήθησαν και μόνη η Άλκηστις μετά τριάκοντα ολοκλήρων αιώνων πάροδον ανέζησε πάλιν εις έν χαριτωμένον θυγάτριον του Δημάρχου Φερών κ. Γιαννοπούλου. Αλλά φευ! απέπτη και αυτό…

Εν Βελεστίνω κατά Ιούλιον του 1895.

***Κείμενο ανθρώπου που επί δύο συνεχόμενα χρόνια έζησε στο Βελεστίνο, και λέει αλήθειες, τις οποίες οι σημερινοί αγνοούν! Ας προσέξουν ιδιαίτερα οι αναγνώστες όσα γράφει για Καραγκούνηδες και Βλάχους, για να μη έχουν τις όποιες… εντυπώσεις καλλιεργούν σήμερα επήλυδες του Βελεστίνου, προπαγανδιστές «ρηγολόγοι», που παρουσιάζουν το μαύρο άσπρο κι αντίστροφα. Να μην αγνοηθούν και τα όσα αναλυτικά έχει γράψει πως είδε το 1809 ο Ληκ, στο Βελεστίνο.

[1] *Σημ. – Η ανωτέρω χαρίεσσα και επαγωγός διατριβή, παραχωρηθείσα ευμενώς χάριν του Ημερολογίου υπό του ευπαιδεύτου φίλου και συνεργάτου κ. Χρ. Οικονόμου [Εκπαιδευτικού Συμβούλου], απεσπάσθη εκ μακράς ανεκδότου μελέτης.

[2] Κ. Φ. Σκόκου, Ημερολόγιον του 1896, Αθήναι,  σ. 287-293.