Λογοτεχνία

Για το βιβλίο του Γιάννη Καισαρίδη “Ώρες αιώρες” / Λίνα Παντελέων: “Επιτύμβια πεζά”

…………..
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΔΗΣ

Ωρες αιώρες
εκδ. Κέδρος, σελ. 216

Ο Καισαρίδης με συγκινητική γλωσσική τέχνη μεταμορφώνει τις σελίδες σε πολύτιμα οστεοφυλάκια, όπου εναποθέτει τα ιερά και τα όσια της μνήμης, λείψανα μιας ζωής αφανισμένης, που αρδεύει σαν αθέατο νερό τη γη του παρόντος.

epitymvia-peza0Η γενέθλια Βέροια είναι για τον Γιάννη Καισαρίδη ένας τόπος έμπλεος μνήμης, προσωπικής και συλλογικής. Η πεζογραφία του γίνεται το όχημα μιας ιερουργικής περιήγησης σε μέρη μεστά από ιστορία και σημασία. Η μείζων αγωνία των πεζών της παρούσας συλλογής είναι η ανάδειξη της ιερότητας ορισμένων τοποσήμων, ενταφιασμένων μες στην ακαλαίσθητη, χυδαία σκηνογραφία του σημερινού αστικού τοπίου. Ο Καισαρίδης ανασκάπτει με λεπταίσθητα εκφραστικά μέσα το υπέδαφος της γενέτειράς του, συνομιλεί με φαντάσματα, αναπαύεται δίπλα σε ίσκιους, αγναντεύει άδηλους ορίζοντες. Μέσω της εξορυκτικής μυθοπλασίας εγκατασπείρει με κτερίσματα τον γενέθλιο τόπο.

Στη «Λίμνη», το πιο συνταρακτικό διήγημα του βιβλίου, ένας πρόσφυγας ατενίζει τον κάμπο που του προσφέρεται σαν καινούργια πατρίδα. Κάτω από το χώμα φλοισβίζει ένα παλιό νερό, όπου λάμνουν σκιές. Ο άντρας νιώθει την υποχθόνια λίμνη να εισβάλει εντός του και να τον πνίγει. Ακούει «από μακριά τα νερά που τραβιούνται να τον καλούν σαν βόμβος από μικρές ανάσες και σιγανά μουρμουρητά, χθόνιοι ψιθυρισμοί που κελαρύζουν». Ακούει από τα άδυτα της λίμνης ένα κάλεσμα θανάτου και φεύγει μακριά, σε έναν άλλο τόπο, όπου γίνεται μάρτυρας μιας ταφικής ιεροπραξίας. Μια γυναίκα στολισμένη από ανίδωτο πένθος, καρναβαλική μες στην οργιαστική της θλίψη, αποδύεται εκστατική σε μια ανατριχιαστική χορογραφία, καλώντας από το υπερπέραν τον νεκρό της γιο. Η μάνα που θρηνεί, οι μάνες της λίμνης που παρασέρνουν τον άντρα προς τα πιο βαθιά σημεία της, το κάλεσμα της δικής του μάνας προς το γαλήνιο ενδομήτριο νερό, συνθέτουν μια πανέμορφη, συγκλονιστική κοσμογονία.

Καθηλωτική είναι και η μορφή της καντηλανάφτισσας, που αγιάζει από τον πόνο της για τον χαμό της μοναχοκόρης της. Ασκητεύοντας στον παρακείμενο της οικίας της ναό, βρίσκει απάγκιο στο μανουάλι, αφήνοντας την ψυχή της να αναλαμβάνεται προς τον καπνό των κεριών, που «σαν να τη ρουφά-προπέμπει στον τόπο όπου την αναμένει η κόρη της». Στο ομώνυμο της συλλογής πεζό ένας άντρας μετατοπίζεται εξαιτίας του πένθους του για τον γιο του, από το σπίτι του στο κοιμητήριο. Η μετεγκατάστασή του στον τάφο του γιου του όρισε την έρημο της ασκητείας του. Τα πρόσωπα των διηγημάτων είναι απεικάσματα από τον άλλο κόσμο. Συλλέγοντας τραγικά βιογραφικά και φωτοβόλα πάθη ο Καισαρίδης στήνει στις σελίδες περίκομψες αναθηματικές στήλες. Οι αγιωτικές προσωπογραφίες, οι γονατισμένες φιγούρες, ομνύουν στην προϊστορία της γενέτειρας, στον μυθολογικό και ιστορικό ορυκτό πλούτο των βορειοελλαδίτικων χωμάτων. Ο Καισαρίδης περιδιαβαίνει τη Βέροια ευλαβικά, θαρρείς σε προσκύνημα. Πίσω από την πρόσοψη της πόλης αναζητεί ρωγμές και χαραμάδες απ’ όπου διαλάμπουν ιριδίζουσες ακτίνες, το άκτιστον φως του παλιού καιρού, εξαίσιες φωτοχυσίες, σαν να διαχέονται από αγιογραφίες σε τέμπλο. Ο λυρισμός της γραφής, ο μυσταγωγικός της βηματισμός, η τελετουργική δόμηση των φράσεων, η διάρθρωσή τους σαν εκκλησιαστικός ψαλμός, συγκλίνουν στην ανάδειξη της έννοιας του «Ιερού στην πόλη». Οπως γράφει ο Καισαρίδης, το άφατο και το ιερό ενυπάρχουν «στην περιοχή της ποίησης». Η αρχέγονη ιερότητα εκτείνεται πέρα από τις αισθήσεις, φυλάσσεται ακτινοβόλα στο όνειρο και στη φαντασία.

Στα πεζά του βιβλίου αστραποβολούν μορφές που ανυψώνονται πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα στην έσχατη στιγμή του μαρτυρίου τους. Ο Καισαρίδης με συγκινητική γλωσσική τέχνη μεταμορφώνει τις σελίδες σε πολύτιμα οστεοφυλάκια, όπου εναποθέτει τα ιερά και τα όσια της μνήμης, λείψανα μιας ζωής αφανισμένης, που αρδεύει σαν αθέατο νερό τη γη του παρόντος. Τα πρόσωπα που μνημονεύει λαμνοκοπούν από την αντίπερα όχθη στην κοίτη των ζωντανών, σκορπώντας θαμβωτικές αντανακλάσεις λησμονημένων μνημάτων.

kathimerini