Εργασιακές τριετίες: Το κυβερνητικό «καρότο» του 2027 και η καθημερινή «γκιλοτίνα» της ακρίβειας / γράφει η Αντριάνα Βασιλά
Σε μια αγορά εργασίας όπου κυριαρχούν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, η μερική εργασία και οι ατομικές συμφωνίες, η θεμελίωση δικαιώματος για τριετία καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη
Με πανηγυρικούς τίτλους και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα παρουσιάζεται η προοπτική αυξήσεων έως 10% στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, μέσω του ξεπαγώματος των τριετιών. Ωστόσο, πίσω από τους κυβερνητικούς υπολογισμούς και τους πίνακες προσδοκώμενων αποδοχών, η πραγματικότητα αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: οι όποιες μισθολογικές «ανάσες» παραπέμπονται στο μακρινό 2027, την ώρα που το κύμα της ακρίβειας εξανεμίζει το διαθέσιμο εισόδημα στο παρόν.
Το «τυρί» της προϋπηρεσίας και η φάκα των προϋποθέσεων
Το αφήγημα για τις αυξήσεις στηρίζεται στην κατοχύρωση της προϋπηρεσίας που «ξεπάγωσε» από την 1η Ιανουαρίου 2024. Όμως, η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη κρύβει ακανθώδεις λεπτομέρειες:
Το μακρινό ορόσημο: Για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, η συμπλήρωση της απαραίτητης τριετίας (36 μήνες ενσήμων μετά το 2024) απαιτεί πλήρη και αδιάλειπτη απασχόληση, μεταθέτοντας την όποια πραγματική αύξηση στο 2027.
Οι «ξεχασμένοι» της περιόδου 2012-2023: Ο εργασιακός χρόνος μιας ολόκληρης δωδεκαετίας παραμένει θεσμικά «διαγραμμένος». Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που προσέφεραν εργασία τα χρόνια των μνημονίων δεν λαμβάνουν καμία αναγνώριση για εκείνη την περίοδο, ξεκινώντας τον υπολογισμό από το μηδέν.
Η παγίδα των ατομικών συμβάσεων: Σε μια αγορά εργασίας όπου κυριαρχούν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, η μερική εργασία και οι ατομικές συμφωνίες, η θεμελίωση δικαιώματος για τριετία καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Παράλληλα, πολλοί εργοδότες που καταβάλλουν ήδη μισθούς ανώτερους του κατώτατου έχουν τη λογιστική δυνατότητα να συμψηφίσουν την αύξηση της τριετίας με τις «υπερβάλλουσες καταβολές», αφήνοντας τον καθαρό μισθό αμετάβλητο.
Πραγματικός μισθός vs πληθωρισμός
Η κριτική εστιάζει στο χρονικό χάσμα μεταξύ αναγκών και παροχών. Όταν ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και την ενέργεια επιβαρύνει μηνιαίως τους προϋπολογισμούς, η υπόσχεση για μια αύξηση της τάξεως των 80 ή 100 ευρώ σε βάθος τριετίας λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακός ελιγμός παρά ως ουσιαστική εισοδηματική πολιτική.
Η αγοραστική δύναμη των μισθωτών στην Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη. Χωρίς την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε καθολική ισχύ και χωρίς άμεσα μέτρα συγκράτησης των τιμών, το «όχημα» των τριετιών κινδυνεύει να φτάσει στον προορισμό του όταν η ζημιά για τα νοικοκυριά θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη.
–











