Αναδημοσιεύουμε άρθρο του Βεροιώτη Παντελή Μποροδήμου, Προέδρου Πρωτοδικών και Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδας
–
Εντός του δικαστικού Σώματος κυριαρχεί εδώ και χρόνια ένα σιωπηρό
παράπονο: οι πολίτες διαμορφώνουν τη γνώμη τους για τους δικαστές και
εισαγγελείς ερήμην των ίδιων, χωρίς να έχουν μια αδιαμεσολάβητη εικόνα για την
πραγματική τους ταυτότητα. Μπορεί η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να έχει
αναπτύξει τα τελευταία χρόνια τη μεγαλύτερη εφικτή εξωστρέφεια, όμως η
επικοινωνιακή ισχύς άλλων κέντρων εξουσίας δεν έχει επιτρέψει ως τώρα ούτε την
ισορροπημένη ενημέρωση, ούτε της άρση των βολικών στερεοτύπων.
Για το λόγο αυτό, άλλοι πολίτες ταυτίζουν τη Δικαιοσύνη με τις ηγεσίες των ανωτάτων
δικαστηρίων και τις επιλογές τους, άλλοι με τους δικαστικούς λειτουργούς που
χειρίζονται υποθέσεις της επικαιρότητας, άλλοι με την προσωπική τους εμπειρία
από την – στις περισσότερες περιπτώσεις μοναδική στη ζωή τους – παρουσία τους
στα δικαστήρια, ενώ άλλοι επιλέγουν πιο αφαιρετικά μοντέλα συνολικής
εξιδανίκευσης ή αφορισμού.
Η πρόσφατη ηλεκτρονική ψηφοφορία που έλαβε χώρα μεταξύ των μελών
της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν (ή να
μη γίνουν) ενόψει της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης και στην οποία
μετείχαν πάνω από 1200 μέλη της, είναι μια ευκαιρία για τους πολίτες να
γνωρίσουν πρωτογενώς τι πιστεύουν οι δικαστές και εισαγγελείς για την πορεία, τη
λειτουργία, αλλά κυρίως για το μέλλον της Δικαιοσύνης. Και ίσως τα αποτελέσματα
– που είναι μετρήσιμα, ξεκάθαρα και σαφή – εκπλήξουν πολλούς εκτός των τειχών
της, για εμάς όμως που εδώ και χρόνια παρακολουθούμε την πορεία μιας
συνειδησιακής επανάστασης σταθερής τροχιάς εντός του Δικαστικού Σώματος, δεν
υπάρχει καμία έκπληξη.
Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι σε πείσμα των στερεοτύπων, οι δικαστές και εισαγγελείς κατά συντριπτική πλειοψηφία
επιδιώκουν εκείνες τις αλλαγές που θα ενισχύσουν την ουσία της ανεξαρτησίας
τους, αλλά και την εικόνα της, χωρίς να αποφεύγουν την αυτοκριτική και τον
αυτοπεριορισμό, αλλά και χωρίς να αποδέχονται το ρόλο του αποδιοπομπαίου
τράγου για τις σκόπιμες παραλείψεις του πολιτικού συστήματος. Ειδικότερα:
Οι δικαστές και εισαγγελείς σε ποσοστό 96,03% επιθυμούν την αλλαγή
του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Συγκεκριμένα
επιθυμούν ένα σύστημα δεσμευτικής προεπιλογής από το Δικαστικό Σώμα τριών
υποψηφίων, που θα τίθενται προς τελική κρίση ενώπιον ειδικής επιτροπής της
Βουλής. Ταυτόχρονα το 54,82% επιθυμεί η προεπιλογή να γίνεται από το σύνολο
του δικαστικού Σώματος, ενώ το 24,67% θέλει να επιλέγουν μόνο τα μέλη των
Ανωτάτων Δικαστηρίων και το 20,51% όσοι έχουν το βαθμό του εφέτη και ανώτερο.
Η θέση αυτή που διαμορφώνεται εντός του Δικαστικού Σώματος, αναδεικνύει το
σαφή δημοκρατικό του προσανατολισμό, καθώς και την σύμπλευσή του με μια
κοινή παραδοχή που πλέον φαίνεται να γίνεται αντιληπτή και από το πολιτικό
σύστημα, ότι δηλαδή, το υπάρχον σύστημα επιλογής ηγεσίας, αδυνατεί να
ανταποκριθεί επιτυχώς στις σύγχρονες ανάγκες διαφάνειας.
Οι δικαστές και εισαγγελείς σε ποσοστό 72,45% επιθυμούν τη
συνταγματική απαγόρευση ανάληψης από συνταξιούχους δικαστικούς
λειτουργούς δημοσίων θέσεων, που ανατίθενται από την εκτελεστική ή
νομοθετική εξουσία, για τουλάχιστον 3 έτη μετά την αφυπηρέτησή τους. Η θέση
αυτή, που γεννήθηκε το πρώτον εντός του Δικαστικού Σώματος, αναδεικνύει την
έγνοια του για την ουσιαστική θωράκισή του από τις εντυπώσεις οιασδήποτε
συναλλαγής με την εκτελεστική εξουσία και την συλλογική του επιθυμία ενίσχυσης
της θεσμικής του αξιοπιστίας, χωρίς να φοβάται τον αυτοπεριορισμό, γνωρίζοντας
ότι το υπάρχον σύστημα έχει επανειλημμένα πληγώσει τους πολλούς, προς
προσωρινό όφελος ελαχίστων.
Οι δικαστές και εισαγγελείς σε ποσοστό 71,90% δεν επιθυμούν την αύξηση
του ορίου αφυπηρέτησής τους που σήμερα είναι στα 67 έτη για όσους έχουν το
βαθμό του Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών ή ανώτερο και στα 65 έτη για τους
λοιπούς. Η μείωση του ύψους των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών σε μη
συνταγματικώς ανεκτά επίπεδα και η επίμονη άρνηση της κυβέρνησης να εκτελέσει
τις αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που έχουν κρίνει σχετικά, δεν μπορούν να
ακυρώσουν την ανάγκη σταθερής ανανέωσης του προσωπικού της Δικαιοσύνης σε
ένα λειτούργημα τόσο απαιτητικό πνευματικά και σωματικά. Ούτε οι δικαστικοί
λειτουργοί επιθυμούν να γίνουν ο προπομπός των αυξήσεων των ορίων
συνταξιοδότησης άλλων κλάδων. Η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών
αποτελεί θεσμική εγγύηση. Δεν πρέπει να μετατραπεί σε ποινή για τους ίδιους ή για
στο σύστημα απονομής Δικαιοσύνης.
Τέλος, οι δικαστές και εισαγγελείς σε ποσοστό 92,34% πιστεύουν ότι η
ποινική δίωξη των μελών της κυβέρνησης πρέπει να γίνεται από την τακτική
Δικαιοσύνη επομένως πρέπει να καταργηθεί το υπάρχον προνόμιο της Βουλής που
υφίσταται στο άρθρο 86 του Συντάγματος, ενώ το 77,07% τάσσεται υπέρ της
διατήρησης του συστήματος του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου
συνταγματικότητας, έναντι της πρότασης για δημιουργία ειδικού (συνταγματικού)
Δικαστηρίου το οποίο θα έχει το αποκλειστικό προνόμιο του συνταγματικού
ελέγχου.
Οι επιλογές των δικαστών και εισαγγελέων, τα ξεκάθαρα ποσοστά των
απόψεων που πλειοψήφησαν και η μεγάλη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των
συλλογικών θέσεων, συνθέτουν μια σαφή εικόνα της ταυτότητας του σύγχρονου
δικαστικού λειτουργού. Θέλουμε να έχουμε ενεργό ρόλο στην επιλογή της
φυσικής μας ηγεσίας, θέλουμε να ενισχυθεί η ανεξαρτησία μας, δεν επιδιώκουμε
άλλες θέσεις μετά την αφυπηρέτησή μας, δε θέλουμε την εξάντληση των
σωματικών και πνευματικών μας αντοχών εις βάρος της ανανέωσης, δηλώνουμε
έτοιμοι να σηκώσουμε το βάρος κάθε δικαστικής διερεύνησης των πολιτικά ισχυρών και θέλουμε το Σύνταγμα ως μόνιμο εργαλείο θεσμικού ελέγχου της
εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στα χέρια κάθε λειτουργού.
Τώρα οι πολίτες έχουν ένα ασφαλές εργαλείο για να διαμορφώσουν μόνοι
τους εικόνα για την ταυτότητα του Δικαστικού Σώματος. Μπορούν να γνωρίζουν
καλύτερα τι θέλουμε, μπορούν να αντιληφθούν καλύτερα ποιοι είμαστε και να
καταλάβουν πόσο διαφέρουμε από την θολή εικόνα που άλλοι κατά καιρούς
κατασκευάζουν για εμάς. Και έτσι ίσως μπορέσουν να κρίνουν πιο δίκαια και εμάς
και εκείνους.











