Φόροι: 26,25 δισ. ευρώ περισσότερα προβλέπεται να πληρώσουν οι Έλληνες το 2027 σε σχέση με αυτά που πλήρωσαν το 2020!
Εντυπωσιακή αύξηση των φορολογικών εσόδωντου κράτους, που ξεπερνά τα 26 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2020, αποκαλύπτεται από τα επίσημα στοιχεία, φέρνοντας στο προσκήνιο μια από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Το πώς συμβιβάζονται δηλαδή οι επανειλημμένες εξαγγελίες για μειώσεις και καταργήσεις φόρων με τη συνεχή αύξηση των ποσών που εισρέουν στα δημόσια ταμεία.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα από 51,625 δισ. ευρώ το 2020 προβλέπεται να φτάσουν τα 77,878 δισ. ευρώ το 2027. Πρόκειται για μια διαφορά 26,253 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 50,9% μέσα στην εξεταζόμενη περίοδο. Και δεν είναι από την… ανάπτυξη, αλλά από την ευθεία επιβάρυνση των πολιτών.
Η ΕΝΥΠΕΚΚ του Αλέξη Μητρόπουλου, που συνέλλεξε τα στοιχεία χαρακτηρίζει την εξέλιξη εξαιρετικά ανησυχητική και αμφισβητεί ευθέως το κυβερνητικό αφήγημα περί περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση προβάλλει την κατάργηση ή μείωση 72 φόρων, την ώρα που οι συνολικές φορολογικές εισπράξεις εμφανίζουν τόσο μεγάλη άνοδο. Η σύγκριση βασίζεται, σύμφωνα με την Ένωση, στους σχετικούς πίνακες των κρατικών προϋπολογισμών του 2020 και του 2027.

Από τα 51,6 στα 77,9 δισ. ευρώ – Η εκτόξευση του φόρου εισοδήματος
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τη φορολογία εισοδήματος, καθώς η αύξηση είναι αναλογικά υψηλότερη από εκείνη των συνολικών φορολογικών εσόδων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΝΥΠΕΚΚ:
-
Συνολικά φορολογικά έσοδα 2020: 51,625 δισ. ευρώ.
-
Προβλεπόμενα φορολογικά έσοδα 2027: 77,878 δισ. ευρώ.
-
Αύξηση: 26,253 δισ. ευρώ ή περίπου 50,9%.
-
Έσοδα από φόρο εισοδήματος το 2020: 17,042 δισ. ευρώ.
-
Προβλεπόμενα έσοδα από φόρο εισοδήματος το 2027: 29,376 δισ. ευρώ.
-
Αύξηση εσόδων από φόρο εισοδήματος: 12,334 δισ. ευρώ ή περίπου 72,4%.
Η τελευταία αυτή μεταβολή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποτυπώνει τη μεγάλη διεύρυνση των εισπράξεων από τη φορολογία εισοδήματος.
Μέσα στην εξεταζόμενη περίοδο, το κράτος προβλέπεται να εισπράττει ετησίως πάνω από 12 δισ. ευρώ περισσότερα από φόρους εισοδήματος σε σχέση με το 2020.
Βεβαίως, η αύξηση αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξήθηκαν αντίστοιχα οι φορολογικοί συντελεστές. Τα φορολογικά έσοδα επηρεάζονται από την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων, την απασχόληση, την οικονομική δραστηριότητα και την αποτελεσματικότητα των εισπρακτικών μηχανισμών.
Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία.
Όταν τα ονομαστικά εισοδήματα αυξάνονται λόγω του πληθωρισμού, χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, η φορολογική επιβάρυνση μπορεί να αυξάνεται ακόμη και χωρίς αλλαγή των φορολογικών συντελεστών.
Το φαινόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα φορολογικό σύστημα με προοδευτική κλίμακα, εφόσον τα φορολογικά κλιμάκια δεν αναπροσαρμόζονται επαρκώς ώστε να λαμβάνουν υπόψη την αύξηση του κόστους ζωής.
Έτσι, ένας εργαζόμενος μπορεί να εμφανίζει υψηλότερο ονομαστικό εισόδημα, να καταβάλλει περισσότερους φόρους και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται περισσότερο να καλύψει τις καθημερινές ανάγκες του.

Οι 72 μειώσεις φόρων και το ερώτημα ποιος τελικά πληρώνει περισσότερα
Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα επικαλεστεί τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών, την κατάργηση επιβαρύνσεων και τις παρεμβάσεις στη φορολογία ως βασικά επιτεύγματα της οικονομικής πολιτικής της.
Η ΕΝΥΠΕΚΚ, ωστόσο, θέτει ένα διαφορετικό ζήτημα: ανεξάρτητα από το πόσοι φόροι μειώθηκαν ή καταργήθηκαν, το συνολικό ποσό που εισπράττει το κράτος από τη φορολογία έχει αυξηθεί εντυπωσιακά.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι έχει περιορίσει συγκεκριμένους φόρους και ότι η αύξηση των εσόδων αντανακλά την ανάπτυξη της οικονομίας, την ενίσχυση της απασχόλησης και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Από την άλλη, τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Αλέξης Μητρόπουλος αναδεικνύουν την ανάγκη να εξεταστεί πόσο από το πρόσθετο φορολογικό βάρος συνδέεται με την πραγματική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και πόσο με τον πληθωρισμό και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των εισοδημάτων.
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην περίπτωση των έμμεσων φόρων. Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επιβαρύνουν την κατανάλωση και, συνεπώς, επηρεάζουν ιδιαίτερα τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία διαθέτουν μεγάλο μέρος των χρημάτων τους για βασικές ανάγκες.
Όταν αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων, αυξάνεται συχνά και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττεται, ακόμη και εάν ο φορολογικός συντελεστής παραμένει αμετάβλητος. Με άλλα λόγια, η ακρίβεια μπορεί να ενισχύει τα κρατικά φορολογικά έσοδα την ίδια στιγμή που περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Αυτή είναι μια αντίφαση που δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την απλή καταμέτρηση των φόρων που μειώθηκαν. Η αύξηση των συνολικών φορολογικών εισπράξεων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αποτυχίας της φορολογικής πολιτικής. Μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελεί ένδειξη ισχυρότερης οικονομικής δραστηριότητας και αποτελεσματικότερης καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Δεν αποτελεί, όμως, ούτε απόδειξη ότι οι πολίτες έχουν ελαφρυνθεί ουσιαστικά.
Για να αξιολογηθεί η πραγματική εικόνα χρειάζεται να εξεταστούν η φορολογική επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ, η εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων, η κατανομή των φόρων μεταξύ διαφορετικών εισοδηματικών κατηγοριών και η επίδραση του πληθωρισμού.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσα περισσότερα εισπράττει το κράτος, αλλά ποιοι καταβάλλουν αυτά τα ποσά και τι τους απομένει για να ζήσουν.













