Απόψεις

“Το αντιπρότυπο του ηγέτη ή… όταν συνδιαλέγονται τα κείμενα”(3) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

 Ο Κοριολανός θα χάσει αρκετές φορές τον έλεγχο φτάνοντας κάποτε στον παραλογισμό. Όταν ο Γέλων, τύραννος των Συρακουσών, έστειλε ως δώρο στη Ρώμη άφθονο σιτάρι, ο λαός πανηγύρισε με την ελπίδα ότι θα ανακουφιζόταν έστω και προσωρινά από την παρατεταμένη ένδεια. Οι πολίτες πίστευαν ότι θα είναι πλέον σε θέση να το αγοράσουν σε χαμηλότερη τιμή ικανοποιώντας μία βασική βιοτική τους ανάγκη. Όμως «ὁ μέντοι Μάρκιος ἀναστὰς σφόδρα καθήψατο τῶν χαριζομένων [τους Συγκλητικούς] τοῖς πολλοῖς, δημαγωγοὺς καὶ προδότας ἀποκαλῶν τῆς ἀριστοκρατίας καὶ σπέρματα πονηρὰ θρασύτητος καὶ ὕβρεως εἰς ὄχλον ἀφειμένα τρέφοντας καθ’ αὑτῶν, ἃ καλῶς μὲν εἶχε μὴ περιιδεῖν ἐν ἀρχῇ φυόμενα μηδ’ ἰσχυρὸν ἀρχῇ τηλικαύτῃ ποιῆσαι τὸν δῆμον, ἤδη δὲ καὶ φοβερὸν εἶναι τῷ πάντα βουλομένοις αὐτοῖς ὑπάρχειν καὶ μηδὲν ἄκοντας βιάζεσθαι, μηδὲ πείθεσθαι τοῖς ὑπάτοις, ἀλλ’ ἀναρχίας[1] ἔχοντας ἡγεμόνας ἰδίους ἄρχοντας προσαγορεύειν. «ἐπιδόσεις μὲν οὖν καὶ διανομάς, ὥσπερ Ἑλλήνων οἱ κράτιστα δημοκρατούμενοι, καθίζεσθαι ψηφιζομένους» ἔφη «παντελῶς ἐστιν εἰς κοινὸν ὄλεθρον τὴν ἀπείθειαν αὐτῶν ἐφοδιάζειν.[2]» [= Ο Μάρκιος σηκώθηκε και επιτέθηκε βίαια ενάντια σε εκείνους που κάνουν τα χατίρια του πλήθους και τους αποκαλούσε δημαγωγούς και προδότες της αριστοκρατίας, και τους μεμφόταν που έσπερναν βλαβερά ζιζάνια θρασύτητας και αναίδειας στον όχλο, που έπρεπε να μην τ’ αφήνουν να φυτρώνουν στην αρχή και να μην κάνουν με τέτοια άσκηση της εξουσίας δυνατό το λαό, που τώρα πια είναι επικίνδυνος γιατί έχει ό,τι θέλει και γιατί κανείς δεν μπορεί να του επιβάλει κάτι χωρίς τη θέλησή του· αλλά ότι συμμορφώνεται με την επιθυμία των υπάτων, γιατί έχοντας δικούς τους ηγέτες της αναρχίας, τους αποκαλεί άρχοντές του. «Το να καθίσουμε» και να ψηφίσουμε», έλεγε, «χορηγίες και διανομές, όπως κάνουν οι ολότελα δημοκρατούμενοι Έλληνες, σημαίνει ξεκάθαρα πως ενισχύουμε την απείθειά τους για τον κοινό όλεθρο»].  

Το πάθος και οι εμμονές θολώνουν την κρίση του Μάρκιου. Τον οδηγούν τελικά στην παράκρουση. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν ηγεμονίσκο, που θα υφαρπάξει την ψήφο του λαού, ενώ στην πραγματικότητα τον περιφρονεί βαθύτατα. Το πολιτικό σύστημα νοσεί αθεράπευτα. Η «δημοκρατία» θα αργήσει πολύ να βρει το δρόμο της αλλά και έναν πιο στέρεο βηματισμό στη Ρώμη. Θα εξακολουθήσει να παραπαίει έως την εποχή των Γράκχων. Ο Κοριολανός επέδειξε σκληρότητα πρωτοφανή. Εκτός από την άρνησή του για δίκαιη διανομή του σικελικού σιταριού, θα αποπειραθεί να καταργήσει και το θεσμό των δημάρχων. Ο λαός, που λιμοκτονεί από τη σιτοδεία και τον άνισο καταμερισμό του πλούτου, θα τον μισήσει. Με plebiscitum (λαϊκό ψήφισμα) θα καταγγελθεί η συμπεριφορά του και θα καταδικαστεί σε εξορία. Ο Μάρκιος καταφεύγει στους Βόλσκους, τους συνασπίζει και αποφασίζει να επιτεθεί εναντίον της Ρώμης.

Ο Θεμιστοκλής

Ο Θεμιστοκλής αυτομόλησε οικείᾳ βουλήσει στην αυλή του Πέρση βασιλιά. Ο οργισμένος Πολυνείκης καταφεύγοντας στο Άργος στράφηκε εναντίον της πατρίδας του και ηγήθηκε των «Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας». Ο Αλκιβιάδης αποστάτησε και κατέφυγε στο αντίπαλο στρατόπεδο των Λακεδαιμονίων. Ο Μάρκιος θα καταλήξει προδότης της Ρώμης[3].

Η κατάσταση θα εκτραχυνθεί. Στη Ρώμη θα επικρατήσει απόλυτη αναρχία. Οι κάτοικοι με καταρρακωμένο το ηθικό έχουν αποκλειστεί εντός των τειχών της πολιορκημένης πόλης. Τα πράγματα βρίσκονται εκτός ελέγχου και δε διαφαίνεται καμία προοπτική σωτηρίας. Οι Βόλσκοι απειλούν το κράτος και τίθεται πλέον ζήτημα επιβίωσης. Τότε ακριβώς θα προσπαθήσει η μητέρα του Μάρκιου, η Βετουρία (ή Βολουμνία κατά το Σαίξπηρ) να συναντήσει το γιο της στα περίχωρα της Ρώμης, μπροστά στο εχθρικό στρατόπεδο.

Η συνάντηση Κοριολανού και Βολουμνίας αποτελεί μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές στην παράδοση της κλασικής γραμματείας. Η δραματική της ένταση είναι ανάλογη με εκείνη της τελευταίας συνομιλίας του Έκτορα με την Ανδρομάχη στην «Ἰλιάδα». Τη χαρακτηρίζει διανοητική συγκίνηση, συναισθηματική κορύφωση και ρητορεία υψηλής ποιότητας. Το πλέον καίριο χαρακτηριστικό της είναι η δραματικότητα που τη διέπει. Την ικεσία της τραγικής μητέρας προς τον αδίστακτο γιο θα αποτυπώσουν με εξαιρετική ενάργεια ο Πλούταρχος και ο Τίτος Λίβιος. Θα δοθεί επίσης η αφορμή στο Σαίξπηρ να συνθέσει ένα από τα πιο δυνατά του έργα.

Σε αυτό το πεδίο αναφοράς τα τρία κείμενα συνδιαλέγονται. Καταρχάς ο Πλούταρχος θα προσδώσει στο μονόλογο της Βολουμνίας το σχήμα της ρητορικής αντίθεσης. Εστιάζει στην επιχειρηματολογία της μάνας. Καταγγέλλει τον παραλογισμό του Μάρκιου. Συγχρόνως εντυπωσιάζει η προσήλωση του βιογράφου προς τις σκηνοθετικές οδηγίες του δράματος: «Ἐκ τούτου τά τε παιδία καὶ τὴν Οὐεργιλίαν ἀναστήσασα, μετὰ τῶν ἄλλων γυναικῶν ἐβάδιζεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Οὐολούσκων. ἡ δ’ ὄψις αὐτῶν τό τ’ οἰκτρὸν καὶ τοῖς πολεμίοις ἐνεποίησεν αἰδῶ καὶ σιωπήν. ἐδίκαζε δ’ ὁ Μάρκιος, ἐπὶ βήματος καθεζόμενος μετὰ τῶν ἡγεμονικῶν. ὡς οὖν εἶδε προσιούσας τὰς γυναῖκας, ἐθαύμασεν· ἐπιγνοὺς δὲ τὴν μητέρα πρώτην βαδίζουσαν, ἐβούλετο μὲν ἐμμένειν τοῖς ἀτρέπτοις ἐκείνοις καὶ ἀπαραιτήτοις λογισμοῖς, γενόμενος δὲ τοῦ πάθους ἐλάττων καὶ συνταραχθεὶς πρὸς τὴν ὄψιν, οὐκ ἔτλη καθεζομένῳ προσελθεῖν, ἀλλὰ καταβὰς θᾶττον ἢ βάδην καὶ ἀπαντήσας, πρώτην μὲν ἠσπάσατο τὴν μητέρα καὶ πλεῖστον χρόνον, εἶτα δὲ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, μήτε δακρύων ἔτι μήτε τοῦ φιλοφρονεῖσθαι φειδόμενος, ἀλλ’ ὥσπερ ὑπὸ ῥεύματος φέρεσθαι τοῦ πάθους ἑαυτὸν ἐνδεδωκώς.

Η ικεσία της Βετουρίας (ή Βολουμνίας) στον Κοριολανό. Αριστερά: Πίνακας του Gaspare Landi (1756–1830) με αυτό το θέμα. Δεξιά: Η ίδια σκηνή από τον «Κοριολανό» του Σαίξπηρ με πρωταγωνιστές τον Kenneth Branagh και τη Judi Dench (1992)

   Ἐπεὶ δὲ τούτων ἄδην εἶχε καὶ τὴν μητέρα βουλομένην ἤδη λόγων ἄρχειν ᾔσθετο, τοὺς τῶν Οὐολούσκων προβούλους παραστησάμενος, ἤκουσε τῆς Οὐολουμνίας τοιαῦτα λεγούσης· «ὁρᾷς μὲν ὦ παῖ, κἂν αὐταὶ μὴ λέγωμεν, ἐσθῆτι καὶ μορφῇ τῶν ἀθλίων σωμάτων τεκμαιρόμενος, οἵαν οἰκουρίαν ἡμῖν ἡ σὴ φυγὴ περιεποίησε· λόγισαι δὲ νῦν, ὡς ἀτυχέσταται πασῶν ἀφίγμεθα γυναικῶν, αἷς τὸ ἥδιστον θέαμα φοβερώτατον ἡ τύχη πεποίηκεν, ἐμοὶ μὲν υἱόν, ταύτῃ δ’ ἄνδρα τοῖς τῆς πατρίδος τείχεσιν ἰδεῖν ἀντικαθήμενον. ὃ δ’ ἔστι τοῖς ἄλλοις ἀτυχίας πάσης καὶ κακοπραγίας παραμύθιον, εὔχεσθαι θεοῖς, ἡμῖν ἀπορώτατον γέγονεν. οὐ γὰρ οἷόν τε καὶ τῇ πατρίδι νίκην ἅμα καὶ σοὶ σωτηρίαν αἰτεῖσθαι παρὰ τῶν θεῶν, ἀλλ’ ἅ τις ἂν ἡμῖν καταράσαιτο τῶν ἐχθρῶν, ταῦτα ταῖς ἡμετέραις ἔνεστιν εὐχαῖς. ἀνάγκη γὰρ ἢ τῆς πατρίδος ἢ σοῦ στέρεσθαι καὶ γυναικὶ σῇ καὶ τέκνοις. ἐγὼ δ’ οὐ περιμενῶ ταύτην μοι διαιτῆσαι τὴν τύχην ζώσῃ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ εἰ μή σε πείσαιμι φιλίαν καὶ ὁμόνοιαν <ἀντὶ> διαφορᾶς καὶ κακῶν θέμενον ἀμφοτέρων εὐεργέτην γενέσθαι μᾶλλον ἢ λυμεῶνα τῶν ἑτέρων, οὕτω διανοοῦ καὶ παρασκεύαζε σαυτὸν ὡς τῇ πατρίδι προσμεῖξαι μὴ δυνάμενος πρὶν ἢ νεκρὰν ὑπερβῆναι τὴν τεκοῦσαν. οὐ γὰρ ἐκείνην με δεῖ τὴν ἡμέραν ἀναμένειν, ἐν ᾗ τὸν υἱὸν ἐπόψομαι θριαμβευόμενον ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἢ θριαμβεύοντα κατὰ τῆς πατρίδος. εἰ μὲν οὖν ἀξιῶ σε τὴν πατρίδα σῶσαι Οὐολούσκους ἀπολέσαντα, χαλεπή σοι καὶ δυσδιαίτητος ὦ παῖ πρόκειται σκέψις· οὔτε γὰρ διαφθεῖραι τοὺς πολίτας καλόν, οὔτε τοὺς πεπιστευκότας προδοῦναι δίκαιον·[…] ἄδηλος δ’ ὢν ὁ πόλεμος τοῦτ’ ἔχει πρόδηλον, ὅτι σοι νικῶντι μὲν ἀλάστορι τῆς πατρίδος εἶναι περίεστιν, ἡττώμενος δὲ δόξεις ὑπ’ ὀργῆς εὐεργέταις ἀνδράσι καὶ φίλοις τῶν μεγίστων αἴτιος γενέσθαι κακῶν[4] [= Κι αμέσως μετά σήκωσε τα παιδιά και τη Βεργιλία [τη σύζυγο του Κοριολανού] και βάδισε μαζί με τις άλλες γυναίκες προς το στρατόπεδο των Βόλσκων. Η όψη και η οικτρή τους εμφάνιση [ήταν ρακένδυτες και εξαθλιωμένες] έκανε ακόμη και τους εχθρούς να ντραπούν και να σωπαίνουν. Εκείνη την ώρα έτυχε ο Μάρκιος να βρίσκεται στο βήμα μαζί με τους αξιωματούχους του. Μόλις είδε τις γυναίκες να πλησιάζουν, απόρησε· αναγνώριζε τη μητέρα του, που βάδιζε μπροστά απ’ όλες. Ήθελε να παραμείνει ανένδοτος στις απαρέγκλιτες και άκαμπτες αποφάσεις του, αλλά τον λύγισε η συγκίνηση και τον συντάραξε το θέαμα· δεν μπορούσε να κάθεται και να περιμένει, κατέβηκε και πήγε προς το μέρος τους σχεδόν τρέχοντας. Πρώτη αγκάλιασε τη μητέρα του για πολλή ώρα κι ύστερα τη γυναίκα και τα παιδιά του, χωρίς να συγκρατεί τα δάκρυα και την τρυφερότητά του αλλά αφήνοντας το πάθος του να τον παρασύρει, όπως ένα ποτάμι.

   Κι όταν χόρτασε η ψυχή του και κατάλαβε πως η μητέρα του ήθελε να του μιλήσει, άφησε τους Βόλσκους παραδίπλα και άκουσε τη μάνα του που του είπε: «Βλέπεις, παιδί μου, ακόμη κι αν εμείς οι ίδιες δε σου το λέμε όμως μπορείς να το καταλάβεις από τα ρούχα και την άθλια όψη μας, σε ποια ζωή μας έχει καταδικάσει η φυγή σου (από τη Ρώμη). Συλλογίσου πως έχουμε έρθει εδώ εμείς οι πιο δυστυχισμένες γυναίκες, που η τύχη μάς οδήγησε να δούμε το πιο γλυκό θέαμα σαν το πιο φοβερό: εγώ να δω το γιο μου κι αυτή τον άντρα της να έχει στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της πατρίδας και να ετοιμάζεται να της επιτεθεί. Κι αυτό που για τους άλλους είναι παρηγοριά μέσα στην ατυχία και τη συμφορά, η δέηση δηλαδή στους θεούς, εμάς μας έχει φέρει σε τεράστια αμηχανία. Γιατί δεν μπορούμε να ζητάμε συγχρόνως νίκη για την πατρίδα και σωτηρία για σένα· για ό,τι θα μας καταριόταν ο εχθρός, για αυτό το ίδιο προσευχόμαστε, μιας και πρέπει η γυναίκα σου και τα παιδιά σου ή να στερηθούν την πατρίδα ή εσένα. Όσο για μένα δε θα ζήσω πια πολύ, για να αποφασίσει ο πόλεμος πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Αν δε σε πείσω να προτιμήσεις τη φιλία και την ομόνοια αντί για το μίσος και τα δεινά και να γίνεις ευεργέτης και των δύο λαών αντί να είσαι ολέθριος για τον έναν απ’  τους δύο, τότε σκέψου κι ετοιμάσου ψυχικά ότι δε θα μπορέσεις να μπεις στην πατρίδα παρά μόνο πατώντας πάνω στο κουφάρι μου. Γιατί βέβαια είναι ντροπή να περιμένω εκείνη την ημέρα που θα δω το γιο μου να σέρνεται σα λάφυρο στο θρίαμβο των πολιτών ή να μπαίνει ο ίδιος θριαμβευτής έχοντας συντρίψει την πατρίδα. Αν λοιπόν σου ζητώ, γιε μου, να σώσεις την πατρίδα και να εγκαταλείψεις τους Βόλσκους, αυτό είναι μια δύσκολη απόφαση για σένα, γιατί δεν είναι σωστό να εξοντώσεις τους συμπολίτες σου [Ρωμαίους], όμως ούτε είναι δίκαιο να προδώσεις εκείνους που σε πίστεψαν [Βόλσκους].[…] Και καθώς αυτός ο πόλεμος έχει άδηλη έκβαση, τούτο γίνεται μόνο φανερό, αν δηλαδή νικήσεις, θα επιζήσεις με το στίγμα του ανθρώπου που κατέστρεψε την πατρίδα, αν όμως ηττηθείς, θα σε ακολουθεί η άθλια φήμη ότι προξένησες μεγάλες συμφορές σε ανθρώπους που ήταν φίλοι σου και σε είχαν ευεργετήσει μόνο και μόνο, για να εκτονώσεις την οργή σου].

Ο Αλκιβιάδης

Η Βολουμνία ανατέμνει στην επιχειρηματολογία της το ηρωικό ιδεώδες της υστεροφημίας με τη μορφή αναπότρεπτου ηθικού διλήμματος. Το εὖ ποιεῖν τίθεται ως προϋπόθεση του εὖ πράττειν στο βίο και του εὖ ἀκούειν για τις επερχόμενες γενιές ανά την αιωνιότητα. Το πάθος και η οίηση του Κοριολανού, ενδεχομένως και του Αλκιβιάδη, προσιδιάζουν στα γνωρίσματα του διπολικού ιδεοψυχαναγκασμού. Η υπερηφάνεια απονεκρώνει τη λογική και οδηγεί σε ακατάβλητη οργή. Πρόκειται για τη σήμανση της αλαζονείας ως του βαρύτερου από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα[5]. Τελικά θα αποχωρήσει κλονισμένος από το βάρος της μητρικής ικεσίας: «ὁ δὲ Μάρκιος ἀναβοήσας· «οἷον εἴργασαί μ’ ὦ μῆτερ», ἐξανίστησιν αὐτὴν καὶ τὴν δεξιὰν πιέσας σφόδρα· «νενίκηκας» εἶπεν «εὐτυχῆ μὲν τῇ πατρίδι νίκην, ἐμοὶ δ’ ὀλέθριον· ἄπειμι γὰρ ὑπὸ σοῦ μόνης ἡττημένος[6] [= Τότε ο Μάρκιος φώναξε δυνατά: «Μάνα, τι μου έχεις κάνει!» Τη σήκωσε ψηλά και σφίγγοντάς την δυνατά στο χέρι της είπε: «Κέρδισες μια νίκη ευτυχισμένη για την πατρίδα και καταστροφική για μένα τον ίδιο. Θα αποσυρθώ, έχοντας νικηθεί μονάχα από σένα].

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος

 Σημείωση Φαρέτρας: Το  4ο και τελευταίο  μέρος της εργασίας θα αναρτηθεί το ερχόμενο Σάββατο 22 Απριλίου

——————————————————————————–

[1]               Ο Μερακλής επισημαίνει ότι «ίσως για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία μνημονεύεται ο όρος «αναρχία» με τόση προσέγγιση προς το περιεχόμενο που έλαβε στη νεότερη ιστορία…Στο ίδιο πλέγμα των συλλογισμών του ο Μάρκιος  μνημονεύει, ως παράδειγμα για αποφυγή, τους «κράτιστα δημοκρατουμένους» Έλληνες πιστεύοντας πως η συνύπαρξη και εναρμόνιση αντίρροπων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων είναι αδύνατη. Η πολιτική σωφροσύνη απαιτεί την εξόντωση του ενός από τους δύο ταξικούς αντιπάλους». Πρβλ. Μ. Γ. Μερακλή (1966) «Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς. Η ζωή και το έργο του», Παιδαγωγικόν Ινστιτούτον, Επιστημονική Βιβλιοθήκη, 3, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, Αθήναι.

[2]               Πλούταρχος, Γάιος Μάρκιος ό.π, κεφάλαιο 16. Το φραστικό παραλήρημα του Μάρκιου με την οργή που εκπέμπει θυμίζει τη φλογερή ρητορεία του Δημοσθένη. Και εκείνος στον επίλογο του λόγου του «Κατὰ ριστογείτονος», § 95 προτρέπει τους πολίτες «δεῖ δὴ πάντας, ὥσπερ οἱ ἱατροί, ὅταν καρκίνον ἤ φαγέδαιναν ἤ τῶν ἀνιάτων τι κακῶν ἴδωσιν, ἀπέκαυσαν ἤ ὅλως ἀπέκοψαν, οὕτω τοῦτο τὸ θηρίον ὑμᾶς ἐξορίσαι, ρῖψαι ἐκ τῆς πόλεως, ἀνελεῖν, μὴ τι παθεῖν, ὅ μητ’ ἰδίᾳ μήτε δημοσίᾳ γένοιτο, ἀλλὰ προευλαβηθέντας» [= πρέπει, λοιπόν όλοι σας, όπως ακριβώς οι γιατροί, όταν δουν καρκίνο ή γάγγραινα ή κάποιο άλλο αθεράπευτο νόσημα, το καυτηριάζουν ή το ακρωτηριάζουν, έτσι και εσείς να εξορίσετε αυτό το θηρίο, να το πετάξετε έξω από την πόλη, να τον σκοτώσετε και να προσέξετε να μην πάθετε κανένα κακό, που θα απευχόσασταν να σας συμβεί είτε στην προσωπική σας ζωή είτε στο δημόσιο βίο].

[3]               Ο Βασίλης Ρώτας αναφερόμενος στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ θα υπογραμμίσει τη νοσηρή φιλαυτία του Μάρκιου. Τονίζει χαρακτηριστικά: «Είναι τόσο γεμάτος από τον εαυτό του, που ούτε του περνάει καν από το νου πως προσβάλλει όχι μόνο το λαό, που κατάφωρα τον περιφρονεί και τον βρίζει και του κλέβει την ψήφο του, παρά και τους άλλους όλους, ακόμη και τη μητέρα του. Και – το χειρότερο – πεθαίνει αμετανόητος». Βλ. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1997) «Κοριολανός», Μτφρ. Βασίλη Ρώτα, Επικαιρότητα, Αθήνα. Πάντως, πέρα από τον Αλκιβιάδη, η περίπτωση του Μάρκιου συνάπτεται ηθικά και με το Θεμιστοκλή. Και εκείνος είχε επιδείξει την αυτή αλαζονική συμπεριφορά.

[4]              Πλούταρχος, «Γάιος Μάρκιος» ό.π, κεφάλαια 34 – 35.

[5]               Ο πάπας Γρηγόριος Α΄ εισήγαγε αυτήν την ταξινόμηση των επτά θανάσιμων ανομημάτων (οκνηρία, αλαζονεία, λαιμαργία, λαγνεία, απληστία, οργή, ζηλοφθονία) τον 6ο αιώνα στο έργο του «Magna Moralia» [Μεγάλα Ηθικά]. Θεωρεί μάλιστα την αλαζονεία ως τη μητέρα όλων των αμαρτιών. Έκτοτε διαπέρασε τη θρησκευτική κουλτούρα του καθολικισμού, με την επικουρία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πρβλ τα ομώνυμα εικαστικά έργα του Hieronymus Boss (15ος αιώνας).

[6]              Πλούταρχος, «Γάιος, Μάρκιος» ό.π, κεφάλαιο 36.