Κούλα Αδαλόγλου. Όταν η λογοτεχνία, η επιστημονική έρευνα και η διδασκαλία συμπορεύονται με πάθος

Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

Με περιμένει στο πατρικό της στη Βέροια. Εκείνη διάλεξε να είναι ο τόπος της συνάντησης και της συνέντευξης. Μπορεί να ζει στη Θεσσαλονίκη, η Βέροια όμως και το πατρικό της σπίτι είναι πηγές ενός νόστου που επανέρχεται επίμονα, βρίσκοντας συχνά καταφύγιο στις λογοτεχνικές της σελίδες.

Σπίτι παλιό, μικρό, λιτό, με τη γοητευτική πατίνα του χρόνου, μορφές αγαπημένων στους τοίχους και στη μικρή βιβλιοθήκη, ένα παλιό ραδιόφωνο, ο μυστικός μικρός κήπος στο πίσω μέρος, που επιμένει να ζει, τροφοδοτώντας συνεχώς τη μνήμη…

Η Κούλα Αδαλόγλου βρίσκεται και μιλά στο περιβάλλον που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το φόντο μιας παλιάς νοσταλγικής φωτογραφίας.

Ευαίσθητη, με τη ματιά που ίσως μόνο η ποίηση ξέρει να χαρίζει στους εκλεκτούς της που της αφοσιώθηκαν, αλλά συνάμα επιστήμων, δοσμένη με πάθος και επιμονή  χρόνια ολόκληρα στη μελέτη της πληρέστερης έκφρασης της ανθρώπινης νόησης, της γλώσσας, υπήρξε παράλληλα πάντα δασκάλα, που δίδασκε μαζί με τη γνώση και την αμφίδρομη σχέση της αγάπης.

Μιλά στη faretra για τη διδασκαλία, αδιαπραγμάτευτο προορισμό, για τη γλώσσα, που τη μελέτησε και την έκανε μαζί με τους συνεργάτες της βιβλία για τα σχολεία, για την ποίηση, που ήταν πάντα γι’ αυτήν ανάσα και τρόπος ζωής. 

Γενέθλιος τόπος η Βέροια, γονείς δάσκαλοι, προσωπικότητες που η πόλη εκτιμούσε ιδιαίτερα. Πόσο ο χώρος και η οικογένεια καθορίζουν τη μετέπειτα πορεία σας, τη γραμμή ζωής;

Την καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και τα πράγματα με τα οποία ασχολήθηκα και αυτά που γράφω αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ζω έχουν μεγάλη σχέση με τους γονείς  και την πόλη. Μπορεί να λείπω από την πόλη χρόνια, αλλά νομίζω πως δεν έφυγα απ’ αυτήν ποτέ. Οι γονείς μου έφυγαν, και μάλιστα γρήγορα, αλλά είναι πάντα μαζί μου. Οι μορφές τους αναδύονται συχνά μέσα από τα βιβλία μου, άλλοτε ευδιάκριτες και άλλοτε όχι. Μπορεί να πάρουν τη μορφή κάποιου άλλου ήρωα, κάποιου άλλου προσώπου, πίσω τους όμως  υπάρχουν αυτοί.

Επιλογή της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου για σπουδές και αμέσως στην έδρα της διδασκαλίας. Πόσο η Κούλα Αδαλόγλου αισθάνεται δασκάλα, παράλληλα με τους άλλους δρόμους έκφρασης που επέλεξε;

Αν ξανάρχιζα τώρα, πάλι την ίδια επιλογή νομίζω πως θα έκανα. Δε μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τη διδασκαλία και χωρίς την εκπαίδευση. Άλλωστε αυτά τα δύο πάνε παράλληλα. Ακόμα κι όταν έφυγα στη σύνταξη, όταν αφυπηρέτησα, όπως το λέμε κομψά, το σχολείο και η εκπαίδευση, με τη μορφή της διδασκαλίας, εξακολουθούν να υπάρχουν για μένα. Γιατί η δασκάλα υπάρχει, όταν διδάσκει, αλλά κι όταν φύγει απ’ την τάξη και γράφει πάλι για την τάξη. Ύστερα το σχολείο και η δασκάλα υπάρχουν και στα γραπτά μου, στις λογοτεχνικές καταθέσεις μου, όπως στο διήγημά μου το «Αφρόλουτρο», ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με συνοδεύουν σ’ όλες τις μορφές της έκφρασης.

Από τη διδασκαλία περνάτε στην ενασχόληση με τη Γλώσσα, σε επίπεδο επιστημονικής έρευνας πια, μετά από σοβαρές μεταπτυχιακές σπουδές,  ενασχόληση που καταλήγει στη συγγραφή εξαιρετικών βιβλίων για τα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης, φέρνοντας στον μαθησιακό χώρο έναν άλλο αέρα. Η ομάδα συγγραφής στην οποία ανήκετε, με επικεφαλής τον Χρίστο Τσολάκη, τι είδους εμπειρίες σάς έχει  προσφέρει και πόσο έχει καθορίσει τη μετέπειτα  επιστημονική πορεία σας;

Η ενασχόληση με τη Γλώσσα ξεκινά από παλιότερα, πριν από τις μεταπτυχιακές σπουδές, που έγιναν το ’85-‘86 στο Εδιμβούργο. Η πρόταση από τον Χρίστο Τσολάκη για την Ομάδα και τη συγγραφή των βιβλίων ήταν ήδη από το ’84. Είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε, ποιο θα ήταν το υλικό.

Ο Τσολάκης με παρακολουθούσε από τη ΣΕΛΜΕ στην οποία επιμορφώθηκα και στην οποία υπήρξε διευθυντής. Με ήξερε όμως και με παρακολουθούσε από πολύ παλιότερα, όταν εδώ στη Βέροια, κοριτσάκι μ’ ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, μ’ έβλεπε κρατημένη από το χέρι του μπαμπά. Παρακολουθούσε το μεγάλωμά μου.

Στο Πειραματικό, σε κάποιες δειγματικές διδασκαλίες, είδε κάποια χαρακτηριστικά μου γνωρίσματα – είχε άλλωστε την ικανότητα να επιλέγει συνεργάτες- κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Το Εδιμβούργο και το Τμήμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας έπαιξαν κι εκείνα, βέβαια, καθοριστικό ρόλο. Ήταν καινούρια πράγματα που τα φέραμε εδώ, έγιναν τα βιβλία που πράγματι αγαπήθηκαν από πολλούς κι έχουν μια πολύ μακρά πορεία. Στο Γυμνάσιο αντικαταστάθηκαν, στο Λύκειο όμως εξακολουθούν να παραμένουν αναμορφωμένα. Είναι τα μακροβιότερα βιβλία, που έρχεται η «Πολύτροπη Γλώσσα» να τα συμπληρώσει.

Για το πόσο καθόρισε η ενασχόλησή μου με τη Γλώσσα την πορεία μου; Όλη η μετέπειτα πορεία μου ήταν πάνω στο πώς βελτιώνουμε τη γραπτή έκφραση των μαθητών. Κι αφού βγήκε και το βιβλίο για την αξιολόγηση της γραπτής έκφρασης και τους τρόπους βελτίωσης, είναι αυτά που τώρα πια μπορούμε να τα δούμε και μέσα απ’ αυτό που ονομάζουμε δημιουργική γραφή, πολλαπλές γραφές και όλα τα παράλληλα και φτάνουμε πια σε κάτι καινούριο, στην «Πολύτροπη Γλώσσα».

Αρχίζει με την Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης, τρεις από τις παλιές συνεργάτριες, Αύρα Αυδή και Ελένη Λόπα, από την Ομάδα Έκφρασης- Έκθεσης, και Φωτεινή Φλώρου από τους Θεματικούς Κύκλους. Με νέους συνεργάτες είμαστε η Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης και κάνουμε την «Πολύτροπη Γλώσσα». Είναι η Γιούλη η Αλεξίου, η Τζένη Καραβίτη, ο Πανταζής Μητελούδης, σταθερός συνεργάτης από τα χρόνια που δουλέψαμε μαζί στην Ημαθία, και ο Γιώργος Αποστολίδης, που ήταν για ένα μεγάλο διάστημα μαζί μας.

Τι καινούριο φέρνει η «Πολύτροπη Γλώσσα» στη διδασκαλία;

Είναι ένα ψηφιακό έργο που προσφέρει και στον μαθητή και στον δάσκαλο. Είναι γνωστό στον εκπαιδευτικό κόσμο αλλά ίσως όχι ευρύτερα. Ο τίτλος « Πολύτροπη Γλώσσα» οδηγεί στη γλώσσα που εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Δουλέψαμε πέντε χρόνια, για να πραγματοποιηθεί και συνεχίζουμε να δουλεύουμε ακόμα. Το δωρίσαμε χωρίς καμιά οικονομική απαίτηση στο «Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας». Είναι αναρτημένο στην «Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα». Μπορεί να το βρει κανείς εύκολα και να το διαβάσει και κάποιος που δεν είναι εκπαιδευτικός, στον σύνδεσμο ΕΔΩ.

Διευρύνει και επικαιροποιεί τα βιβλία του Λυκείου «Έκφραση-Έκθεση», αλλά υπάρχουν κομμάτια και για το Γυμνάσιο και κάποια για το Δημοτικό, εφόσον υπάρχουν δάσκαλοι με φαντασία και μπορούν να τα προσαρμόσουν.

Δίνει έμφαση και στη συγκινησιακή λειτουργία της Γλώσσας, παράλληλα με την αναφορική. Η Λογοτεχνία μπαίνει πάρα πολύ κοντά στη Γλώσσα αλλά και η Τέχνη στην οποία αφιερώνουμε ειδική ενότητα, με πολλές ασκήσεις που δένουν την Τέχνη με τη Γλώσσα.  Έκφραση των συναισθημάτων μας, αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε ελεύθερα, λόγος συγκινησιακός, που έχει στόχο και τον αποδέκτη αλλά και την έκφραση του ίδιου του πομπού. Γι’ αυτό λέμε ότι επικαιροποιούνται έτσι και διευρύνονται τα βιβλία  της «‘Έκφρασης-Έκθεσης», που φυσικά είναι απαραίτητα και αποτελούν ένα πολύ χρήσιμο βασικό υλικό.

Γλώσσα και Χρίστος Τσολάκης. Πώς αποκωδικοποιούνται και συμπυκνώνονται σε λίγες λέξεις αυτά τα δύο μεγέθη;

Γλώσσα και Χρίστος Τσολάκης… ταυτίζονται! Ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ο Τσολάκης το αφιέρωσε και στη συγγραφή των βιβλίων αλλά και στη διδασκαλία, στη διδασκαλία σε δασκάλους και καθηγητές. Μέχρι την τελευταία στιγμή προσπαθούσε να τους εμφυσήσει τις λέξεις δάσκαλος και γλώσσα και να τους εμπνεύσει μ’ αυτές. Να δείξει τον βαθύτερο και ουσιαστικό δεσμό τους. Γλώσσα και δάσκαλος πάνε μαζί.

Και κάτι ακόμη. Πιστεύω ότι ο Χρίστος Τσολάκης είχε έναν προφορικό λόγο, που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης. Γιατί μπορούσε να εκφράζει με τον προφορικό του λόγο πάρα πολλά πράγματα, χωρίς να είναι καν προετοιμασμένος. Είχε τέτοια σαφήνεια στο λόγο του που και μόνο αυτό δείχνει τη σχέση του με τη Γλώσσα.

Στη συνέχεια Σύμβουλος Φιλολόγων στον γενέθλιο τόπο, τη Βέροια, και αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Μια θέση που γεμίζει αίσθημα ασφάλειας τους συναδέλφους εδώ και δημιουργεί παράλληλα αισθήματα σεβασμού, εκτίμησης και αγάπης για την Κούλα Αδαλόγλου, που τη διακρίνει κατά γενική ομολογία η γνώση αλλά και ένα μοναδικό ταλέντο στην ανθρώπινη επικοινωνία. Πόσο αυτή η θέση αποτέλεσε για σας ένα κεφάλαιο ζωής με γόνιμες και καθοριστικές προεκτάσεις;

Σας ευχαριστώ για τα πολύ καλά λόγια που άκουσα. Εισέπραττα και εισπράττω ακόμα μέσα απ’ αυτόν το ρόλο την αγάπη. Λένε ότι κανείς δεν είναι προφήτης στον τόπο του. Αποδείχτηκε ότι στην περίπτωσή μου αυτό δεν ίσχυε. Ως Σύμβουλος Φιλολόγων στην Ημαθία ίσως έζησα μερικά από τα καλύτερά μου χρόνια στην Εκπαίδευση.

Δεν ήταν τόσο εύκολο, γιατί έπρεπε και να πηγαινοέρχομαι, να μένω κάποια διαστήματα εδώ και επιπρόσθετα δεν ήταν εύκολη η εποχή. Είχαμε μεταρρυθμίσεις εκπαιδευτικές δύσκολες και πολλές φορές αναγκάστηκα ν’ αναλάβω την ευθύνη κάποιων πραγμάτων. Νομίζω ότι οι συνάδελφοι το εκτίμησαν πάρα πολύ αυτό κι όπως είπατε προσπάθησα να είμαι δίπλα τους.

Πιστεύω ότι έγιναν πολλά και όμορφα πράγματα. Βέβαια, υπήρχαν γύρω μου άτομα που βοηθούσαν πολύ και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ημαθίας, που τον αισθανόμουν πάντα δίπλα μου, και πραγματικά αποτελούσε μια εστία δημιουργίας. Ήταν η εποχή που ήσασταν τότε Πρόεδρος του Συνδέσμου κ. Σμυρνή. Σας διαδέχτηκε, όπως θυμάμαι, ο Πανταζής Μητελούδης, με τον οποίο, είχα την ίδια εξαιρετική συνεργασία και, όπως σας είπα πριν από λίγο, συνεργάζομαι ακόμα μαζί του  στην «Πολύτροπη Γλώσσα».  Όλ’ αυτά, η ατμόσφαιρα της συνεργασίας και το όλο κλίμα που επικρατούσε τότε, μ’ έκαναν να νιώθω τον ρόλο μου σαν κάτι σημαντικό.

Παράλληλα, η λογοτεχνία, με κυρίαρχη την ποίηση, σας συνεπαίρνει από πολύ νωρίς και αρχίζουν να τυπώνονται οι πρώτες ποιητικές σας συλλογές. Μάλιστα αργότερα ποιήματά σας μεταφράζονται στα Αγγλικά και Ιταλικά. Τι είναι για σας η ποίηση; Πώς θα ορίζατε τη σχέση σας μαζί της;

Η ποίηση υπήρχε πάντα στη ζωή μου, παράλληλα με τη δουλειά μου, αλλά υπήρχε κι από τα μικρά μου χρόνια. Είναι θέμα όμως ισορροπιών η καθημερινή εργασία σε σχέση με τη γραφή. Υπήρχαν περίοδοι που η εκπαίδευση και όλες οι άλλες ασχολίες μου απαιτούσαν πολύ χρόνο. Η ποίηση όμως ήταν πάντα εκεί και ήταν κι αυτή απαιτητική. Έβγαινε στο χαρτί, μπορεί να μην έβγαινε σε βιβλίο. Γι’ αυτό και τα πρώτα βιβλία έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Βγαίνει το «Στο μεταίχμιο», που είναι τουλάχιστον δύο συλλογές, γιατί μαζευόταν υλικό. Άρα υπήρχε…

Πάντα είχα μια κρυφή… ερωτική σχέση με την ποίηση! Η εργασία όμως και οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πάντα πιο απαιτητικές απ’ αυτήν. Από τότε που συνταξιοδοτήθηκα πίστευα πως θα έχω πολύ περισσότερο χρόνο, αλλά μιλήσαμε ήδη για την «Πολύτροπη Γλώσσα»… Η εκπαίδευση, λοιπόν, στεκόταν πάλι δίπλα στην ποίηση, πάλι το ίδιο απαιτητική. Νομίζω όμως ότι τώρα πια αυτό το κομμάτι της ποίησης θα μπορέσει να διεκδικήσει εντονότερα όσα του ανήκουν.

Βέβαια, εδώ πρέπει να πω πως τα πρώτα σπέρματα της ποίησης υπήρχαν στο περιβάλλον. Ο πατέρας μου, πέρα από το ότι ήταν ένας εμψυχωτής στην πόλη, ενθάρρυνε πάρα πολλούς νέους ανθρώπους να εκφραστούν, έγραφε και ο ίδιος και η ποίηση ήταν η πιο μεγάλη του αγάπη. Άρα, μεγαλώνοντας σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον και με τα βιβλία που μου έφερνε εκείνα τα δύσκολα χρόνια για τους δικούς μου, χρόνια του φόβου για διαθεσιμότητα, απόλυση, ακόμη και εξορία, τα βιβλία που μου έφερνε ήταν τόσο πολλά και τόσο ξεχωριστά, που έγινα νομίζω  πρώτα καλή αναγνώστρια και ύστερα οδηγήθηκα στη γραφή.

Όσο για το τι είναι για μένα η ποίηση; Η ποίηση είναι τρόπος ζωής, είναι ανάσα. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν. Και για να δανειστώ και το στίχο του Καρυωτάκη η ποίηση είναι ένα καταφύγιο. Σκέφτομαι συχνά πως, αν σε κάποιες πολύ δύσκολες για μένα ώρες δεν έγραφα, δε θα επιβίωνα. Τρόπος ζωής, ανάσα και επιβίωση…

Στην πορεία γραφής από το 1982 μέχρι το 2016, οπότε και εκδίδεται η τελευταία συλλογή σας, «Εποχή αφής»,  φαίνεται όχι μόνο η ωρίμανση του ποιητικού λόγου, αλλά και η ωρίμανση στην επιλογή των θεμάτων. Ποιοι  παράγοντες καθόρισαν την πορεία σας μέσα στον κόσμο της ποίησης;

Είναι και το δικό μας μεγάλωμα, η δική μας ωρίμανση. Ο ποιητής δε ζει ερήμην των γεγονότων. Πιστεύω ότι οφείλει να είναι εκεί. Οι εμπειρίες από την εκπαίδευση, από τα πολιτικά γεγονότα, από τις κοινωνικές αλλαγές αλλά κι από τις απώλειες, τη φθορά, το χρόνο… Όλ’ αυτά καθορίζουν και ωριμάζουν τον άνθρωπο κι όσο για τον ποιητή, αυτό είναι ένα ζητούμενο και μια ευχή.

Πρωταγωνίστρια στην ποίησή σας, αλλά και στην πεζογραφική σας κατάθεση αργότερα, η γυναίκα. Γιατί;

Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δε μιλάμε για γυναικεία ποίηση, γιατί δεν πιστεύω πως υπάρχει γυναικεία ποίηση ή αντρική ποίηση, υπάρχει ποίηση. Απλώς το ποιητικό υποκείμενο, η ποιήτρια, ζει μέσα σε ορισμένες συνθήκες και αποφασίζει να γράψει για κάποια βιώματα και προβληματισμούς της. Το ποιητικό, λοιπόν, υποκείμενο σπάζει σε διάφορες περσόνες, δανείζεται άλλες μορφές, που έχει δει καμιά φορά ή έχει διαβάσει κάπου αλλού. Χωρίς να λείπουν τα αντρικά πρόσωπα, πραγματικά πρωταγωνιστούν οι γυναίκες. Είναι, λοιπόν, όχι γυναικεία ποίηση αλλά ποίηση που μιλά για τη γυναίκα, αλλά δεν απευθύνεται μόνο σ’ αυτήν.

Στη συλλογή διηγημάτων σας «Βγήκε ένας ήλιος χλωμός» οι αναφορές σε προσωπικά βιώματα αλλά και στην ίδια την πόλη της Βέροιας μέσα από τη μνήμη,  είναι πραγματικά γοητευτικές. Κυρίαρχο και καθοριστικό σημείο αναφοράς το μικρό σας παλιό σπίτι, όπου αποφασίσατε να γίνει κι αυτή η συνέντευξη. Τι είναι για σας το σπίτι, η παλιά Βέροια, οι εικόνες της; Τι είναι η μνήμη;

Η μνήμη… Η μνήμη είναι ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μας. Άλλοτε μας πονάει και άλλοτε μας γλυκαίνει. Κι άλλοτε και τα δύο μαζί. Η Βέροια, θα το πω πολλές φορές, είναι η πόλη μου, ο γενέθλιος τόπος. Παρόλο που αγάπησα τη Θεσσαλονίκη με τον καιρό, η Βέροια αποτελεί πάντα έναν δυνατό δεύτερο πόλο, που φαίνεται έντονα και στο διήγημά μου «Εικονική πραγματικότητα». Η μνήμη, οι εικόνες, το σπίτι… Η δύναμη του νόστου…

Ειδικά το σπίτι, αυτό το μικρό πατρικό μου σπίτι, παίζει έναν κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μου. Και παίζει και για όλη μου την τωρινή οικογένεια. Έχει τη θέση του και στη ζωή του άντρα μου, του Γιάννη Παπαδογιάννη, που το αγάπησε και που υπάρχει ακόμα χάρη σ’ αυτόν, χάρη στη φροντίδα του, αλλά και για τον  γιο μου, τον Νίκο.

Το σπίτι επανέρχεται με διάφορες μορφές και στα ποιήματα και εμφανώς στα πεζά, όπου υπάρχει και το ομώνυμο διήγημα «Το σπίτι». Το σπίτι παίζει έναν τέτοιο ρόλο στη ζωή μας, σχεδόν μεταφυσικό. Αυτός ο κήπος στο πίσω μέρος που δεν τον περιποιείται κανείς και φουντώνει συνέχεια… Θέλει, λοιπόν, να πει ο κήπος πως η μνήμη ζει και πως αυτά τα πρόσωπα που φύγαν από κοντά μας εξακολουθούν με κάποιους τρόπους να είναι κοντά μας. Ακόμη και μ’ αυτά τα ζουμπούλια που επιμένουν να ευδοκιμούν στον «πιστό κήπο», όπως το λέω σε κάποιο στίχο μου…

Τελευταίο βιβλίο σας η ποιητική συλλογή «Εποχή αφής», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2016. Μετά απ’ αυτό τι άλλο ετοιμάζετε; Ποίηση ή πεζογραφία;

Η «Εποχή αφής» είναι η δεύτερη συνεργασία μου με τον Γιώργο Αλισάνογλου και τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, μετά το «Οδυσσέας τρόπον τινά». Μέσα στο 2018 περιμένουμε, λοιπόν, να εκδοθεί και η τρίτη συλλογή πάλι από το Σαιξπηρικόν, ελπίζω πριν από τα Χριστούγεννα. Τίτλος της είναι «Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα».

Η «Εποχή αφής» ήταν ένα βιβλίο για την κρίση. Γιατί τα δύο πρόσωπα, το γυναικείο και το αντρικό, που βιώνουν μια απομάκρυνση, ίσως απώλεια, δε χωρίζουν επειδή δεν αγαπούν το ένα το άλλο, αλλά επειδή οι συνθήκες αναγκάζουν τον άντρα ν’ απομακρυνθεί σιγά- σιγά. Ο άντρας επίσης βιώνει έναν σπαραγμό, δεν είναι μόνο η γυναίκα. Και φυσικά οι φωνές είναι τρεις. Η τρίτη φωνή παίζει το ρόλο του αφηγητή, του σχολιαστή, που προσπαθεί να γίνει η καλή τους μοίρα, και να μπορέσει να ανατρέψει τα δύσκολα δεδομένα, αφήνοντας μια αίσθηση ελπίδας.

Στο καινούριο βιβλίο συνυπάρχουν ο προσωπικός χώρος μαζί με τον κοινωνικό και πάλι.

Πού βαδίζει σήμερα η Λογοτεχνία; Πώς εξηγείται αυτή η υπερπαραγωγή βιβλίων και συγγραφέων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια; Πρόκειται για… λογοτεχνική άνοιξη;

Υπάρχει πράγματι πολύ μεγάλη παραγωγή, αλλά μήπως πάντα δεν υπήρχε; Βέβαια, τώρα είναι πιο εύκολο να βγάλει κανείς ένα βιβλίο και πολύ πιο εύκολο να ενημερωθεί κανείς γι’ αυτήν την παραγωγή.

Το δύσκολο είναι να ψάξει κανείς για να βρει τα…διαμάντια. Υπάρχουν όμως. Η υπερπαραγωγή είναι αναπόφευκτη για την εποχή μας από τη στιγμή που έχουμε και τα ηλεκτρονικά μέσα και πολύ εύκολα διαφημίζονται τα βιβλία. Ο φόβος είναι μήπως ακριβώς μέσα απ’ αυτό το ρεύμα βγουν στον αφρό και πράγματα που δεν είναι καλά και χαθούν κάποια άλλα πράγματα αξιόλογα και σιωπηλά. Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει. Ίσως δεν πρόκειται για άνοιξη αλλά έχουμε πολύ καλά δείγματα γραφής και στην πεζογραφία και στην ποίηση.

Και φυσικά, όσοι ασχολούνται επίσημα με τη λογοτεχνική κριτική καλό είναι να προσπαθήσουν, πέρα από εκδοτικά συμφέροντα και κλίκες, να βρουν και να προβάλουν εκείνα που πραγματικά αξίζουν. Αυτό είναι μια ευχή.

Οι ίδιοι οι λογοτέχνες γράφουμε πολλές φορές για κείμενα άλλων που ξεχωρίζουμε, αλλά δε φτάνει. Νομίζω πως η φωνή μας πρέπει να ενισχυθεί από την επίσημη κριτική. Οι κριτικοί πρέπει να προσέξουν τις φωνές που δεν ανήκουν στα κανάλια της διαφήμισης και που πραγματικά αξίζουν.

Διδασκαλία, επιστημονική συγγραφή, λογοτεχνική συγγραφή. Πού νιώθετε να ανήκετε περισσότερο;

 Δεν θα μπορούσα να φανταστώ να λείπει κάποιο από τη ζωή μου. Και, αν ξανάρχιζα, πάλι θα επέλεγα να ασχοληθώ και με τα τρία, κι ας πιέζει ο χρόνος – μόνο που θα είχα την εμπειρία να κρατώ καλύτερα τις ισορροπίες.

Ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή σήμερα, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε;

Αλήθεια, τι ζητά ο ποιητής σε τέτοιους δύσκολους καιρούς; Ο ρόλος του είναι σημαντικός. Όπως πάντα. Σ’ αυτήν την κρίση, γιατί κάθε εποχή έχει και τη δική της κρίση, τα δικά της προβλήματα, ο ποιητής πρέπει να ‘ναι πάντα εκεί.

Η εποχή μας, μ’ αυτήν την κρίση που περνούμε, νιώθουμε πολλές φορές ότι αιμορραγεί. Κυριαρχούν οι λέξεις άστεγος, άνεργος, μετανάστης, πρόσφυγας, μοναξιά, φθορά, απώλεια…

Άρα, μέσα σ’ όλα αυτά ο ποιητής έχει έναν ρόλο, πρέπει να τα εκφράσει. Να το κάνει όχι με τρόπο ηχηρό, όχι κάνοντας κήρυγμα, αλλά μέσα από την ποίησή του να δείξει τις πληγές με τον  δικό του τρόπο, με τη δική του κατάθεση. Ο αναγνώστης διαβάζοντας νιώθει πως κάποιος τον κατανοεί και καταγράφει το μαρτύριο που περνά. Νιώθει τον ποιητή κοντά του…   

Άλλωστε, πάντα, ο ποιητής είναι η εποχή του κι έχει να παίξει ένα ρόλο. Μπορεί ν’ αλλάξει κάτι; Ας θυμηθούμε εδώ τον Αναγνωστάκη «Ανάπηρος έστω δείξε τα χέρια σου»…

Φωτογραφίες: faretra.info

 

Συντάκτης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια