Η συμμαχία του 5% – Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ και οι ελληνικές ανησυχίες / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι η συγκεκριμένη συγκυρία της επιτρέπει να διεκδικήσει μεγαλύτερη επιρροή τόσο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους
Στις 7 και 8 Ιουλίου η Άγκυρα θα φιλοξενήσει τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ σε μια από τις σημαντικότερες συγκυρίες των τελευταίων ετών. Επισήμως η ατζέντα περιλαμβάνει την Ουκρανία, την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, τη συλλογική άμυνα και την εφαρμογή του νέου στόχου για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ.
Η απόφαση για το 5% θεωρείται από πολλούς η μεγαλύτερη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Συμμαχίας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το νέο μοντέλο προβλέπει ότι το 3,5% του ΑΕΠ θα κατευθύνεται σε καθαρά στρατιωτικές δαπάνες και επιπλέον 1,5% σε υποδομές και κυβερνοάμυνα.
Παρότι η απόφαση έχει ήδη εγκριθεί πολιτικά, η πραγματική συζήτηση αφορά την εφαρμογή της. Σήμερα καμία από τις μεγάλες οικονομίες της Συμμαχίας δεν έχει φθάσει το επίπεδο αυτό. Αντίθετα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να δυσκολεύονται ακόμη και στην επίτευξη του προηγούμενου στόχου του 2%.
Πιο κοντά στο νέο πλαίσιο βρίσκονται η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής. Η Λιθουανία έχει ανακοινώσει σχεδιασμό για δαπάνες που προσεγγίζουν το 5% έως και 6% του ΑΕΠ, ενώ Εσθονία και Λετονία έχουν δεσμευθεί επίσης να κινηθούν προς τον ίδιο στόχο. Η Πολωνία, η οποία ήδη βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Συμμαχίας, πιέζει ώστε το χρονοδιάγραμμα να επιταχυνθεί.
Αντίθετα, χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και το Βέλγιο εμφανίζονται επιφυλακτικές καθώς η επίτευξη του στόχου προϋποθέτει τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα της κατανομής των βαρών μεταξύ συμμάχων θα κυριαρχήσει στις παρασκηνιακές συζητήσεις της συνόδου.
Για την Ελλάδα η συζήτηση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η χώρα συγκαταλέγεται διαχρονικά μεταξύ των κρατών με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ και μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει ήδη αναλάβει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων που ζητά σήμερα η Συμμαχία από τα μέλη της.
Τι «ψάχνει» η Τουρκία
Πίσω όμως από την επίσημη ατζέντα βρίσκεται μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά ίσως σημαντικότερη συζήτηση. Η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει τον ρόλο του οικοδεσπότη ώστε να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος πυλώνας της Συμμαχίας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στη Συρία, οι ενεργειακοί διάδρομοι, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και οι μεταναστευτικές ροές έχουν αυξήσει τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας.
Η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι η συγκεκριμένη συγκυρία της επιτρέπει να διεκδικήσει μεγαλύτερη επιρροή τόσο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα των S-400 και των F-35. Επισήμως η αμερικανική θέση δεν έχει αλλάξει. Όσο οι ρωσικοί S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος, η επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Ωστόσο πολλοί διπλωμάτες θεωρούν ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη σύνοδο προκειμένου να βελτιώσει το κλίμα στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον και να επανεκκινήσει τη συζήτηση για μια σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Τι «καίει» την Αθήνα
Για την Αθήνα, το ενδιαφέρον της συνόδου δεν περιορίζεται στα θέματα των εξοπλισμών ή στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθεια της Άγκυρας να αναδείξει τη λεγόμενη Νότια Πτέρυγα της Συμμαχίας ως βασική προτεραιότητα του ΝΑΤΟ.
Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύει το επιχείρημα ότι η Δύση δεν μπορεί να σχεδιάσει πολιτική στην ανατολική Μεσόγειο / Μέση Ανατολή χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Άγκυρας.
Από ελληνικής πλευράς όμως παραμένει το ερώτημα κατά πόσο η αυξημένη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας θα συνοδευθεί από μεγαλύτερο σεβασμό στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της στη Συμμαχία. Οι τουρκικές θέσεις για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την Κύπρο δεν έχουν αλλάξει, ενώ η τουρκική ρητορική εξακολουθεί να αμφισβητεί βασικές ελληνικές και κυπριακές θέσεις στην ανατολική Μεσόγειο.
Η κυπριακή διάσταση αποκτά επίσης ιδιαίτερο βάρος. Η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Γαλλίας, η αυξανόμενη παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην περιοχή και η σύνδεση της ανατολικής Μεσογείου με τα ευρύτερα σχέδια ευρωπαϊκής ασφάλειας δημιουργούν ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον που η Άγκυρα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή.
Τα ανακοινωθέντα…
Οι περισσότερες σύνοδοι κορυφής κρίνονται από τις αποφάσεις που καταγράφονται στο τελικό ανακοινωθέν. Η σύνοδος της Άγκυρας ενδέχεται να κριθεί από κάτι διαφορετικό: από τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στο παρασκήνιο και από τα μηνύματα που θα εκπέμψουν οι βασικοί παίκτες της Συμμαχίας.
Το βασικό ερώτημα είναι αν η Τουρκία θα αξιοποιήσει τη φιλοξενία της συνόδου για να ενισχύσει τη σχέση της με τη Δύση ή αν θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη γεωπολιτική της σημασία σε διαπραγματευτικό εργαλείο έναντι των συμμάχων.
Για την Ελλάδα, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει άμεση σημασία. Δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας, αλλά το συνολικό πλαίσιο ασφαλείας στην ανατολική Μεσόγειο.
Η γεωγραφία καθιστά την Τουρκία σημαντικό σύμμαχο για το ΝΑΤΟ. Το ζητούμενο όμως για πολλές δυτικές πρωτεύουσες είναι αν η στρατηγική αυτή αξία θα συνοδεύεται από συμπεριφορά που ενισχύει τη συνοχή της Συμμαχίας ή αν θα χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης και διεκδίκησης ανταλλαγμάτων.
Αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που η σύνοδος της Άγκυρας ξεπερνά τα όρια μιας ακόμη ΝΑΤΟϊκής συνάντησης κορυφής. Πίσω από τις συζητήσεις για ποσοστά, εξοπλισμούς και προϋπολογισμούς βρίσκεται η προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και μια χώρα που επιθυμεί να παραμείνει στον πυρήνα της Συμμαχίας, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις δικές της αυτόνομες περιφερειακές φιλοδοξίες.
–














































