Άρθρα

Βέροια – ΑποΜνημοΝεύματα της Μνήμης / γράφει ο Γιάννης Ναζλίδης (Α)

ΝΑΖΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (Α)

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για κάποιον που κυβερνιέται από μια ΘΕΪΚΗ ΣΙΩΠΗ.
Ο γιατρός ο παπα-Σκλήρης έρχεται από μια παλιά μνήμη,
απ’ τους εσπερινούς και τις οάσεις του πνεύματος,
ποθώντας να ξαναβρεί το «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» της Αγάπης!

Διαβάστε ένα γράμμα που μου έστειλε απ’ τον θαυμασμό και την έκπληξή του από ένα γεγονός που συνέβη στα ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΑ του καθήκοντα.

Δίχως να ξέρει πως εδώ στη Βέροια 40 φίλοι είχαν γράψει ήδη το βιβλίο για τους ανώνυμους πρωταγωνιστές της Πολιτειακής Ζωής.

Δεν υπάρχει μια καλύτερη εισαγωγή για να νιώσει κανείς την Αξία αυτού του βιβλίου.

Σας την παραθέτω!

————

Η ΝΕΩΚΟΡΟΣ

Άλλους τους γράφει η ιστορία (διότι προβάλλονται χάρη στο προνόμιό τους ως ο Επίσκοπος) κι άλλοι γράφουν την ιστορία (διακριτικά εκ των μετόπισθεν, ως η νεωκόρος). Όμως χωρίς νεωκόρο δεν μπορεί ούτε ο Επίσκοπος να λειτουργήσει, ούτε η κυρία να προσφέρει το πρόσφορο. Εδώ εικονίζεται η Νεωκόρος σε κάποια στιγμή, όπου χαιρετάει μεστό σκοτάδι της βραδιάς τους Αγίους και κλείνει την εκκλησιά.

Η ΚΥΡΑ-ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ Η ΝΕΩΚΟΡΑ

Λες: «Είμαι άνθρωπος. Κι εσύ είσαι άνθρωπος. Κι εκείνος εκεί είναι άνθρωπος». Όμως, τι ξέρεις πως είναι; Και πώς μπορείς να μάθεις το είναι του; Και ποιος είναι ο αληθινός εαυτός του; Όταν τσαντίστηκε και σε σιχτίρισε προχθές; Ή όταν έκλαιγε και παρακαλούσε για το παιδί του; Ή όταν απόθεσε ένα πιάτο φαΐ μυστικά στο πεζούλι του χαμόσπιτου; Ή όταν συγχώρεσε τον προδότη; «Δεν ξέρω τίποτα», να λες. Εγώ δεν μπορώ να διαβάσω ούτε τον λογισμό της γάτας μου, όταν με κοιτάζει επίμονα ακίνητη με γουρλωτά μάτια, σαν να θέλει να λυτρωθεί από το μυστικό της. Και πώς να αποκρυπτογραφήσεις την καρδιά του φονιά ή του Αγίου; Ανώτερα μαθηματικά. Ας το. Ακούς άνθρωπο, κι όμως έχεις μεσάνυχτα τι είναι, ποιος είναι στ’ αληθινά ή πώς θα σε προδώσει μεθαύριο. Ένα μπορούμε να πούμε: πως κάποιες σπάνιες φάτσες είναι σαν από αλλιώτικο καλούπι και ξεχωρίζουνε κι όταν τους κάνεις παρέα. Το χαίρεσαι και λες: «Ναι, ρε, υπάρχει ανθρωπιά». Μια τέτοια ήταν κι η κυρα-Σταυρούλα.

Τη βρήκα νεωκόρα στην Παναγίτσα, όταν χειροτονήθηκα. Δεν είχε κάτι το ξεχωριστό. Μπορούσε κάποιος που την πρωτογνώριζε να σκεφτεί πως είναι μια απλή γυναικούλα. Πως δεν προβάλλεται. Πως δεν ανακατεύεται πολύ στα της ενορίας. Και πως είναι εργατική και κρατάει τον ναό καθαρό. Ακόμα ξέραμε πως πού και πού κοιτάζει πέρα κατά την Αίγινα και σταυροκοπιέται. Και της αρέσουνε οι βάρκες και τα λογής λογής πλεούμενα. Πολλές φορές τα κοίταζε από μέσα κι εξερευνούσε το ΣΚΑΡΙ τους. «Ένα ΣΚΑΡΙ είναι κι ο άνθρωπος, τι νομίζεις», συνήθιζε να λέει, λες και κάτεχε κάποια βαθιάν αλήθεια.

Εγώ σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω πως είχε τον τρόπο να πιάνει φιλία με τις γυναίκες που έμπαιναν ν’ ανάψουν το κερί τους, πως τους μιλούσε απλά, αλλά με νοιάξιμο. Ώσπου συνέβη το περιστατικό που με βοήθησε να καταλάβω πολλά για το βάθος αυτής της ξεχωριστής αρχοντικής φιγούρας.

Βέροια: Σελίδες από τα “ΑποΜνημοΝεύματα της μνήμης” κάθε Κυριακή πρωί στη Φαρέτρα

Έπεφτε το απόβραδο και μες στην εκκλησιά θόλωναν τα συγκεκριμένα και πρόβαλλαν διακριτικά τα ανείπωτα. Ψίθυροι απαλοί και μια γλυκιά θαλπωρή, λες ανάσα από τα εικονίσματα. Εξομολογούσα μπροστά μπροστά κοντά στο εικονοστάσι. Μια κυρία πλησίασε να μιλήσει στον παπά με τη σειρά της. Μου φάνηκε διακριτική και κάπως ντροπαλή. Την ενθάρρυνα κι άκουσα την απροσδόκητη απάντηση: «Πάτερ, ξέρετε, νιώθω αμήχανα, συνέβη μόλις τώρα το εξής. Μπήκα στο ναό βαρυμένη από τις πολλές μου αμαρτίες, άναψα το κεράκι μου και κάθισα δειλά στο τελευταίο στασίδι και μου ξέφυγαν, χωρίς να το θέλω, δάκρυα ατέλειωτα που με έπνιγαν από μέσα μου. Ήμουνα για λύπηση μέσα στην απελπισία μου. Κι εκείνη την ώρα με άκουσε η κυρούλα που προσέχει τα κεριά κι ήλθε κοντά μου, με ακούμπησε στον ώμο απαλά και μου είπε γιατί να κλαίω τόσο απαρηγόρητη, αφού λέει ο Χριστός είναι η Αγάπη. Της εξήγησα πως έχω πέσει σε πολύ βαριά αμαρτήματα, τα οποία, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να της τα εξομολογούμαι. Με φίλησε και μου μίλησε για τη συγχώρεση του Χριστού που μας χάρισε το μυστήριο της Συγνώμης και να έλθω σε Σας να τα πω και τώρα η καρδιά μου αναθάρρησε, Πάτερ, και μου έφυγε η απελπισία».

Εκείνη τη στιγμή εγώ δεν πρόσθεσα τίποτε. Της είπα να γονατίσει, της έβαλα το πετραχήλι πάνω στο κεφάλι και της διάβασα την ευχή.

Η Ιεροσύνη είχε μιλήσει από αλλού.

Εκεί που επεμβαίνει ο Αμίλητος, καλό είναι να υποχωρούμε οι παπάδες…

π. Σταμάτης Σκλήρης

 —————-

Ο Νομπελίστας Ερωτόκριτος Κατσαβουνίδης

Εδώ και αν πρέπει να σταθεί κανείς προσοχή.

Ένα παιδί

απ’ τις γειτονιές της Βέροιας παίρνει ΝΟΜΠΕΛ!

Ο γιος της κυρίας Νίτσας και του κυρίου Χαράλαμπου,

πήδηξε μακρύτερα απ’ τα επαρχιακά σύνορα.

Χάθηκε μες στις αστροφεγγιές

και τις νύχτες της σελήνης.

Καθηγητής στο μεγαλύτερο αμερικάνικο ερευνητικό κέντρο

του Κόσμου, το Μ.Ι.Τ.,

με ερωτήματα στο μυαλό του, που άνοιξαν

καινούργιες σελίδες στην παγκόσμια Ιστορία του Σύμπαντος.

Ένας ιδιοφυής ξενιτεμένος Έλληνας επιστήμονας,

που σπούδασε βιολί και πιάνο

με τον κύριο Θεοφάνους στη Βέροια,

και «συνομιλεί» με τον ουρανό.

Τι μεγάλη τιμή για την Πόλη

ο Ερωτόκριτος Κατσαβουνίδης;

Στη διάλεξή του στο «Εκκοκκιστήριο Ιδεών»

ήρθαν άνθρωποι από την Κρήτη, απ’ την Αλεξανδρούπολη

απ’ όλη την Ελλάδα.

Πανεπιστημιακοί καθηγητές και μαζί του στήσανε

ένα στρογγυλό τραπέζι για τα Βαρυτικά Κύματα,

στην ανακάλυψη των οποίων έπαιξε κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Ερωτόκριτος.

___________

Η Δάφνη Πατακιά – Ιωακειμίδου στις Κάννες

Τώρα πώς να σας το πω

πως αυτό το κορίτσι είναι Βεροιώτισσα;

Πως 12 χρονών

ήρθε απ’ τις Βρυξέλλες

να πει τα κάλαντα στα ποντιακά στο σπίτι μας;

Πως έχει μια χάρη παραμυθένια,

μια βαθιά «άγγιχτη» εσωτερικότητα,

πως ξέρει μυστικά για τον κόσμο στον οποίο δίνεται.

Σπούδασε αθωότητα και

συνεχίζει να φοιτά στο

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΩΝ.

Σκέφτομαι

πόση ανάγκη

έχει ο κόσμος του σινεμά από μια παρθένα έκφραση,

από μια ματιά

που αλλάζει τα σύνορα των καθιερωμένων,

των κοινωνικών δραμάτων,

των ερωτικών ιστοριών,

των μεταεπιστημονικών

διαστημικών υποθέσεων,

…καλημέρα του ΘΕΟΥ… σας λέω ….

Μπορείς να καταλάβεις αμέσως στο βλέμμα της

πως δεν σε πηγαίνει στους λαβυρίνθους του μυαλού,

αλλά μια βολτίτσα στην εποχή της αγνότητας.

—————-

Φλώρα Κανδήλα-Σότσιου

Η μεγάλη κόρη του επιχειρηματία

Σταύρου Κανδύλα και της Σοφίας Εφραιμίδου,

πριν από τις αδελφές της, την Εύα και την Φυλλιώ Κούτερη.

Μια χαριτωμένη αριστούχος του Γυμνασίου Βεροίας

και του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου

και μετέπειτα στην Αθήνα απ’ όπου πήρε πτυχίο Παθολογοανατόμου.

Στο Λονδίνο συνέχισε τις σπουδές της

παίρνοντας ειδικότητα για το νεφρό

και συνεργάστηκε με παγκόσμιες προσωπικότητες του τομέα της,

καθώς ήταν κορυφαία στον κλάδο της

και συνεργάστηκε με τα πανεπιστήμια,

τα ερευνητικά κέντρα και ιδρύματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Άνθρωπος ταπεινός, υπομονετικός, χαρισματικός.

Μια καλλιτεχνική φύση

…ήταν το πρότυπο της γλυκύτητας, της καλοσύνης,

της εργατικότητας, της δημιουργίας,

με πολλές πνευματικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες,

στην Ποίηση και τη Ζωγραφική,

όπου μετέφερε τη σπιρτάδα της, την πραότητα

και το αστείρευτο κέφι της… έγραψαν οι συμμαθητές της.

COVER VERSION 2_XPLUS_22.11

«ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑΤΑ» ο τίτλος της έκδοσης των ποιημάτων της…

I’ d rather be a forest

Η άσφαλτος εκδικείται – Το χώμα όχι

Ο τοίχος αντιστέκεται – Ο ουρανός όχι

Το ρεύμα σε τινάζει – Ο ήλιος όχι

Το κλάξον σε κουφαίνει – Ο αέρας όχι

Ο σκύλος σε κοιτάζει – Το video όχι

Η αλήθεια σε ξυπνά – Το ψέμα όχι.

————————

Πυθαγόρας Ιερόπουλος. Άρθρο μελλοντικού συντάγματος…

Κάτι ανάμεσα σε μια μέλισσα και έναν θαλασσοπόρο,

ο Πυθαγόρας ΙΕΡΟ-πουλος.

Συντοπίτης μου.

Από τα Κοτύωρα του Πόντου, την Ορντού.

Ανήκει σε μια γεωγραφία μακρινών συνόρων,

όπου δίνεται η μάχη εναντίον της πεζότητας.

Την απεχθάνεται.

Τη μισεί, ίσως …

Τα μυστικά του και τις νομικές του συμβουλές εμπιστεύεται στα δάση

και στον Άρειο Πάγο του Σύμπαντος.

«Κρέμομαι απ’ τους καιρούς», λέει…

…Ήτανε και μια κουφάλα,

 μπρε, μπρε, μπρε, μια κουφάλα,

 είχε μέσα κουκουβάγιες,

 μπρε, μπρε, κουκουβάγιες… τραγουδά.

Τι δεν θα ’δινε ο Περικλής να τον έχει στην αθηναϊκή Αγορά του!

Ν’ αγορεύει

για τη Σύνεση του φθινοπώρου

και το «αμετάπειστο» του δένδρου της Ελιάς.

Δώρισε

και στην πόλη τρία παιδιά.

Σε συνεννόηση με τη γυναίκα του τη Νίκη, της «Σαμοθράκης»,

την Εύα, τον Γιάννη, τον Θεόφιλο.

Πτυχιούχοι όλοι της Δημιουργίας.

——————–

Εκδρομή στις Σαραντόβρυσες

Τι δεν θα ’δινε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος

να κινηματογραφήσει

τις πομπές των Βεροιέων την Πρωτομαγιά στις Σαραντόβρυσες,

ίσως και το πρώτο φιλί μου στην Άννα.

Την περιοχή που μαζεύονται οι ΜΟΥΣΕΣ να κουτσομπολέψουν…

Έεειιι, έεει,

και τα μαγιάτικα στεφάνια στα νεανικά κεφάλια

και τα χαμόγελα των γυναικών

μοιρασμένα σ’ όλους

που συμμετέχουν στη γιορτή της φύσης.

Και παπαρούνες και μαργαρίτες

και τριαντάφυλλα,

δαφνόφυλλα και υάκινθοι

στις αγκαλιές των κοριτσιών.

Και οι σαράντα βρύσες;

Χορηγία των Πηγών,

που δροσίζουν τους εκδρομείς.

…Μαρμαρέ-, Μαρμαρένια μου βρυσούλουουουλααα,

 ωχ, αμανέ κι αμάν, αμάν, πώς βαστάς κρύο νερό….

λέει το παλιό βεροιώτικο τραγούδι!

——————

Ο Πολυχρόνης με τ’ αράβικο άλογο…

Ο αρτοποιός Πολυχρόνης.

Καβάλα στο μαύρο αράβικο άλογό του.

Χτυπούν και ακούγονται τα πέταλα στην άσφαλτο,

που κερδίζουν τα βλέμματα των περαστικών

και τα δικά μου.

Σελίδες ιστορίας στην καθημερινή ροή.

Ζω τη μνήμη, μου λέει,

με λουλούδι στο πέτο.

Ιστορική περηφάνια

με οδηγεί και με παρασέρνει στις σελίδες της.

Μ’ έχουν καταλάβει ολόκληρο τα μικρασιάτικα θαύματα.

Κι ο φούρνος μου ψήνει.

Ψήνει καρβέλια και η Πόλη γιορτάζει τη μεταπολεμική της γραφικότητα.

Τα πέταλα του αράβικου αλόγου μου στ’ αυτιά των Βεροιέων.

Η Ελευθερία μου σηκώνει παντιέρα στη σιωπηλή καθημερινότητα.

——————–

Η Μαριγούλου

Περιμένει στο παραθύρι της τον πρίγκιπα.

Το δάχτυλο στο στόμα της.

Σσσσσσσσσς!

Μη μας ακούσουν.

Είναι κρυφός ο έρωτάς της με τον πρίγκιπα.

Έρχεται κάθε βράδυ, μα είναι βιαστικός.

Αύριο, αύριο, όλο λέει…

Πού είναι χαμένη αυτή η μέρα;

Δεν λυπάται τη Μαριγούλου που περιμένει στο παραθύρι της;

Που στολίστηκε, που φόρεσε το μαντίλι της με τα φλουριά,

που έβαψε τα χείλη της,

που εξομολογείται στους περαστικούς τον έρωτά της!

Πού είναι ο Παπαδιαμάντης να την εντάξει στις ιστορίες του…

—————-

Ο Αντωνάκης ο Φουρφουράς

Με τα φουρφούρια και το ξενιτεμένο βλέμμα του.

Με τα πράσινα, τα κόκκινα, τα γαλάζια,

τα κίτρινα φουρφούρια που συνομιλούν με τον άνεμο.

Τι ωραία φιγούρα;

Ηλικιωμένη παιδικότητα που παίζει με τα χρώματα.

Και τι ωραία ρούχα…

Σχισμένο σακάκι, παντελόνι τρύπιο, ξεχαρβαλωμένα μεγάλα παπούτσια,

ανόμοιες κάλτσες και πάντα μα πάντα μ’ ένα χαμόγελο,

ένδειξη πως ξέχασε να διαβάσει το βιβλίο με τα βάσανα των ανθρώπων.

Στο ξυρισμένο κεφάλι του λαμποκοπά ο Ήλιος

και μ’ ένα αλλήθωρο βλέμμα ξεχασμένο στην Ιστορία βλέπει τα ανείδωτα.

——————-

Ο χαμάλης Οδυσσέας

 Ένας χαμάλης!

Χαμάλης όμως;

Μην και είναι ένας μικρός μύθος της πόλης;

Μην και είναι μια λογοτεχνία της παιδικότητας,

ένας αντιπρόσωπος της ταπεινότητας

και της αδιαφορίας για τον ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΟΣΜΟ;

Φιγούρα πέραν των ορίων,

ένα παραμύθι που μπορεί ν’ απασφαλίζει τις αγκυλώσεις

της καθημερινής πραγματικότητας.

Σε ποιον άλλον μπορούν να μιλούν ΟΛΟΙ;

Ποιος άλλος μπορεί να σκορπά μια τέτοια ελευθερία έκφρασης σε όλους;

Πόσο συγγενής είναι ο Οδυσσέας με όλους μας;

Πόσο συγγενής με τους μυστήριους και βαθύτερους πόθους του ανθρώπου;

—————–

Μήτρης Νταλιάννης

Ο Τσιανγκ Κάι Σεκ

Ήταν ένα γεροντάκι μικρόσωμο,

περπατούσε με αστάθεια

και δεν ξέρω πώς προέκυψε αυτό το παρατσούκλι.

Αναφέρομαι στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ήταν γνωστός στους τεχνίτες που είχαν μικρές βιοτεχνίες, κυρίως τενεκετζίδικα,

στον παράλληλο δρόμο της Κεντρικής Οδού.

Είχε την έμμονη ιδέα ότι ήταν καλός άλτης,

και αυτό γινόταν συστηματικά αντικείμενο πειραγμάτων

από τους τεχνίτες που δούλευαν σ’ εκείνη την περιοχή.

Χάραζαν στον δρόμο δύο γραμμές και τον καλούσαν να κάνει άλμα,

με αφετηρία την πρώτη γραμμή και να φτάσει ως τη δεύτερη.

Ο Τσιανγκ Κάι Σεκ άλλο που δεν ήθελε να δείξει τις ικανότητές του.

Έκανε το άλμα χωρίς να πάρει φόρα και σωριαζόταν στον δρόμο,

εντελώς άγαρμπα,

προσφέροντας ένα αστείο θέαμα, που προκαλούσε επευφημίες

και ζητωκραυγές στον κόσμο που τον παρακολουθούσε.

—————–

Ο ιδιόμορφος Φάνης Αχτσής

Ξέρεις τι είναι να κρατας στα χέρια σου τις ελπίδες μιας εβδομάδας

και να παρηγορείς τη μέρα της κλήρωσης τους αποτυχόντες;

Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Πού να βρεις κάθε εβδομάδα καινούργιες δικαιολογίες,

καινούργιες ερμηνείες,

καινούργια… «όμως να δεις την άλλη εβδομάδα…»

Είναι απείραχτος από τη βία του καιρού,

απείραχτος από υψηλές φιλοδοξίες,

Θυμάται όλες τις γιορτές, όλα τα βαπτίσια, όλους του αραβώνες.

Μια ευεργετική φιγούρα

στα καθημερινά στριμωξήματα της πόλης.

————————

Η ταβέρνα του ΑΠΟΛΛΩΝΑ

Ο καλύτερος γύρος των Βαλκανίων

Το ξαναλέω!

Ο καλύτερος γύρος των Βαλκανίων.

Μια μικρή ταμπέλα καρφωμένη στον ιστορικό πλάτανο όπου κρέμασαν τον Δεσπότη,

απέναντι απ’ την παλιά Μητρόπολη.

Μια αυλή με τραπέζια με άσπρα τραπεζομάντιλα,

με δένδρα που συνορεύουν με τα σοκάκια που οδηγούν στην Μπαρμπούτα.

Τόση μαγειρική μαεστρία και τέτοιες γεύσεις δεν θα τις βρεις πουθενά.

Φωνάζει κιόλας στεντόρεια:

…έτοιμο το κοκορέτσι και τα μπιφτέκια γίνονται…

Ο πατέρας μου του πλήρωνε κάθε εβδομάδα

τα σάντουιτς που έπαιρνα με τα σουτζούκια του.

Χαίρονται όλοι με τον αυθορμητισμό του,

με τα τσαλίμια του, με τις «φωνάρες» του,

με τα σπινθηροβόλα μάτια του, με τα πειράγματά του.

Απέναντι απ’ την παλιά Μητρόπολη η ταβέρνα.

Σκεπασμένη με τα φύλλα του ιστορικού πλάτανου,

όπου κρέμασαν τον Δεσπότη.

Καταργώ τη σεμνοτυφία, το ξαναλέω.

Ο καλύτερος γύρος των Βαλκανίων, ξαναλέω!

Ο καλύτερος γύρος όπου και να γυρίσετε.

Μην αμφιβάλλετε! Θα το μετανιώσετε.

Ακούστε, προσέξτε τα ξεφωνητά του, τις απαγγελίες του.

Γύρος τέλοοοος. Σουτζουκάκια τέλοοοοοος.

Ένα γευστικός μύθος της Βέροιας.

Πρωταγωνιστής, νικητής, στην άγευστη καθημερινότητα.

—————–

Η ταβέρνα του Μπισδρέμη

Αν θέλεις να δεις ποτηράκια στα δάχτυλα να τσουγκρίζουν

την ώρα που οι θαμώνες γυροφέρνουν στο άκουσμα των μουσικών

που παίζουν οι λαϊκές ορχήστρες,

στην ταβέρνα του Μπισδρέμη να πας, εκεί.

 

Έξω φτώχεια και καλή καρδιά. Και δώσ’ του τσαλίμια και κέφια να ξεφαντώνουν.

Στη Μεγάλου Αλεξάνδρου,

στην κατηφόρα για τον Ρήγα απέναντι από το Μέγαρο του Μπέζα.

Εκεί είναι κάτι στέκια λαϊκά, όπου ο σεβντάς, πανηγυρίζει την εξουσία του.

Στην ταβέρνα του Μπισδρέμη αν θέλεις να δραπετεύσεις απ’ την καθημερινότητα.

Εκεί ο Ιταλός Αντωνίου και η παρέα του θα φορούν δαχτυλήθρες τα ποτηράκια

και θα τα χτυπούν για να συνοδεύουν τα όργανα που ξέρουν να διώχνουν μακριά τους καημούς και να γιορτάζουν «ΓΥΜΝΗ» την καθημερινότητα.

Η ταβέρνα του Μπισδρέμη, στην κατηγορία των μαγαζιών,

που υπήρξαν σιωπηροί θεματοφύλακες της λαϊκότητας,

χώροι που οι «Αναστεναγμοί βρίσκαν Τραπέζι» για να «πιουν» τον καημό τους.

Δίπλα από τον κινηματογράφο «ΠΑΝΘΕΟΝ»

με το οποίο ανταγωνίζεται σε ιστορίες δράματος και κεφιού.

——————

Στο εστιατόριο του Ζαρούκα

Στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Που ενώνει την Πάνω με την Κάτω Βέροια.

Απ’ το πρωί οι μυρωδιές των μαγειρεμένων φαγητών.

Ένα εστιατόριο-σύμβολο της μετεμφυλιακής χαράς.

Δημόσιοι υπάλληλοι, βιαστικοί επιχειρηματίες, άνθρωποι κάθε λογής,

που συμφωνούν με τις μυρωδιές του εστιατορίου του Ζαρούκα.

Έχει μια χαρούμενη γυναίκα, δυο παιδιά, και όνειρα για το μέλλον.

Εκεί απολαμβάνει κανείς την ησυχία, των μετά του 1950 καινούργιων χρόνων.

Όλα θα μπουν σε τάξη ΠΙΑ

και θα ’ναι κρυφή μια ελπίδα Ειρήνης που γυροφέρνει όλα τα τραπέζια.

Εστιατόριο ΖΑΡΟΥΚΑ.

Μια γευστική στάση στην καρδιά της πόλης!

————

ΚΟΥΛΗΣ, αρχιεπίσκοπος της καθημερινότητας

Αναπάντεχο του ΧΡΟΝΟΥ.

Μια γκριμάτσα του ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ!

Στέγη για καλοκαίρι.

Στη γωνία Μητροπόλεως, Βενιζέλου, Ελιάς.

Μαστίχες, μπισκοτολούκουμο, μυστικά των πελατών, επόπτης κοινωνικών ζητημάτων.

Ο κύριος Κούλης και η κυρία του.

Μια πολιτειακή ανορθογραφία,

ή μια «αυστηρή» ορθότητα του ΒΙΟΥ,

μάρτυρας μιας εποχής φιλόξενης κι ανεκτικής στην αντιπολεοδομική ελευθερία.

Με πόση σιγουριά και συνωμοτική ασφάλεια

αγοράζουν τσιγάρα απ’ τον Κούλη οι μαθητές!

Ραντεβού στου Κούλη, στις 6 μ.μ., στη συνισταμένη των μαθητικών ερωτηματικών.

Στου Κούλη είναι αρχειοθετημένα μυστικά,

καταγεγραμμένοι έρωτες, πόθοι και όνειρα μακροημερεύοντα.

Στου Κούλη! Γωνία Μητροπόλεως, Βενιζέλου και Ελιάς.

————————

Το Μυθικό Φεστιβάλ Παραγωγής Βεροίας (1958-1962)

Μια παρέα νέων.

Μια γεννήτρια φιλία, ένας ηλεκτρισμός.

Αγαπούν την πόλη.

Είναι αγανακτισμένοι με τη βουβαμάρα της, με την εκκωφαντική σιωπή της.

Μαζί με τις αγάπες και οι προβληματισμοί και οι ιδέες.

—Δεν κάνουμε κάτι να ξυπνήσουμε την πόλη;

—Και δεν κάνουμε;

Ο πρωταγωνιστής του Φεστιβάλ, Δημήτρης Βλαχόπουλος,

ζητά να συμβουλευτεί τον πατέρα μου.

—Τι λες, κυρ Ανδρέα; Έχουμε αυτήν την ιδέα για το φεστιβάλ.

—Ούτε συζήτηση, παιδί μου. Το φεστιβάλ είναι καταπληκτική ιδέα

για να μεταφέρει η Τέχνη τον πλούτο του ημαθιώτικου κάμπου. Ξεκινήστε!

Μέχρι τότε η μόνη φωνή της πόλης, οι ιαχές στο γήπεδο.

Άπλωσαν τον ενθουσιασμό τους σ’ όλη την πόλη

και αυτός παρέσυρε

Δημάρχους, Στρατηγούς, Υπουργούς, Επιχειρηματίες,

απλές γυναίκες, διάσημους των Αθηνών.

Ευτυχείτε! Είναι ο Άλκης Στέας παρουσιαστής,

Παρών και ο Τάκης Μωράκης,

η Νανά Μούσχουρη, είναι και ποιοι δεν είναι!

Μια πόλη ξυπνά από τον επαρχιώτικο της λήθαργο .

Αναστάτωση!

Οι μαζορέτες.

H Λίνα Καραμίχου, βασίλισσα του Φεστιβάλ.

Χαρούμενα κορίτσια της πόλης με λαμπερές στολές

που σχεδιάζει και ράβει η προικισμένη σχεδιάστρια Μπέμπα Μπακαλίδου,

με κινήσεις γεμάτες χάρη, σκορπούν τα νιάτα τους στη γερασμένη επαναληπτικότητα.

Είναι μαζί τους και παρελαύνει και η μετέπειτα Μις Κόσμος Κορίνα Τσοπέη.

Η Μις Κόσμος στην οδό Μητροπόλεως της Βέροιας.

—Ωωω τι κόσμος, μπαμπάααα…

Ο κυρ Θωμάς ο Βαφείδης, ο ευφυής ζωγράφος της πόλης,

θα φροντίσει για τα άρματα της παρέλασης.

Το ροδάκινο, ο κύκνος, τα στάρια, το καρπούζι,

που τα ρυμουλκούν τα στρατιωτικά τζιπ και τα οχήματα που παραχώρησε το Β΄ Σώμα Στρατού…

Ο Πέτρος Καρανίκας,

ο Νίκος Καλαϊτζής και

ο Αντώνης Καλογήρου, το «Τρίο Βέροια»,

με τραγούδια που θα χαρίσουν μελωδικές νότες στη γιορτή της πόλης.

Οι αδελφοί Ναλμπάντη θα ξεσηκώσουν τον κόσμο με τα ακροβατικά τους.

Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα είναι τρακαρισμένες.

Στη Βέροιαααααα;;; Στη Βέροια;;;

Ένα σπάνιο άρωμα αθωότητας στο σώμα της πόλης.

Εξήντα χρόνια μετά, κανένα γεγονός στην πόλη δεν μπόρεσε

να ξεπεράσει τη θετική ακτινοβολία στους ανθρώπους και την Ιστορία της.

To Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΟΒ απαρτιζόταν από τους

Δημήτρη Βλαχόπουλο, Μιχάλη Μαρμαρά, Παντελή Καλαμάτα, Τζίνα Καπρίνη, Παναγιώτη Πασταρμά, Μανώλη Καλογήρου, Τηλέμαχο Κανελλίδη, Έλλη Καλαμάτα Νικόλαο Χοχλιούρο, Ιωάννη Μάτσο, Στυλιανό Μουντάκη, Γιώργο Καλογήρου, Κωνσταντίνο Καραμπέτσο, Ευαγγελία Σακκά, Απόστολο Τζαφερόπουλο, Στέλιο Βουρδούνη, Μαίρη Θεοφάνους, Αλκμήνη Γαλανοπούλου, Σίτσα Χατζημιχάλη, Στάσα Βαγουρδή, Ματθίλδη Μπακαλίδου, Αρετή Καλογήρου, Ηλία Κωνσταντινίδη, Σοφία Τσικερδάνου… και πόσους ακόμα…

Η μνήμη αναλλοίωτη. Φεστιβάλ Παραγωγής Βεροίας.

Η πόλη στα κέφια της.

Η αγαθότητα και η αθωότητα παρελαύνουν.

______________

Ήπιες νερό απ’ την Μπαρμπούτα;

Πλήθος κόσμου και τουρίστες και έρωτες μαθητικών χρόνων

και μέλλοντες γαμπροί και νύφες είναι

«συγκεντρωμένοι» στη βρύση της Μπαρμπούτας,

που αμετανόητα χρόνους πολλούς κατρακυλά τα νερά της

σαν παραπόταμος του Τριποτάμου.

Εκεί φυτρώνουν και μεγαλώνουν κάτι υπερμεγέθη φυτά,

που τα φύλλα τους αναμετρούνται με τον Γκιούλιβερ.

Τι ξάφνιασμα είναι για τους πρωτευουσιάνους που επισκέπτονται την πηγή!

Μα είναι και ο μύθος που τη συνοδεύει.

Έχει διαδοθεί στο Πανελλήνιο, το ξέρουν όλοι πια,

πως όποιος πιει από το νερό της Μπαρμπούτας

θα παντρευτεί Βεροιώτισσα ή Βεροιώτη.

Ήπιε και ο Κυπριανού, ο τ. Πρόεδρος της Κύπρου,

και στεφανώθηκε τη Βεροιώτισσα Ερασμία Παπαθεοκλήτου.

Με σειρά οι κοπέλες και οι νέοι γεμίζουν τις χούφτες τους με δροσερό νερό

και έπειτα…

Ησαΐα χόρευε… χόρευε…

—————

Οι παρελάσεις

Τι ήταν αυτό με τις παρελάσεις; Τι χαρά πλημμύριζε τα παιδιά;

Επειδή δεν είχαν σχολείο, ίσως.

Οι γονείς καμαρωτοί… Να ο Γιαννάκης, καλέ, πίσω από κείνον τον ψηλό,

να η Έφη, καλέ, σημαιοφόρος,

και οι πρόσκοποι και οι Νοσοκόμες και οι τραυματίες των πολέμων

και τα ερπυστριοφόρα και η μπάντα

…περνάει ο Στρατός της Ελλάδος Φρουρός…

Τι ωραία! Κανείς δεν ρωτούσε μετά τις παρελάσεις πώς πήγε το σχολείο σήμερα;

Ζήτω η 25η Μαρτίου, ζήτω η 16η και η 28η Οκτωβρίου.

—————-

Προσκοπισμός

Έφορος των προσκόπων και αρχηγός της κατασκήνωσης της Μεθώνης

είναι ο Γυμνασιάρχης Δημήτρης Παπαδόπουλος.

Μαζί με τον καθηγητή Πυρινό και τον δάσκαλο Κουικόγλου.

Στην αγκαλιά τους μαθαίνουνε να κολυμπούνε

μικρά Λυκόπουλα και Πρόσκοποι.

Μια μεγάλη οικογένεια χαρούμενων και ανήσυχων νιάτων,

που γοητεύονται απ’ την ιδέα της ΚΑΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΡΑΞΗΣ.

Αγνές φιλίες με αρχηγό τον Σούλη Αριστοτέλους

και κολυμβητικά κατορθώματα του υπαρχηγού του 2ου Συστήματος,

Μίλτου Ταταρίδη.

Είναι οι κραυγές των Ελαφιών, των Λιονταριών, των Αετών

είναι η δική μας κραυγή…

…κι κι κι κρα, κι κι, κι κρα,

δράσις, αγάπη, καθήκον, χαρά,

και σε όλα ικανά τα κοράκια.

Κι έπειτα η τελετή λήξης της κατασκήνωσης με φωτιές

και τα αποχαιρετιστήρια τραγούδια.

Η επιστροφή με τα Τζέιμς που χορηγούσε ο Στρατός

για τον «επαναπατρισμό» στις αγκαλιές των μαμάδων.

ΕΣΟ… Ε-ΤΟΙ-ΜΟΣ!!!

 —————–

Οι έρωτες

Ποιος έρωτας απ’ όλους;

Στις γειτονιές, στο σινεμά, στις μοδίστρες, στο Ζάππειο;

Στο πάνω κάτω της βόλτας;

Η κεντρική οδός της πόλης κατειλημμένη από ζευγάρια,

γονείς με παιδιά, ερωτιδείς κάθε είδους, δροσερές βιαστικές κοπέλες.

Είναι η ώρα που η πόλη προετοιμάζει την εξέλιξή της.

—Θυμάσαι που έκλεψε την Κατερίνα με φορτηγό;

—Που η άλλη έφυγε στην Αμερική για να τον ξεχάσει;…

—Που, μαθήτρια ακόμη, αρραβωνιάστηκε με τον μηχανικό;

—Που εκείνη δεν υπολόγισε τίποτα και είπε «με πήρε ο έρωτας στην αγκαλιά του;»

Πόσες γυναίκες και πόσοι πόθοι στις γειτονιές, στα παράθυρα, στις αυλόπορτες,

στα προαύλια των εκκλησιών, στα μπακάλικα, στα νεόκτιστα, στις όχθες του Αλιάκμονα, στα όνειρα του καλοκαιριού!

Γυναίκες που απλώνουν λευκά σεντόνια στα μπαλκόνια

Κι έχουν τα νυφικά τους στην ντουλάπα και τα κεντημένα τους προικιά στα παράθυρα…

Αυτές που ξεχνιούνται στους αντικατοπτρισμούς των παρθένων αισθημάτων τους.

Αυτές που καμιά φορά απλώνουν τα σεγκούνια των γιαγιάδων

σαν περίληψη της Ιστορίας. Σαν άνεμος της μνήμης.

Τι χάρη; Να έβλεπε αυτές τις εικόνες ο ΟΡΦΕΑΣ,

την ώρα που οι γυναίκες εξομολογούνται, που γεννούν ιδέες για το μέλλον.

Κι έπειτα, στα στενά καλντερίμια στον Άγιο Στέφανο,

που στο καμπαναριό του έχουν την αποικία τους οι πελεκάνοι,

οι γυναίκες προσεύχονται, δωρίζοντας τη λάμψη των κεριών τους στην πόλη.

Κρίμα να μην υπάρχει ένα αρχείο

«ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ» στα δημοτολόγια.

Δηλαδή,

Δαρείου και Παρισάτιδος τίκτονται παίδες δύο…

—————————-

Τα μαθητικά χρόνια

Στη φωτογραφία είναι μια ολόκληρη ΠΟΛΙΤΕΙΑ.

Μαθήτριες που θα γίνουν μητέρες δίχως να χρησιμοποιήσουν αλγεβρικές εξισώσεις,

δίχως τους γυμνασιακούς ελέγχους,

παρά μονάχα το… Δαρείου και Παρισάτιδος τίκτονται παίδες δύο…

Απέναντι στις αμόρφωτες γυναίκες του Αιγαίου,

απέναντι στο… σ’ το ’πα και σ’ το ξαναλέω… μη μου γράφεις γράμματα

γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα…

Γυμνάσιο Θηλέων.

ΥΜΝΟΣ στο ΜΕΛΛΟΝ.

Και οι χειμώνες στα σχολεία, με τα πολλά χιόνια και τους σταλακτίτες

στην κεραμοσκεπή των βεροιώτικων σπιτιών

και ο χιονοπόλεμος και η χαρά να βλέπεις

«άνεργους» τους καθηγητές και κλειστά τα σχολεία.

Πόσο σκέφτεται ο χειμώνας τους μαθητές;

Μα υπάρχουν και δάσκαλοι που σε γοητεύουν και σε προικίζουν,

που σε οδηγούν στον βαθύτερο εαυτό σου, στην ταπεινότητα και τον πλούτο του πνεύματος.

Με παππού ιερέα και πατέρα δάσκαλο ο καθηγητής Τσολάκης.

Μοναδική, ξεχωριστή προσωπικότητα των γραμμάτων

και του ανθρωπισμού.

ο μαθητής είναι ένα σπίρτο που ο καθηγητής

θα πρέπει να το βοηθήσει ν’ ανάψει…

Οι μαθήτριες είναι ξετρελαμένες.

Τι πνευματικότητα, τι ήθος, τι σεμνός… στο καθήκον της αγάπης.

Αν δεν υπάρχει αγάπη για τους μαθητές, δεν μπορείς να τους μάθεις τίποτε.

Μπορεί κανείς να έχει διαβάσει όλα τα βιβλία του κόσμου,

αν, όμως, δεν έχει διαβάσει το βιβλίο της ζωής, τότε…

Ένας δάσκαλος όσο 500.000 σχολεία.

Έρχονται κοντά του όλοι οι πνευματικοί συγγενείς και ο Μυριβήλης θα του διδάξει αθανασία.

Κι από κοντά ο καθηγητής Τσαούσης. Γλυκομίλητος, γενναιόδωρος, της υποδοχής

και φίλος.

Αγαπά τους μαθητές…

—Ελπίζω, Ναζλίδη, να είσαι το ίδιο καλός, όπως και η αδελφή σου.

Πού να ’ξερε πως δεν είχα σχέση με τα αριστεία;

Που δεν με συγκινούσε η συγκομιδή ουδέτερων γνώσεων!

Όμως, στο μάθημά του, διαβασμένος, υποδειγματικός,

να μη διαψεύσω έναν καθηγητή που άγγιξε την περηφάνια μου.

Ο Μπεμπέτσος; Ο γυμναστής μας.

Πόσο κοντά μου…

Πόσο αγαπητός σε όλους και σουρεαλιστής…

Το χειμώνα που δεν μπορούσαμε να γυμνασθούμε έξω,

μας διηγούνταν τα κατορθώματα των παγκόσμιων πρωταθλητών

και τους νόμους του στίβου.

Ήξερε τη γυμναστική της Αγάπης ο Μπεμπέτσος.

Ανάταση! Άρξασθε!

Όχι με τα χέρια.

Με τα μάτια στον Ουρανό!

——————

Ζαχαροπλαστείο «Σερεμέτα»

Αν θες ένα σχεδόν κρυφό ραντεβουδάκι, στον Σερεμέτα.

Αν θες ένα γλυκό με την οικογένεια, στον Σερεμέτα.

Αν θες κοσμοπολιτισμό, στον Σερεμέτα.

Αν θες πρωτευουσιάνικη ατμόσφαιρα, στον Σερεμέτα.

Αν θες κολονάτα γυάλινα ποτήρια, στον Σερεμέτα.

Αν θες σοκολατάκια, στον Σερεμέτα.

Αν θες προφιτερόλ να το θυμάσαι, στον Σερεμέτα.

Αν θες να δεις την Ιστορία της πόλης να κάθεται στο μαρμάρινο τραπέζι

μαζί με άνδρες γυναίκες και παιδιά, στον ΣΕΡΕΜΕΤΑ.

———————

Εκκοκκιστήριο Ουσουλτζόγλου

Η οικογενειακή επιχείρηση που ξεκινά τον 19ο αιώνα, το 1895,

με εκκοκκιστήριο στα Άδανα της Νοτίου Τουρκίας.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1935,

ο Πρόδρομος Ουσουλτζόγλου φτιάχνει το εκκοκκιστήριο στη Βέροια.

Κόσμος και κοσμάκης

και χαρά απλωμένη σ’ όλες τις αγροτικές οικογένειες της Ημαθίας.

Ένα σίγουρο εισόδημα σε εποχή βεβαρημένη από τις δυσκολίες ανασυγκρότησης.

Το 1955 μετακομίζει το εκκοκκιστήριο στην οδό Θεσσαλονίκης έως

το 1996, που ο γιος του Πρόδρομου, ο Νίκος, θα δημιουργήσει

μια νέα σύγχρονη εκκοκκιστική μονάδα και θα μεταφέρει το εκκοκκιστήριο

στην Κυψέλη Ημαθίας, όπου είναι μέχρι σήμερα

και διευθύνεται από τη νέα γενιά των παιδιών του,

τον Πρόδρομο, τον Γιώργο και την Αφροδίτη.

_______________

Χαλβαδοποιία Στέλιου Κανδύλα

Ο γνωστός επιχειρηματίας της βιομηχανικής μονάδας VETO,

που παρασκευάζει τον καλύτερο χαλβά στην Ελλάδα,

με πρόσφατα διεθνή βραβεία

αλλά και μια σειρά άλλα είδη ζαχαροπλαστικής και γλυκών.

Ήταν εννέα χρονών στην κατασκήνωση των πρόσκοπων,

όταν ο Στέλιος άρχισε να πουλάει.

Ο Στέλιος δεν μοιάζει με τα παιδιά της κατασκήνωσης.

Ούτε παιγνίδια, ούτε κολύμπι, ούτε από δω κι από κει,

παρά μονάχα με το ιδιότυπο κασελάκι του γυρνά στις σκηνές των προσκόπων

και πουλά σοκολάτες, γλειφιτζούρια, σάμαλι, φακούς, χτένες, σουγιάδες,

μπισκότα, μαστίχες, μπαταρίες, ότι θες πουλάει, ό,τι θες…

Ο παππούς του τον χαίρεται

κι αυτός βγάζει χαρτζιλίκι δικό του απ’ τα 9 του.

Τόσο χαριτωμένος και αγαπητός, τόσο ντόμπρος και γενναιόδωρος.

Ο Στέλιος ο Κανδύλας.

Παράδειγμα ενός αυτοδημιούργητου ανθρώπου,

με κοινωνική ευαισθησία, γεμάτου αγαθότητα και καλοσύνη,

υπόδειγμα επιχειρηματικής υπευθυνότητας.

 

Η Φλώρα Καραγιάννη

Αν τη γνώριζε ο Ρομπέν των Δασών, θα ζητούσε το χέρι της!

Δρ Βυζαντινολόγος, Πρόεδρος

του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και πολλά άλλα ακόμη,

γυναίκα στην οποία δώρισε

τη μοναδική βιβλιοθήκη του

ο μέγας βυζαντινολόγος, Καθηγητής στο Πρίστον, Slobodan Curcic,

και στην οποία έδωσε το χρίσμα

και ευλόγησε την οργάνωση και στέγαση της συλλογής

και τη συμπαράστασή του

ο Οικουμενικός Πατριάρχης, Βαρθολομαίος.

H Φλώρα μοιάζει με την καλοσύνη των οπωροφόρων δένδρων,

με τα θετικά φορτία ενέργειας που έχει,

που είναι ικανά να φυσήξουν και να διώξουν

τη σκόνη των δογματικών επικρατούντων.

Μια αθωότητα που ταπεινώνει τις αρνήσεις της εποχής είναι η Φλώρα.

Στο «Σινέ Πάνθεον» του κυρίου Πυλορώφ

Μπορείς να κλείσεις θέση στα θεωρεία,

εκεί που προστατεύεται το φιλμ από ενοχλήσεις σιγομουρμουρητών.

Όλο το Χόλιγουντ έχει περάσει την καμάρα

απ’ την οποία εισέρχεσαι στο «ΣΙΝΕ ΠΑΝΘΕΟΝ».

Εκεί που η επαρχία διασκεδάζει τα κλειστά της σύνορα.

Η Μέρλιν Μονρόε στη Βέροια

και η Κλαούντια Καρντινάλε, κι ο Αλέν Ντελόν, κι ο Μισέλ Πικολί

και η Σοφία Λόρεν

και συ μαζί, που τους παρακολουθείς

μην και δραπετεύσουν απ’ τη Βέροια,

που τη φυλάγει ο ιδιοκτήτης του «Σινέ Πάνθεον»,

κύριος Πυλορώφ.

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας