Ο «φουσκωμένος» λογαριασμός της Ε.Ε. προς τους πολίτες της – Η αιτία των διαδηλώσεων είναι στις… Βρυξέλλες / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Η διεύρυνση των ανισοτήτων, η συμπίεση των εισοδημάτων και η αυξανόμενη κοινωνική οργή απειλούν να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε βαθιά πολιτική κρίση
Δημήτρης Μηλάκας
Η Ε.Ε. ετοιμάζει έναν ακόμη βαρύ λογαριασμό για τους πολίτες της. Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών επιλέγουν να διαθέσουν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμούς, τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, την ενεργειακή ασφάλεια και τις νέες γεωπολιτικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται στις Βρυξέλλες, αλλά το κόστος μεταφέρεται στους εθνικούς προϋπολογισμούς και, τελικά, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Την ίδια ώρα, οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες πνίγονται στα χρέη, η ανάπτυξη παραμένει ασθενική και εκατομμύρια νοικοκυριά δυσκολεύονται να πληρώσουν ενοίκια, λογαριασμούς και βασικές ανάγκες. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: Ποιος αποφασίζει τις προτεραιότητες και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Η κατάσταση θυμίζει, σε κρίσιμες πλευρές της, τη μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση χρέους, τότε που το «μάρμαρο» το πλήρωσε κυρίως η Ελλάδα. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε νέα ελληνική χρεοκοπία ή σε κύμα μνημονίων. Επανέρχεται όμως μια παλιά αντίφαση της Ευρωζώνης: κοινοί δημοσιονομικοί κανόνες για χώρες με εντελώς διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες. Η Γερμανία μπορεί να χρηματοδοτεί τις νέες προτεραιότητες με μεγαλύτερη άνεση. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα έχουν πολύ στενότερα περιθώρια.
Οι πολιτικές συνέπειες είναι ήδη ορατές. Από τη Γαλλία και την Ιταλία μέχρι το Βέλγιο, την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι κοινωνικές αντιδράσεις πληθαίνουν. Οι αφορμές διαφέρουν, αλλά η δυσαρέσκεια έχει κοινή βάση: οι κυβερνήσεις βρίσκουν δισεκατομμύρια για τις νέες γεωπολιτικές τους επιλογές, ενώ οι ανάγκες των πολιτών μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα.
Οι αριθμοί εξηγούν το αδιέξοδο. Σύμφωνα με την Eurostat, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης έφτασε περίπου τα 14,4 τρισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν το 89% του ΑΕΠ της. Στη Γαλλία αντιστοιχεί περίπου στο 119% του ΑΕΠ, στην Ιταλία στο 140% και στην Ελλάδα στο 141%. Στη Γερμανία βρίσκεται κοντά στο 63%.
Αυτές οι διαφορές καθορίζουν ποιος μπορεί να δανείζεται ευκολότερα, ποιος πληρώνει ακριβότερα και ποιος αναγκάζεται να περιορίζει άλλες δαπάνες. Και επαναφέρουν ένα παλιό ερώτημα: Ισχύουν τελικά οι ίδιοι κανόνες για ισχυρούς και αδύναμους;
Με το «έτσι θέλω» των ισχυρών
Το 2003, η Γερμανία και η Γαλλία παραβίασαν το όριο του 3% του ΑΕΠ για τα κρατικά ελλείμματα. Και όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε την κλιμάκωση της προβλεπόμενης διαδικασίας, οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών δεν την προχώρησαν. Οι δύο ισχυρότερες χώρες επέβαλαν στην πράξη μια ευνοϊκότερη μεταχείριση για τον εαυτό τους.
Επτά χρόνια αργότερα, η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε διαφορετικά: μνημόνια, περικοπές μισθών και συντάξεων, φορολογική επιβάρυνση και ανεργία που άγγιξε το 28%.
Ο Μάριο Μόντι, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και πρώην Ευρωπαίος επίτροπος τον Μάρτιο του 2014, σε συνέδριο του «Economist» στη Μάλτα υποστήριξε ότι η κρίση της Ευρωζώνης δεν ξεκίνησε από την Ελλάδα, αλλά από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003.
Σύμφωνα με τηλεγράφημα της ελληνικής πρεσβείας στη Βαλέτα, που περιήλθε στην κατοχή του «Π», ο Μόντι επισήμανε ότι οι δύο χώρες παραβίασαν τους κανόνες, αλλά δεν επέτρεψαν σε άλλες να κάνουν το ίδιο. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνώριζε τι συνέβαινε.
Η καταγγελία είχε ιδιαίτερο βάρος. Προερχόταν από έναν πολιτικό που είχε υπηρετήσει τους ίδιους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και δεν αμφισβητούσε τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά την επιλεκτική εφαρμογή της. Οι κανόνες ήταν κοινοί. Η δυνατότητα παραβίασής τους, όμως, ήταν (και παραμένει) προνόμιο των ισχυρών.
Και σήμερα ποιος πληρώνει;
Η σημερινή Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει εξοπλισμούς, την Ουκρανία, την ενεργειακή ασφάλεια και τις υποδομές της, ενώ οι κοινωνίες της ζητούν καλύτερους μισθούς, φθηνότερη στέγη και επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες. Η Ε.Ε. αποφάσισε μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για τις αμυντικές δαπάνες. Όμως άλλο είναι να σου επιτρέπουν να ξοδέψεις περισσότερα και άλλο να έχεις τα χρήματα.
Η Γερμανία, με χαμηλότερο χρέος και μεγαλύτερη δυνατότητα δανεισμού, μπορεί να στηρίξει την οικονομία και τις επιχειρήσεις της. Οι υπερχρεωμένες χώρες δεν διαθέτουν την ίδια ευχέρεια.
Και εδώ βρίσκεται μια δεύτερη, ακόμη πιο επικίνδυνη αντίφαση. Όσο περισσότερο μπορεί να επενδύει μια ισχυρή οικονομία στην τεχνολογία, στην ενέργεια και στη βιομηχανία της τόσο μεγαλύτερο πλεονέκτημα αποκτά απέναντι στις ασθενέστερες.
Έτσι, μια ευρωπαϊκή πολιτική που υποτίθεται ότι ενισχύει τη συνοχή και την ανταγωνιστικότητα της Ένωσης κινδυνεύει να διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στις οικονομίες της.
Η Ε.Ε. επιδιώκει κοινή άμυνα και κοινές γεωπολιτικές προτεραιότητες, αλλά αφήνει σε μεγάλο βαθμό κάθε κράτος να αναζητήσει μόνο του τα χρήματα. Και όταν αυτά δεν επαρκούν, οι επιλογές είναι περιορισμένες: νέος δανεισμός, περισσότεροι φόροι ή περικοπές άλλων δαπανών. Οι κυβερνήσεις μπορεί να μην ανακοινώνουν νέα λιτότητα, αλλά οι δημοσιονομικές πιέσεις δεν εξαφανίζονται επειδή αλλάζει το όνομά τους.
Ο κόσμος στους δρόμους
Η οικονομική αυτή αντίφαση αποκτά πλέον εκρηκτικές πολιτικές διαστάσεις. Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις στρέφονται κατά της ακρίβειας, των περικοπών και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών. Στην Ιταλία, τα συνδικάτα διεκδικούν καλύτερους μισθούς και περισσότερα χρήματα για υγεία και παιδεία αντί για εξοπλισμούς. Στο Βέλγιο, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι διαμαρτυρίες έχουν διαφορετικές αφορμές, αλλά κοινά αιτήματα για εισόδημα, στέγη και κοινωνική προστασία.
Αυτές οι μαζικές κινητοποιήσεις περιγράφουν παραστατικά το πρόβλημα: οι κυβερνήσεις αναζητούν συνεχώς οικονομικούς πόρους για επιλογές που διαμορφώνονται υπό την «καθοδήγηση» του Βερολίνου στις Βρυξέλλες την ώρα που οι πολίτες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να τα βγάλουν πέρα.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική ομοιότητα με την προηγούμενη κρίση. Τότε το ερώτημα ήταν ποιος θα πληρώσει για τη διάσωση του ευρώ. Σήμερα είναι ποιος θα πληρώσει για τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Η Ε.Ε., με τη γερμανική οικονομική ισχύ να εξακολουθεί να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δημοσιονομικές ισορροπίες, επιλέγει νέες, πανάκριβες προτεραιότητες χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε την ισότιμη χρηματοδότησή τους ούτε την κοινωνική συναίνεση.
Η διεύρυνση των ανισοτήτων, η συμπίεση των εισοδημάτων και η αυξανόμενη κοινωνική οργή απειλούν να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε βαθιά πολιτική κρίση. Αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίσουν να αγνοούν τη δυσαρέσκεια των πολιτών, κινδυνεύουν να χάσουν την κοινωνική τους στήριξη, οδηγώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας και ακόμη μεγαλύτερων επικίνδυνων διχασμών.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Άρθρα
Η Ευρώπη σε συμπληγάδες: Η ενεργειακή απεξάρτηση από Ρωσία έφερε… εξάρτηση από ΗΠΑ και ακρίβεια – Ο εγκλωβισμός σε Ουκρανικό και όπλα / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα
Το σχέδιο Χούπη για τον «πολίτη-οπλίτη»: Στρατιώτες όλοι και για πάντα; – Η προσαρμογή της Ευρώπης και το ήδη βαρύ τίμημα της Ελλάδας / γράφει ο Γιάννης Μακρυγιάννης
Ελλάδα
Ελλάδα – Νέοι 25-34 ετών: Το 56,3% ζει ακόμη με τους γονείς του / μια γενιά που δεν μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα
Άρθρα
Δύο πόλεμοι και ένας λογαριασμός – Ο κόσμος μετά την ειρήνη (Μέρος Α΄) / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα
Από το Λονδίνο στο… καλοριφέρ: Το χρηματιστηριακό παιχνίδι με το πετρέλαιο θέρμανσης και πώς η αγορά απειλεί τους κυβερνητικούς υπολογισμούς / γράφει ο Παύλος Γεωργίου
Άρθρα









































































































