Αναγνώστες Άρθρα Πολιτισμός

“Η επιστροφή στις ρίζες” / γράφει ο Θεολόγος Μαρμάγγελος

Μια γενιά που πολλοί πίστεψαν ότι είχε απομακρυνθεί από την παράδοση, επιστρέφει κάθε καλοκαίρι, στα μουσικά ανταμώματα και στα πανηγύρια.

Το ομολογώ. Αν πριν από λίγα χρόνια μου έλεγε κάποιος ότι τα πανηγύρια θα γίνονταν ξανά σημείο αναφοράς για τη δική μου γενιά, μάλλον θα τον άκουγα με δυσπιστία.

Όχι γιατί δεν σεβόμουν την παράδοση. Αλλά γιατί πίστευα κι εγώ, όπως πολλοί, πως όλα αυτά ανήκαν κυρίως στους μεγαλύτερους: στους γονείς, στους παππούδες ,τις γιαγιάδες μας και σε εκείνους που μεγάλωσαν με τα παραδοσιακά τραγούδια όπως : ποντιακά, βλάχικα, θρακιώτικα, ηπειρώτικα κ.α. ακούσματα ως φυσικό κομμάτι της ζωής τους.

Εμείς, θεωρούσα, ήμασταν αλλού.

Σε άλλους ρυθμούς, σε άλλες συνήθειες, σε άλλες εικόνες. Μεγαλώσαμε με το κινητό στο χέρι, με μουσικές διαφόρων ειδών , ποιο ευρωπαϊκές , με έναν κόσμο ανοιχτό αλλά και ταυτόχρονα παράξενα απομακρυσμένο. Μάθαμε να επικοινωνούμε γρήγορα, να διασκεδάζουμε γρήγορα, να ξεχνάμε γρήγορα.

Κι όμως, κάθε καλοκαίρι, αυτή η βεβαιότητα διαψεύδεται.

Βλέπεις χώρους πολιτιστικών εκδηλώσεων, πλατείες και χωριά να γεμίζουν από νέους. Παρέες που έρχονται μετά τη δουλειά, φοιτητές που γύρισαν για λίγες μέρες στον τόπο τους, παιδιά που κανονίζουν από νωρίς σε ποιο πανηγύρι θα πάνε το βράδυ. Άλλοι με λευκά πουκάμισα, άλλοι με t-shirts και πάνινα παπούτσια, κοπέλες με καλοκαιρινά φορέματα, όλοι μαζί κάτω από τα φώτα μιας βραδιάς που ξεκινά σαν έξοδος και συχνά καταλήγει να μοιάζει με επιστροφή, επιστροφή στην παράδοση.

Και όταν αρχίζει η μουσική, συμβαίνει κάτι που δύσκολα περιγράφεται αν δεν το έχεις ζήσει.

Δεν εξαφανίζονται τα κινητά. Το αντίθετο. Βγαίνουν από τις τσέπες. Σηκώνονται ψηλά. Καταγράφουν τη στιγμή: ένα χορό, ένα τραγούδι, έναν φίλο που μπαίνει πρώτος στον κύκλο, μια γιαγιά που συγκινείται βλέποντας τα εγγόνια της να “σέρνουν” τον χορό .

Κάποιος θα πει ότι κι αυτό είναι σημείο της εποχής μας. Ότι ακόμη και την παράδοση την περνάμε μέσα από την οθόνη. Ίσως. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Γιατί, πίσω από το βίντεο που θα ανέβει στα κοινωνικά δίκτυα, υπάρχει κάτι αληθινό: Υπάρχει το σώμα που μπαίνει στον ρυθμό, υπάρχει το χέρι που πιάνει το χέρι του διπλανού ενώ ακούγεται μια νεανική  φωνή να τραγουδάει έναν στίχο απο ένα παραδοσιακό τραγούδι, χωρίς ίσως να ξέρει ακριβώς τι σημαίνουν.

Εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον.

Η γενιά που πολλοί κατηγόρησαν ότι απομακρύνθηκε από τις ρίζες της, φαίνεται να τις αναζητά ξανά. Όχι με τον τρόπο των προηγούμενων γενεών. Όχι με υποχρέωση, ούτε με τυπικότητα. Αλλά με έναν δικό της τρόπο, πιο αυθόρμητο, πιο ελεύθερο, ίσως πιο ειλικρινή και εκφραστικό από παλιά.

Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που φοβόμασταν. Οι νεότεροι είναι αυτοί που δίνουμε νέα πνοή στην παράδοση. Δεν την αντιγράφουμε μηχανικά. Δεν τη βλέπουμε σαν κάτι ακίνητο, κλειδωμένο στο παρελθόν. Την προσαρμόζουμε στη δική μας εποχή, χωρίς όμως να αλλοιώνουμε τον πυρήνα της.

Και ίσως εδώ κρύβεται το πραγματικό μήνυμα.

Δεν αναζητούμε ένα ταξίδι στο παρελθόν. Αναζητούμε ρίζες. Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, που οι άνθρωποι μετακινούνται, οι σχέσεις γίνονται πιο εύθραυστες και η καθημερινότητα μοιάζει συχνά προσωρινή και επιφανειακή, η παράδοση δεν λειτουργεί ως άγκυρα που μας κρατά πίσω αλλά  ως πυξίδα που μας θυμίζει ποιοι είμαστε.

Ίσως, λοιπόν, το πιο αισιόδοξο μήνυμα των τελευταίων ετών να μην είναι ότι τα πανηγύρια απλά “γεμίζουν” αλλά γεμίζουν  με  νεολαία   που κάποτε λέγαμε πως δεν θα πήγαιναν ποτέ εκεί και θα προτιμούσαν κάποιο άλλο τρόπο διασκέδασης.

Και τελικά αποδείχθηκε πως μια γενιά που μεγάλωσε με το κινητό στο χέρι μπορεί, την ίδια στιγμή, να κρατά και το χέρι του διπλανού της στον κύκλο ενός χορού.

Αυτό δεν είναι αντίφαση. Είναι ίσως η πιο καθαρή εικόνα της εποχής μας.

Μπορεί να καταγράφουμε τη στιγμή, αλλά ταυτόχρονα τη ζούμε. Μπορεί να τη μοιραζόμαστε σε μια οθόνη, αλλά πρώτα την έχουμε αισθανθεί. Μπορεί να είμαστε παιδιά ενός γρήγορου, ψηφιακού κόσμου, αλλά φαίνεται πως μέσα μας υπάρχει ακόμη η ανάγκη για κάτι πιο παλιό και πιο σταθερό: την κοινότητα.

Γιατί καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει το αίσθημα του «ανήκειν».

Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη στιγμή που ακούγεται μια λύρα και σηκώνεται αυθόρμητα μια παρέα. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει το κλαρίνο που κάνει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών να τραγουδούν τα ίδια λόγια. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει εκείνο το βλέμμα ανάμεσα σε έναν νέο και έναν ηλικιωμένο, όταν καταλαβαίνουν και οι δύο πως κάτι συνεχίζεται και αυτό είναι τελικά, το πιο συγκινητικό.

Η παράδοση δεν επέστρεψε επειδή τη διαφημίσαμε. Δεν επιβίωσε επειδή κάποιοι την υπερασπίστηκαν με μεγάλα λόγια.

Επέστρεψε γιατί τη χρειαστήκαμε.

Γιατί μέσα στον θόρυβο της εποχής, μέσα στην ταχύτητα, μέσα σε όλα όσα μας κάνουν να νιώθουμε συχνά μόνοι, βρήκαμε ξανά σε ένα τραγούδι, σε έναν χορό, σε ένα πανηγύρι, την αίσθηση ότι δεν είμαστε ξεκομμένοι.

Ότι κάπου ανήκουμε.

Και αυτή η αίσθηση είναι η διαπίστωση που μένει όταν ακούγεται  η τελευταία νότα και η νύχτα αρχίζει να παραχωρεί την θέση της στο ξημέρωμα μετά το ολονύχτιο γλέντι.

 Η γενιά μας δεν γύρισε απλώς πίσω, επέστρεψε στις ρίζες της.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ