Η Βούλα Πατουλίδου για τα 34 από το θαύμα της Βαρκελώνης: “Αν μπορούσα να περνούσα το μετάλλιο στους μαχητές της ζωής”
Σαν σήμερα, πριν 34 χρόνια, η Βούλα Πατουλίδου «σήκωνε» μια χώρα στο πόδι με το χρυσό μετάλλιο που κατακτούσε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης.
Μια επιτυχία που -μαζί με του Πύρρου Δήμα- έφερε την εκτόξευση του ελληνικού αθλητισμού και γέμισε με τρομερές γενιές τον ελληνικό στίβο, στην περίπτωσή της.
Η Πατουλίδου σε μια ανάρτησή της, αναφέρθηκε στην ημέρα εκείνη, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Θέλησε να αφιερώσει εκείνο το μετάλλιο στου ανθρώπους του μόχθου, που δίνουν καθημερινή μάχη για την επιβίωση ή προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να βοηθήσουν ανθρώπους.
Η συγκινητική ανάρτηση της Πατουλίδου
«6η Αυγούστου
Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν μόνο σε εκείνον που τις έζησε.
Ανήκουν σε έναν ολόκληρο λαό.
Σαν σήμερα, πριν από τόσα χρόνια, μια κούρσα λίγων δευτερολέπτων άλλαξε τη ζωή μου.
Εσείς, όμως, δεν την αφήσατε να μείνει μια στιγμή της ιστορίας. Την κρατήσατε ζωντανή όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από την αγάπη σας, τις αγκαλιές σας, τα λόγια σας, τα βλέμματα συγκίνησης κάθε φορά που συναντιόμασταν.Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω πως αυτή η επέτειος δεν είναι για να μιλάω για μένα.
Η ζωή, μου χάρισε το προνόμιο να γνωρίσω ανθρώπους που κερδίζουν τον δικό τους αγώνα κάθε μέρα.
Εκείνη τη μάνα που κάνει χημειοθεραπείες και, πριν φύγει από το σπίτι, βάζει κραγιόν για να μη φοβηθούν τα παιδιά της.
Εκείνον τον πατέρα που δουλεύει σε δύο δουλειές και γυρίζει σπίτι χαμογελαστός, λες και δεν κουβαλάει όλο τον κόσμο στις πλάτες του.
Το παιδί που διαβάζει νύχτες ολόκληρες γιατί πιστεύει πως η γνώση μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο.
Τον ερευνητή που μπορεί να περάσει μια ζωή μέσα σε ένα εργαστήριο για να βρει μια θεραπεία που ίσως σώσει ανθρώπους που δεν θα γνωρίσει ποτέ.
Τον γιατρό και τη νοσηλεύτρια που κρατούν ένα χέρι όταν ο φόβος περισσεύει.
Τον πυροσβέστη που τρέχει μέσα στη φωτιά.
Τον διασώστη που παλεύει με τον χρόνο.
Τον αστυνομικό και τον λιμενικό που υπηρετούν αθόρυβα.
Τον δάσκαλο που αλλάζει τη ζωή ενός παιδιού χωρίς πολλές φορές να το μάθει ποτέ.
Τον άνθρωπο που φροντίζει έναν γονιό με άνοια χωρίς να παραπονιέται.
Τον νέο που έπεσε, διαλύθηκε, αλλά βρήκε τη δύναμη να ξανασηκωθεί.
Τον εθελοντή που δεν ρωτάει «τι θα πάρω», αλλά «πού χρειάζομαι».
Και τόσους ακόμη…
Ανθρώπους που δεν θα ανέβουν ποτέ σε ένα βάθρο.
Δεν θα τους περιμένουν φωτογράφοι.
Δεν θα ακούσουν ποτέ τον Εθνικό Ύμνο να παίζει για εκείνους.
Κι όμως…
Κάθε μέρα κερδίζουν τον δυσκολότερο αγώνα.
Τον αγώνα της ζωής.Αν μπορούσα, σήμερα, θα κατέβαζα συμβολικά από τον λαιμό μου εκείνο το χρυσό μετάλλιο της Βαρκελώνης και θα το περνούσα στον λαιμό όλων αυτών των ανθρώπων.
Στους αφανείς ήρωες.
Στους ανθρώπους που κάνουν τον κόσμο μας λίγο πιο ανθρώπινο.
Σ’ αυτούς υποκλίνομαι».
–









































































































