Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου “Το χρέος”

Δεκέμβρης του 1950. Ο Εμφύλιος ίσα που έχει τελειώσει. Ο πατέρας, ράφτης στο επάγγελμα, παλεύει με γιακάδες και μανίκια. Να φέρει το μέσα έξω. Να δείξουν κάπως καινούργια. Μόνο ένα σακάκι είχε παραγγελία τον τελευταίο καιρό. Τα στόματα πολλά. Δύο οι γονείς, δύο αυτός με τη γυναίκα του τη Φρόσω, πέντε τα παιδιά.

Το στερνοπούλι, επιτέλους, γεννήθηκε κορίτσι. Τον Μάη θα γινόταν δύο χρονών. Ροδομάγουλο και ξανθό βλαχόπουλο. Με κάτι μάτια γαλανά, σαν το κοριτσάκι της ‘’Καλημέρας’’, που κοσμούσε τη σάλα. Πιο κατάλληλο όνομα από το Ξανθούλα δεν υπήρχε. Λες και τα είχε συμφωνημένα η ζωή και το μικρό πήρε το όνομα της γιαγιάς Ξάνθως.

Εικοσιτέσσερις Δεκεμβρίου χαράματα, τα σοκάκια είχαν γεμίσει αγόρια κάθε ηλικίας. Τα κάλαντα- πέρα από το έθιμο που ασφαλώς έδινε χαρά- γέμιζαν και τις τσέπες με κάστανα, χαρούπια, σπασμένα κουλουράκια και σπάνια κάποιες τρύπιες δεκάρες.

Η μάνα μπαινόβγαινε στο μαγεριό. Θα έφτιαχνε χοιρινό με πράσο και γιαπράκια, για τον χριστουγεννιάτικο σοφρά.

«Στέργιο, τρέξε στον μπάρμπα Γιώργο, πάρε μισή οκά ρύζι και πες του να τα γράψει», μήνυσε του δεκάχρονου γιου της που εκείνη την ώρα ζέσταινε τα παγωμένα χέρια του στο τζάκι. Είχε γυρίσει από τα ολονύχτια κάλαντα πριν λίγο.

Αυτός σηκώθηκε γκρινιάζοντας.

« Όλο εμένα στέλνεις για χουσμέτια», είπε βαριεστημένα και φόρεσε τη μάλλινη μπλούζα και τις λαστιχένιες γαλότσες που τις είχε κοντά στη φωτιά.

Στη σάλα η μικρή έπαιζε με ένα κουβάρι. Η γιαγιά τής τραγουδούσε το ‘’μήλο μου κόκκινο’’.

« Άτα, άτα,» ξεφώνισε και άπλωσε τα χεράκια προς τον αδερφό της.

Ο Στέργιος την πήρε στην αγκαλιά.

«Άστο το κορίτσι, έχει κρύο έξω» ακούστηκε η γιαγιά.

Μα δεν την άκουσε.

Βγήκε από το σπίτι, εκεί στην άκρη της στέγης χαμηλά σαν σταλακτίτες κρέμονταν πάγοι. Έσπασε ένα, το έγλειψε, έδωσε και στη μικρή.

Την ακούμπησε στο πεζούλι, έσκυψε και την φόρτωσε στους ώμους του. Τους δεκάχρονους. Βγήκαν στο δρόμο. Η μικρή χτυπούσε παλαμάκια από τη χαρά της. Μπήκαν στο μπακάλικο, είπαν τα κάλαντα, ο μπάρμπα Γιώργος τους έδωσε και μια δεκάρα. Στο δρόμο για την επιστροφή, πάλι ανέβασε ψηλά την αδερφή του.

Μα τώρα στο ένα χέρι κράταγε το ρύζι και ένα τρύπιο νόμισμα. Το σοκάκι ήταν παγωμένο. Εκεί, λίγο πριν το σπίτι του έγινε το κακό. Με ένα γλίστρημα βρέθηκαν και οι δυο καταγής. Στην αρχή τον έπιασαν τα γέλια. Για την αναπάντεχη τούμπα. Και το ρύζι, που σκόρπισε από το χάρτινο χωνί και στόλισε τον πάγο. Γάμο θα είχαν τα σπουργίτια.

Η μικρή δεν πρόλαβε να κλάψει, ο αδερφός έψαξε τη δραχμή, την έβαλε στη χούφτα του και έσκυψε να σηκώσει την αδερφή του. Θα τα άκουγε από τη μάνα του. Για το χαμένο ρύζι.

Αμέσως μετά, το ροδομάγουλο κοριτσάκι άρχισε ένα κλάμα γοερό. Την άρπαξε στην αγκαλιά, λαχανιασμένος μπήκε στο σπίτι.

« Νένια, η Ξανθούλα χτύπησε», είπε στη γιαγιά του. Λίγο μετά κατέφθασε ο γιατρός. Το παιδί είχε συνέλθει κάπως.

Οι επόμενες μέρες σημάδεψαν τη ζωή του για πάντα. Οι γονείς την κατέβασαν στη Λάρισα, την είδαν όλοι οι γιατροί. Αυτή όμως δεν θα έβλεπε κανέναν πια. Το χτύπημα ήταν τέτοιο που της στέρησε το φως.

Ο Στέργιος κατέβασε τα μάτια. «Εγώ φταίω, αν δεν την έβαζα στους ώμους δεν θα είχε γίνει το κακό».

Με αυτόν τον καημό πορεύτηκε στη ζωή του.

Κάθε εικοσιτέσσερις Δεκεμβρίου για τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια κλεινόταν σπίτι και σαν άκουγε τα κάλαντα έκλαιγε στα κρυφά.

Όταν έφυγε στην Αυστραλία, η Ξανθούλα ήταν δεκάξι χρονών. Μια κούκλα με το βλέμμα στο κενό. Μα τα χέρια της είχαν βγάλει φτερά. Πρώτη στον αργαλειό και στο βελονάκι.

Αυτός πάλι, εκεί μακριά δούλευε σαν σκυλί. Δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο. Όταν μάζεψε ένα καλό ποσό, το έστειλε στο χωριό.

Να φροντίσουν τα αδέρφια να την πάνε στον καλύτερο γιατρό στην Αθήνα.

Εις μάτην. «Δε γίνεται τίποτα», του έγραψαν.

Στην άλλη ήπειρο τα Χριστούγεννα έπεφταν πάντα καλοκαίρι. Ήταν μια παρηγοριά για τον Στέργιο, καθώς τίποτα δεν του θύμιζε τις γιορτές στο ορεινό χωριό του.

Τα τελευταία χρόνια τα παιδιά του φρόντισαν, ώστε κάθε Κυριακή να μιλάει ο πατέρας με τους εναπομείναντες συγγενείς του μέσω Skype.

Έστω κι έτσι μπαίνει στο πατρικό του που δεν είναι πια το ίδιο. Βλέπει την Ξανθούλα χαμογελαστή, της λέει «Κοίτα, έχω στρώσει όλα τα πλεκτά σου εδώ στην Αυστραλία. Καλύτερα από τα δικά σου δεν υπάρχουν!»

« Βλέπω, βλέπω Στέργιο, μην στεναχωριέσαι, όλα καλά μάνα μ’, χρόνια πολλά, καλή χρονιά να έχετε, το καλοκαίρι σας περιμένουμε».

Το νιώθει ο ογδοντάχρονος πια αδερφός, πως εκείνη «βλέπει» και τα δακρυσμένα μάτια του. Και αυτό τον λυτρώνει, έστω για λίγο. Εξάλλου ήταν μόνο ένα παιδί κι αυτός.