Έργα και Ημέρες

«Του … διλφινουκόρτσου!» γράφει η γκουστιρίτσα

«Του … διλφινουκόρτσου!»

Κο, φεύγου, παένου διακουπές
κι είπα να του μλώξου
τα πιπραγμένα τ’ Άδουνι
ντιπ να μην τα ζγώσου.

Θ’ αριβάρου ακτουπλουικώς
στα Κύθηρα θα πάνου
κανιένας δε τα βρήκιν
μα ιγώ, κορ, καταφτάνου!

Κότσαρα τν καπιλαδούρα μ’
απόλτσα κι τν κλοιά μ’
εβαλα του σουρτσάκι μ’
τούρλουσα τα κουλιά μ’…

Κι φτάνου εις κατάστρουμα
κι κνιούμι ασυστόλους
τα μάτια ήρθιν κι γκούρλουσιν
ουλάκιρους ι στόλους!

Του ξιέβρου, κο, είμι τρουφαντή
μα ντιπ, κο, δε μι νοιαζ’
η αυτουπιποίθησις μ’, καλιέ
χιρνάει να μι τρουμάζ’…

Βουλτάρου απάν’ στου τσιόκαρου μ’
του … μουντέλου παριστάνου!
Κριμιούμι απ’ τα κάγκιλα
κι όλου σέλφις βγάνου!

Κι ένα, κι δύο, κι τρία
ιφτιάχνου κι στρουφάς
κο, είμι πουλύ αϊράτ’
κι ας είμι κι ζουμπάς!

Ιτέντουσα τα γουφάρια μ’
μαζί κι τουν πουπό μ’
ιφιβρισίας φκιάνου κούνημα
απού τουν ιαφτό μ’.

Κι πέρα δώθι παένου
αξίους κι ιπαρκώς
τηρώ μπρουστά μ’, τ’ πισίνα
κι τνάζου ουλουσχιρώς!

Του καπέλου μ’ ακλουθούσι
από τι με αχώριστου!
Βάνου κι τα μπρατζάκια μ’
γίνκα δελφινουκόρτσου!

 

Κι πιάνου του «σιγόντου»
για να μη δγιει τ’ αγόρ’
φκιάνου κι τ’ Βουγιουκλάκ’
απάν’ εις του βαπόρ’!

Έφκιανα ύπτιου κουλύμπ’
κι κνούσα του μαντήλ’
ινόμζα η καψιρή
πως βρήκα τουν Παπαμιχαήλ!

Σημασία δε μι έδουκι
τ’ αγόρ’ του μιλαχροινό
μα είπα, κο, θα τουν πλανιέψου
τουν άτιμου του νιο!

Παένου κουντά εις τα κάγκιλα
τα πιάνουν τιντουθείσα
γυρνώ διξιά – γυρνώ ζιρβά
ποιώ τν ιβλιγισθείσα!

Κο, ιγώ απ’ τα μιγαλεία μ’
δεν είχα ντιπ σουμό
μόν σιέλφι ιτραβούσα
δεν είχα τιλειουμό!

Κι όλου στα πίσου πάινα
κι όλου μι κοιτιούμαν
έως ότου αιουρίσκα
κι απ’ τα κάγκιλα κρατιούμαν!

Του πλήρουμα ανυπρθέτους
τριγύρου μ’ είχιν μαζιφτεί
μάλλον του αντιλήβδην
πως του διλφινουκόρτσου πάει, κο, θα πνιχτεί!

Καταμισίς του πέλαγου
τνάζου μι τν καπιλαδούρα
κι ήρθα κι όμοιαζα η καψιρή
σα μία σημαδούρα!

Έπισιν του λιμινικό
να σώσ’ του διλφινουκόρτσου
που ήρθιν κι ιμπλάβιασιν
κι γίνηκιν αγνώριστου!

Άχου! Καλιέ μου, φρίχκα
τι το θιλα η κακουμοίρα!
Απού διλφινουκόρτσου γίνκα
μπακαλιάρους στην αλμύρα!

 

Μ’ αγάπ’ κι ικτίμησ’ ιπισταμίν’
σε όσους παέντι διακουπές!
Μα, τα Κύθηρα τα έχασα
κι γω, η κατακαημέν’!

 Η γκουστιρίτσα