Βέροια Χρονογράφημα

«Καλό ταξίδι, Τζινάκο μου…» / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

«Τζίνοοο!»

Ακόμη ηχεί στα αυτιά μου η φωνή του Γιάννη του Βούρστ, όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι άνθρωποι της γειτονιάς κι όχι μόνο…

Τον μάλωνε καμιά φορά, γιατί ήταν του καθήκοντος ο Τζίνο, και με τίποτα δεν άφηνε να παρεισφρήσει άλλο αδέσποτο στον τόπο του.

Ο Τζίνο είχε τα φιλαράκια του με τα οποία μοιράζονταν τον φιλόξενο αυτόν χώρο και με το πέρασμα του χρόνου μια αγάπη δυνατή τους ένωνε…

Ο Λύκος,  πολύ αστείο γιατί ακριβώς το αντίθετο είναι, η Μπούκα που ήρθε αργότερα, βρίσκοντας κι αυτή το λιμάνι της, η Ίρμα που έφυγε από τη γειτονιά της πριν μια πενταετία περίπου και συχνάζει εδώ, και ο Τζίνο.
Ο Τζίνο εμφανίστηκε μια μέρα με την άσπρη φουντωτή του σημαία, 5 μηνών κουτάβι θα ήτανε…

Ήρθε πριν από  16 περίπου χρόνια…

Από αδέσποτα τα σκυλιά αυτά έγιναν ημιδεσποζόμενα.

Πήραν αγάπη και μίσος!

Έφαγαν μπαστουνιές και κλωτσιές…
Ένιωσαν το χάδι και άκουσαν λόγια τρυφερά.

Απειλήθηκαν, περισυλλέχθηκαν και αφέθηκαν πάλι ελεύθερα, μετά από δυναμική διαμαρτυρία ανθρώπων της γειτονιάς και κυρίως του Γιάννη, που έμπρακτα τα αγαπούσε, πηγαίνοντας κόντρα σε όλες τις απειλές και τις επιθέσεις.

Δυο φορές πιάστηκε η Μπούκα, ένα αρνί στην κυριολεξία και μια ο Λύκος, αλλά αποδείχθηκε ζώντας λίγο καιρό στο κυνοκομείο ότι είναι εντελώς ακίνδυνα κι έτσι μετά τη δέουσα και νόμιμη διαδικασία, σε κάνα δίμηνο αφέθηκαν ελεύθερα.

Ο Τζίνο όμως, με το ανθρώπινο ζεστό βλέμμα, ο πανέξυπνος Τζίνο, κάτασπρος, μεγαλόσωμος με την χαρακτηριστική θυσανωτή ουρά του, γενναία απέδρασε με δυνατό τίναγμα και εντυπωσιακό.
Άφησε άναυδους τους υπαλλήλους του Δήμου που κι αυτοί έμειναν με τη δύναμη του, τον αγώνα του για την ελευθερία, δικαίωμα κάθε ζωντανού πλάσματος.

Ακύρωσε τη θηλιά της σκλαβιάς κι έτρεξε με ταχύτητα ξεχωριστή προς τα κάτω  στην Κοντογεωργάκη.

Στις 8.24 η γυναίκα έστειλε μήνυμα στον Γιάννη.

« Ήρθα στις 6. 30 ξανά να δω τον Τζίνο.
Κοντανάσαινε και του έδωσα πάλι νερό με τη σύριγγα.
Ήπιε με το ζόρι.
Έδωσα και το παυσίπονο…
Μετακινήθηκε κι ήρθε απέναντι.
Ευτυχώς ήμουν εδώ μαζί του.
Τον χάιδευα…
Πριν από λίγο, καθώς τον χάιδευα, έφυγε ήσυχα για πάντα.
Νιώθω ήσυχη με τη συνείδηση μου που δεν τον αφήσαμε να πεθάνει μόνος του.
Επικοινώνησα να έρθουν να τον πάρουν από τον Δήμο.»

Σε ένα λεπτό χτύπησε το κινητό της.
«Ντύνομαι κι έρχομαι», της είπε με τρεμάμενη φωνή.

Ήρθε σε 25 λεπτά.

Κάθισαν στις καρέκλες ενός από τα μαγαζιά της Παστέρ, δίπλα στα άδεια τραπέζια.

Είχαν επικοινωνήσει  με τη Λίζυ, εθελόντρια χρόνια τώρα.

Ανέλαβε να ειδοποιήσει  για την παραλαβή.

Κλαίγανε οι δυο τους…
Ο Γιάννης παρόλη την προσπάθεια που έκανε να ελέγξει τα συναισθήματά του, τα δάκρυα κυλούσαν ανεμπόδιστα.

Στις 9.43 ήρθε ο Λευτέρης, ημέρα Κυριακή…. Ο Λευτέρης χρόνια εργάζεται στο Κυνοκομείο με ευσυνειδησία…
Είχε έρθει και πριν τρεις βδομάδες περίπου και τον πήγανε στον κτηνίατρο για ακτινογραφία.

Μόλις τους είδε έτσι, βούρκωσε κι αυτός για τα καλά. Μίλησε για ένα δικό του σκυλί…

Ο Τζίνο κάτω ατάραχος με τα μάτια ανοιχτά, σα ζωντανός.

Ο Τζίνο έφυγε με αξιοπρέπεια.

Δεν το έβαλε κάτω.

Δε μιζέριασε όπως θα λέγαμε για έναν άνθρωπο.

Μέχρι προχθές με όση δύναμη βρήκε, έτρεξε κι αυτός, γαβγίζοντας, με τον δικό του ασταθή τρόπο, ακολουθώντας τα φιλαράκια του που γάβγιζαν ένα κανελί αδέσποτο, για να μην τολμήσει και μπει στα χωράφια τους…

Δε λιποψύχησε.

Μόνο χθες βράδυ όταν του έδωσε νερό κατά τις 12, της μίλησε.

Φεύγω, της είπε
Κι αυτή το κατάλαβε.
Πήγε κατά τις 5 το πρωί, δεν είχε ύπνο.
Του έδωσε νερό με τη σύριγγα.

Σε λίγο σήκωσε το κεφάλι του με δυσκολία γύρισε το βλέμμα του προς εκείνη, μισάνοιξε το στόμα του και βρήκε τη δύναμη να χαμογελάσει.

Υπέροχο ζώο.

Γι’ αυτό κι αυτή συχνά τον αποκαλούσε , «Άρχοντα!»

Του έβαλε και γατίσια τροφή που του άρεσε.

Δεν την ακούμπησε…

Προχθές το πρωί, ήταν η τελευταία φορά που έφαγε λιγάκι.

Σα να τους  έκανε το χατίρι…

Ξαναπήγε στις 6.30 .

Την περίμενε.

8.12 πέταξε η ψυχή του καθώς  τον χάιδευε απαλά χώνοντας τα δάχτυλα της μέσα στο πυκνό του τρίχωμα.

Είδε που ούρησε.

Κι ύστερα… τίποτα!

Τζίνοοοο!!
Δυνατά…
Τρεις, τέσσερις φορές.
Πάει!

Κι ύστερα ένα κλάμα χωρίς ντροπή για τον κόσμο που πέρναγε για να πάει στην εκκλησία.

Άλλος κοιτούσε αδιάφορα, άλλος με απορία, άλλος με απαξίωση κι απορία μαζί.

Μια γυναίκα κοντοστάθηκε.
Γύρω στα εβδομήντα.
«Τον ξέρουμε», είπε
«Σήμα κατατεθέν της γειτονιάς!»

Πέθανε, της λέει.

Έσκυψε, τον χάιδεψε κι έφυγε αμίλητη προς την εκκλησία…

Τέλειωσε η πορεία του.
Η πόρτα του ειδικού  αυτοκινήτου άνοιξε από το πλάι.
Το βαρύ και άψυχο σώμα φορτώθηκε.
Η πόρτα έκλεισε.
Ο Λευτέρης έφυγε.
Καλό ταξίδι, Τζινάκο μου…

Ο Τζίνο πέθανε από καρκίνο στα κόκαλα, πλήρης ημερών.

καλή εβδομάδα με υγεία!

Ει. Δα.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ