Περιβάλλον

Ορειβατική ομάδα Βέροιας “Τοτός” / Μπέλες: Μετά από μία αρκετά απαιτητική ανάβαση “αγγίξαμε” την ψηλότερη κορυφή

——-

«Δεν ξέρω κανέναν που να έχει φτάσει στην κορυφή χωρίς πολλή δουλειά. Είναι συνταγή.»

Περιγραφή – φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Ο Μάης κόντευε προς το τέλος του.

Ξημέρωνε η τελευταία Κυριακή του μήνα των λουλουδιών, των απερίγραπτης ομορφιάς χρωμάτων και των λογής – λογής αρωμάτων.

Στο ημερολόγιο έγραφε : 29-05-2022.

Συγκεντρωθήκαμε, τα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός», στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης έτοιμοι για μία εκτός Νομού ορειβατική εξόρμησή μας.

Τα ρολόγια, εκείνη τη στιγμή, δείχνανε 05.30΄ π.μ.

Ξεκινούσε μία καινούργια μέρα.

Ξεκινούσαμε και εμείς για μία ακόμη απόδραση από την άχαρη καθημερινότητα, για ένα ακόμη κυριακάτικο ραντεβού μας με τη Φύση.

Παντού σκοτάδι.

Η πρωϊνή ατμοσφαιρική θερμοκρασία ευχάριστη.

Ο ουρανός με ελάχιστα σύννεφα.

Ετοιμαστήκαμε χωρίς καθυστέρηση και επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο.

Είπαμε ένα: «γεια!!» στη ‘‘Βασίλισσα του Βορρά’’, την πόλη της Βέροιας, που ακόμη «κοιμόταν» και φύγαμε (φωτ. 1, Sakis Triantafyllou).

Φύγαμε ξημερώματα για να βρεθούμε στην απαλλαγμένη από προβλήματα της καθημερινότητας γωνιά της Φύσης και εκεί, ελεύθεροι πλέον, να ξεδιπλώσουμε τη δράση μας που προέβλεπε την: «Ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή  του βουνού Μπέλλες, τη ‘‘Σιδηρόπετρα’’  (υψ. 2.031 μ).» (φωτ. 2, παλαιότερη φωτό).

Οδικός προορισμός μας ο οικισμός Νεοχώρι του Δήμου Σιντικής της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών.

Έτσι, ακολουθήσαμε την Εγνατία Οδό με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη και μετά τα Διόδια ‘‘Μαλγάρων’’ συνεχίσαμε για τον Προμαχώνα Σερρών.

Προσπεράσαμε τη Λίμνη ‘‘Δοϊράνη’’, που τη βλέπαμε στα αριστερά μας, και συνεχίσαμε για τον οικισμό Πορόϊα.

Κάποια στιγμή φάνηκε ο επιβλητικός ορεινός όγκος του βουνού της ορειβατικής μας δραστηριότητας.

Το βουνό ‘‘Μπέλλες’’ ή ‘‘Κερκίνη’’, το φυσικό σύνορο της Ελλάδας με τη γειτονική Βουλγαρία, ξεδίπλωνε την μεγάλου μήκους κορυφογραμμή του όσο εμείς συνεχίζαμε την οδική πορεία μας.

Το βλέπαμε να ορθώνεται στα αριστερά μας και θαυμάζαμε, από μακριά, τον σχηματισμό του με τα δεκάδες φαράγγια, με τις καταπράσινες δασοκαλυμμένες πλαγιές και με τις αμέτρητες κορυφές του. Κορυφές που στη θέα τους φαίνονταν σαν να «ακουμπούσαν» τον ουρανό.

Περνώντας τα Πορόϊα κοντεύαμε στον οδικό προορισμό μας (φωτ. 3).

Κάποια στιγμή φτάσαμε στον οικισμό Νεοχώρι με τους 500 περίπου μόνιμους κατοίκους.

Είναι κτισμένο στα 80 μέτρα υψόμετρο και απέχει ελάχιστα από τη Λίμνη ‘‘Κερκίνη’’.

Μπαίνοντας στον οικισμό δεν προχωρήσαμε πολύ.

Σε μια από τις πρώτες διασταυρώσεις στρίψαμε αριστερά, ακολουθώντας την πινακίδα-βέλος με την ένδειξη: προς «Αγ. Ραφαήλ».

Ο ασφαλτόδρομος ανηφορικός.

Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ από τον κεντρικό δρόμο και φτάσουμε, επιτέλους, στον οδικό προορισμό μας.

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 30 λεπτά οδήγησης και να διανύσουμε οδική απόσταση 175 χιλιομέτρων για να βρεθούμε από την Βέροια κοντά στις κτιριακές εγκαταστάσεις του Ι. Ναού ‘‘Αγ. Ραφαήλ’’, που είναι κτισμένες σε υψόμετρο 137 περίπου μέτρων (φωτ. 4, 5).

Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητό μας σε πλάτωμα του χωμάτινου δρόμου που συναντήσαμε κοντά στο εξωκλήσι και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την πολύωρη ορειβατική δραστηριότητά μας.

Ο καιρός την ώρα εκείνη έδειχνε καλός.

Η ατμόσφαιρα του γύρω τοπίου καθαρή.

Μόνο ο ουρανός είχε λιγοστά συννεφάκια που πηγαινοέρχονταν και σύμφωνα με τα λεγόμενα του «μετεωρολόγου» της ομάδας μας, του Θανάση, η μέρα θα ήταν ηλιόλουστη όσο θα ορειβατούσαμε.

Επειδή, όμως, το βουνό είναι, πάντα, απρόβλεπτο και οι καιρικές συνθήκες στον ορεινό όγκο, συνήθως, μεταβάλλονται από τη μια στιγμή στην άλλη, συμπληρώσαμε στα σακίδιά μας τα πιο απαραίτητα.

Με το φορτίο που θα κουβαλούσαμε για ώρες «γαντζωμένο» στην πλάτη μας έτοιμο, ενεργοποιήσαμε τα GPS’s για την καταγραφή της διαδρομής και περιμέναμε το νεύμα του 84/ χρονου αρχηγού μας για την εκκίνηση.

Μόλις ο Τοτός, ο Θεόδωρος  Σαρόγλου, έκανε την χαρακτηριστική κίνηση που τόσο περιμέναμε, ξεκινήσαμε.

Άνοιξα τον ασύρματο επικοινωνίας για κάθε ενδεχόμενο, έθεσα σε ετοιμότητα τις ψηφιακές φωτογραφικές για να «αιχμαλωτίσουν» τις εικόνες που θα αντικρίζαμε σε όλη τη διαδρομή και ακολούθησα τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας.

Η πορεία μας, αρχικά, πάνω σε χωμάτινο δρόμο που χρησιμοποιείται και σαν αγροτικός.

Δεν αργήσαμε να συναντήσουμε, σε μια διχάλα δρόμων, την μεταλλική πινακίδα-βέλος του Ε.Ο.Π.Σ. [ Ελληνικός Ορειβατικός Πολιτιστικός Σύλλογος ‘‘Το Μπέλλες’’] που μάς έδειχνε την σωστή κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε.

Κοντεύοντας στο Υδραγωγείο κατευθυνθήκαμε αριστερά, μπαίνοντας σε χωράφι, και ακολουθήσαμε τους κόκκινους πασσάλους της σήμανσης του μονοπατιού (φωτ. από 6 έως και 9).

Η πορεία μας στο χωράφι σύντομο, ξαναμπήκαμε σε χωματόδρομο.

Οι εναλλαγές, χωμάτινος δρόμος → μονοπάτι  → χωματόδρομος → κλπ, μέχρι το εξωκλήσι του ‘‘Αγ. Γεωργίου’’ πολλές.

Το κομμάτι της διαδρομής αυτής γενικά άχαρο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον μπορώ να πω.

Τη διαφορά κάνανε τα παράξενα λουλούδια «γίγαντες» (;;;!!!) που συναντούσαμε κατά διαστήματα και η πολύ καλή σήμανση. Η κάθε μία από αυτές είχε τα αρχικά ‘‘Γ’’ και ‘‘Τ’’.

Για να ξεχαστούμε κάπως στο αδιάφορο εκείνο κομμάτι της διαδρομής και να διασκεδάσουμε λιγάκι το άχαρο της πορείας…σκαρφιστήκαμε τα γνωστά παιχνιδάκια μας με τις αστείες φωτογραφίσεις (φωτ. 10, 11, 12).

Συνεχίζαμε.

Σε κάποιο σημείο περάσαμε πάνω από τρεχούμενα νερά.

Ο «σκαρφαλωμένος» αρκετά πάνω από το μηδέν υδράργυρος «ανάγκασε» τον 84/χρονο αρχηγό μας να απαλλαγεί από τα περιττά και να συνεχίζει την πορεία του ημίγυμνος από τη μέση του και πάνω.

Φτάσαμε στο εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Παρασκευής’’ και το προσπεράσαμε. Από το προαύλιο χώρο του φάνηκε, πέρα στο βάθος, η ‘‘Λίμνη Κερκίνη’’ (φωτ. 13 και 14).

Ανηφορίζαμε.

Ακολουθούσαμε τη σήμανση που έφερε την «υπογραφή»: ‘‘Γ Τ’’.

Στην τελευταία διχάλα χωματόδρομων συνεχίσαμε ευθεία, μπαίνοντας μέσα σε μονοπάτι που το κάλυπτε η οργιώδης πυκνή βλάστηση.

Το μονοπάτι αυτό φαρδύ και στο μεγαλύτερο κομμάτι του με τα χόρτα κομμένα.

Κάποιος συντηρητής θα είχε περάσει με μεσινέζα καθαρίζοντάς το.

Πολλά μπράβο.

Η χλωρίδα που αντικρίζαμε ήταν μεικτή και τόσο πυκνή, που τα δένδρα σχημάτιζαν, με το φύλλωμά τους, ένα σκοτεινό φυτικό τούνελ (φωτ. 15 και 16).

Άρχισε να ακούγεται ο γνώριμος ήχος τρεχούμενων νερών.

Στα δεξιά μας, όπως ανεβαίναμε, είχαμε ρυάκι με ορμητικά νερά.

Νερά που σε πολλά σημεία φτάνανε μέχρι το μονοπάτι και το λάσπωναν.

Το ρυάκι δεν φαινόταν, ήταν καλά κρυμμένο από την πολύχρωμη πυκνή βλάστηση.

Φτάσαμε στο δεύτερο εξωκλήσι.

Βρεθήκαμε κοντά στον Ι. Ν. ‘‘Αγ. Γεωργίου’’ (φωτ. 17).

Χρειαστήκαμε μία ώρα πορείας για να βρεθούμε στο σημείο.

Σύντομη στάση για φωτογραφίες και φύγαμε.

Από δω και πέρα η κλίση του μονοπατιού μεγάλωνε βήμα με το βήμα.

Τα σύντομα οριζόντια ξεκούραστα κομμάτια λιγόστευαν όσο ανεβαίναμε υψομετρικά.

Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ από το εξωκλήσι και λίγο πιο πάνω «αισθάνθηκα» ένα «σκούντημα» στην πλάτη.

Αιφνιδιάστηκα.

Ήταν από την «συνοδοιπόρο κοπελιά μας» με το όνομα ‘‘Έκπληξη’’.

Κοίταξα απορημένος μπροστά μου και αντίκρισα έκπληκτος μία «ιπτάμενη» μεταλλική πινακίδα. Μία κόκκινου χρώματος πινακίδα που κρεμόταν πάνω από το μονοπάτι πιασμένη από τα κλαδιά των δένδρων.

Είχε γραμμένη πάνω της, από το χέρι του ‘‘Γ Τ’’, τη φράση: ‘‘Έρχεσαι, φεύγεις, μόνο τα ίχνη σου να αφήνεις.’’.

Στο σημείο εκείνο, πράγματι αφήναμε τα…ίχνη μας…στο λασπωμένο μονοπάτι.

Λασπωμένο από τα νερά που είχαν ξεχειλίσει από το ρυάκι και το βρέχανε.

Την πιο πάνω πινακίδα την προσπεράσαμε και κοιτάζοντάς την από την πίσω μεριά διαβάσαμε: ‘‘Αν τα ζόρια που τραβάς είναι βουνό, σκέψου τη θέα από την κορυφή’’ (φωτ. 18, 19).

Πόση αλήθεια.

Ήταν φράσεις που περνούσαν μηνύματα και συμβουλές σε όλους εκείνους που επισκέπτονταν την περιοχή και ορειβατούσαν στον ορεινό όγκο της.

Πρωτότυπο και πολύ έξυπνο αυτό που αντικρίζαμε.

Δεν είχαμε συναντήσει πουθενά αλλού παρόμοια κίνηση.

Συγχαρητήρια στους συντηρητές του μονοπατιού.

Πολλά μπράβο δηλαδή στα μέλη του Ε.Ο.Π.Σ. ‘‘ Το Μπέλλες’’ και κυρίως σε εκείνον με τα αρχικά…‘‘Γ Τ’’

Από το σημείο εκείνο, αν και δεν είχαμε ανέβει αρκετά υψομετρικά και όμως, η θέα που αντικρίσαμε κοιτάζοντας πίσω μας ήταν πανέμορφη.

Βλέπαμε τμήμα της Λίμνης ‘‘Κερκίνη’’ και κάποιες παραλίμνιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Η στάση μας σύντομη.

Ξεκινήσαμε για τη συνέχεια.

Κάποια στιγμή οι άλλες δύο «συνοδοιπόροι-κοπελιές μας», η ‘‘Εικόνα’’ και η ‘‘Θέα’’, με «συμβούλεψαν» να έχω σε ετοιμότητα τις φωτογραφικές μου, γιατί βήμα-βήμα θα συναντούσαμε εικόνες τοπίων που δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια.

Μού «εκμυστηρεύτηκαν», επίσης, ότι θα ακολουθούσαν κι άλλες εκπλήξεις μέχρι να φτάσουμε στην κορυφή.

Ανηφορίζαμε ακολουθώντας την ευδιάκριτη πυκνή σήμανση του καλά καθαρισμένου και σωστά διαμορφωμένου μονοπατιού (φωτ. από 20 έως και 25).

Περνούσαμε μέσα από σκοτεινά φυτικά τούνελ του πυκνού μεικτού δάσους.

Το δάσος «μιλούσε».

«Μιλούσε» με εικόνες που εναλλάσσονταν βήμα-βήμα εντυπωσιάζοντάς μας με τη σύνθεσή τους. «Μιλούσε», επίσης, με τα κελαηδίσματα των λογής-λογής πουλιών που έφταναν μέχρι τα αυτιά μας καθώς και με την πολυχρωμία της ποικιλόμορφης βλάστησής του που «τραβούσε» πάνω της τα βλέμματά μας.

Η δροσιά του ευχάριστη στην ασυνήθιστα, για την εποχή, ζεστή μέρα.

Αισθάνοντας, αντικρίζοντας και ακούγοντας όλα τα παραπάνω…τα συναισθήματά μας ήταν ανάμεικτα.

Ξεχνούσαμε την συνεχή ανάβαση και παίρναμε περισσότερο κουράγιο για τη συνέχεια του κυριακάτικού μας τολμήματος.

Ανεβαίνοντας υψομετρικά συναντήσαμε δεκάδες ακόμη διασταυρώσεις του μονοπατιού με δασικό δρόμο της περιοχής, καθώς και άλλες «ιπτάμενες» μεταλλικές πινακίδες με φράσεις-μηνύματα (φωτ. από 26 έως και 36).

Σε κάθε διασταύρωση μονοπατιού με το δασικό δρόμο υπάρχει και μία κατατοπιστική μεταλλική πινακίδα-βέλος.

Περπατώντας μέσα στο πυκνό, όλο δροσιά, δάσος είχαμε την αίσθηση ότι κάποια μάτια αγριμιών μάς παρακολουθούσαν. Αγρίμια καλά κρυμμένα, που εμείς δεν τα βλέπαμε.

Μόνο μία…προϊστορική γιγάντια «σαύρα»…που δεν πρόλαβε να «κρυφτεί» πίσω από φυλλωσιές  στέκονταν ακίνητη για να μη γίνει στόχος (φωτ. 37).

Τι σου κάνει η φαντασία στην ελευθερία της Φύσης;;!!

Το μυαλό στη Φύση, απαλλαγμένο από σκοτούρες της καθημερινότητας, «δημιουργεί εικόνες» – φαντασιώνεται – «σκηνοθετεί παραστάσεις».

Παρόμοιους σχηματισμούς από βιολογικά νεκρούς κορμούς δένδρων συναντήσαμε πολλούς.

Συνεχίζαμε.

Από κάποιο άνοιγμα της πυκνής βλάστησης καταφέραμε να δούμε την δασωμένη πλαγιά με την μεγάλη κλίση που θα ανηφορίζαμε υποχρεωτικά, τη ράχη που θα ανεβαίναμε, καθώς και τον βράχο που θα «σκαρφαλώναμε» πριν τη κορυφή του προορισμού μας.

Ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία που μπορούσαμε να «περπατήσουμε» τη διαδρομή με τη ματιά μας (φωτ. 38).

Μετά το σύντομο «ταξίδι» της ματιάς, πήραμε βαθιές ανάσες και με το : ‘‘Πάμε ομαδάρα μου!!’’ του αρχηγού, προχωρήσαμε.

Μπροστά μας οι «κοπελιές»… η ‘‘Συνέχεια’’, η ‘‘Προσπάθεια’’, η ‘‘Επιμονή’’ και η ‘‘Υπομονή’’.

Τις ακολουθήσαμε με πολλή κουράγιο.

Κάποια στιγμή συναντήσαμε ένα βαρέλι για τα σκουπίδια (!!), που το είχαν τοποθετήσει οι συντηρητές σε μία διασταύρωση του μονοπατιού με το δασικό δρόμο (φωτ. 39).

Ξαναμπήκαμε στο σκοτεινό, από το καταπράσινο φύλλωμα και την πυκνότητα της βλάστησης, φυτικό τούνελ της δασωμένης πλαγιάς.

Η κλίση του μονοπατιού αρκετούτσικη. Το ανέβασμά του γινόταν ολοένα απαιτητικό.

Απαιτούσε μπόλικο κουράγιο και δύναμη στα πόδια.

Το δάσος σιωπούσε, παρακολουθούσε βουβό την προσπάθεια της ανάβασής μας.

Και σε όλη αυτή τη σιωπή ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας και ο ήχος από το βαρύ πάτημά μας στα σκαμμένα στο έδαφος σκαλοπάτια, καθώς και σε εκείνα που σχημάτιζαν τα τμήματα των, τοποθετημένων κάθετα προς την κλίση, κομμένων κορμών δένδρων.

Αλλού είχε 10, λίγο πιο πάνω περισσότερα και όλο αυξάνονταν αριθμητικά ανάλογα με τη κλίση της πλαγιάς.

Έτσι εμείς, ανεβαίναμε την ανηφόρα σκαλί-σκαλί για να «αγγίξουμε» την κορυφή.

Στο κάπως απότομο κομμάτι της διαδρομής είχαν «οριζοντιωθεί», από τους συντηρητές, 204 κομμένοι κορμοί για να σχηματίσουν ισάριθμα σκαλοπάτια.

Τους είχαμε μετρήσει ανηφορίζοντας, έτσι…για να ξεχαστούμε λιγάκι (φωτ. 40, 41, 42).

Ο ιδρώτας στο μέτωπο ασταμάτητος, οι μουσκεμένες μπλούζες «κολλούσαν» σαν βεντούζες πάνω στο κορμί μας.

Αναβαίναμε υψομετρικά, ανέβαιναν και οι σφυγμοί μας.

Το ίδιο και οι ανάσες μας σε ταχύτητα.

Ο βηματισμός γινόταν ολοένα αργός και τα ορειβατικά άρβυλα τα αισθανόμασταν σαν να άρχιζαν να μάς βαραίνουν.

Τα παγούρια σιγά-σιγά γίνονταν ελαφρύτερα και οι ηλεκτρολύτες ήταν σε ετοιμότητα.

Η ομάδα όμως συνέχιζε απτόητη.

Η θέα από την κορυφή μάς «καλούσε» να την αντικρίσουμε από τα ψηλά και από τα 2.031 μέτρα υψόμετρο να «ταξιδέψουμε» τη ματιά μας στις περιοχές των δύο κρατών, της Ελλάδας και εκείνες της Βουλγαρίας.

Σε μια άλλη, πιο πάνω υψομετρικά, είσοδο στο πυκνό δάσος συναντήσαμε βοηθητικά σχοινιά για την διευκόλυνση της ανάβασης της πλαγιάς με μεγαλύτερη κλίση.

Η παρουσία σκαλοπατιών και βοηθητικού σχοινιού+καλλωδιόσχοινου μαρτυρούσε την απαιτητικότητα του μονοπατιού (φωτ. 43, 44, 45).

Φτάσαμε στα 1.200 μέτρα υψόμετρο.

Κάποια στιγμή αντικρίσαμε μπροστά μας την μεταλλική πινακίδα με την ένδειξη: «Πόσιμο Νερό ‘‘Τάς Μαντρά’’ →».

Πήραμε κουράγιο.

Ανεβαίνοντας συναντήσαμε τρεχούμενα νερά στο ρυάκι που υπάρχει δίπλα στο μονοπάτι.

Κοντεύαμε στην πηγή.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στα 1.210 μέτρα υψόμετρο. Να βρεθούμε στη θέση ‘‘Τάς Μαντρά’’, εκεί που υπάρχει η τσιμεντοκατασκευή.

Το τρεχούμενο από το σωλήνα νερό, που δροσίζει τον οδοιπόρο και ξεδιψά τον πεζοπόρο μετά από μία αρκετά απαιτητική προσπάθεια ανάβασης, ήταν ότι πρέπει εκείνη τη στιγμή (φωτ. 46, 47, 48).

Δροσιστήκαμε και αφού συμπληρώσαμε τα παγούρια μας, συνεχίσαμε.

Λίγο πιο πάνω, συναντήσαμε έναν βράχο βαμμένο από τη μια πλευρά του και στο κόκκινο πλαίσιό του γραμμένα ονόματα (;;!!) [φωτ. 49].

Κάποια στιγμή αντικρίσαμε έκπληκτοι μία ακόμη «ιπτάμενη» πινακίδα με την ένδειξη, αυτή τη φορά: ‘‘Τηλ. ανάγκης’’ (;;!!).

Στην πίσω πλευρά της έχει γραμμένο το δεκαψήφιο ενός κινητού: ‘‘6973349027 ’’ με την υπογραφή ‘‘Τ Γ ’’ (φωτ. 50).

Άλλη μία έκπληξη, από τις πολλές, της κυριακάτικής μας εμπειρίας.

Συνεχίζαμε.

Η γεωμορφολογία του μονοπατιού άρχιζε να μεταβάλλεται όσο ανεβαίναμε.

Το χωμάτινο διαδεχόταν πλέον το πετρώδες.

Δίπλα μας εξακολουθούσε να υπάρχει το βοηθητικό καλλωδιόσχοινο (φωτ. 51 και 52).

Το δάσος άρχιζε να αραιώνει και τα δένδρα να λιγοστεύουν.

Βρεθήκαμε στο ξέφωτο με τους θάμνους γύρω μας.

Μπροστά μας φάνηκε, επιτέλους καθαρά, το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής μας. Βλέπαμε την πλαγιά και τη ράχη που θα ανηφορίζαμε για την κορυφή να ορθώνονται μπροστά μας.

Κοιτάζοντας πίσω και χαμηλά βλέπαμε ολόκληρη τη Λίμνη ‘‘Κερκίνη’’ και κάποια παραλίμνια χωριά με τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις τους (φωτ. 53 και 54).

Προσπεράσαμε το τοπωνύμιο ‘‘Μικρό Λούκι’’ και έναν ακόμη βράχο με ξεθωριασμένα από τον φθοροποιό χρόνο γράμματα ονομάτων (φωτ. 55 και 56).

Κοντεύαμε στη δεύτερη πηγή με νερό.

Κάποια στιγμή φτάσανε.

Χρειαστήκαμε 4 ώρες συνεχούς απαιτητικής ανάβασης για να βρεθούμε από το Νεοχώρι στη θέση με το μικρό ξύλινο οικίσκο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν καταφύγιο ανάγκης.

Στο σημείο υπάρχει πηγή με τρεχούμενο νερό.

Στον γύρω χώρο και κοντά στο…‘‘μικρό σπιτάκι στο δάσος’’…υπάρχουν αντικείμενα και υλικά χρήσιμα να χρησιμοποιηθούν.

Και στο εσωτερικό του οικίσκου υπάρχουν όλα εκείνα τα απαραίτητα για εκείνον/ους που τυχόν βρεθούν σε ανάγκη στα 1.420 μέτρα υψόμετρο του ορεινού όγκου.

Στην πόρτα, από την εσωτερική μεριά της, υπάρχουν φωτογραφίες που απεικονίζουν μέλη του Ε.Ο.Π.Σ. ‘‘Το Μπέλλες’’ σε διάφορες δραστηριότητές τους δημιουργίας-διάνοιξης-διαμόρφωσης και συντήρησης του μονοπατιού που ανηφορίζαμε (φωτ. 57 έως και 60).

Η στάση μας σύντομη.

Δροσιστήκαμε, συμπληρώσαμε τα παγούρια μας με δροσερό νερό και ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο ‘‘Αχ, Βαχ’’ της διαδρομής.

Θέλαμε άλλα 630 υψομετρικά μέτρα ανάβασης και άλλες 2 ώρες πορείας, σύμφωνα με την πινακίδα, για να φτάσουμε στην ψηλότερη κορυφή του βουνού (φωτ. 61).

Το μονοπάτι αρκετά ανηφορικό και με πετρώδη γεωμορφολογία σε μια πλαγιά με μεγάλη κλίση.

Η ανάβασή μας «ζιγκ-ζαγκ», που είναι πυκνά, και το βοηθητικό καλλωδιόσχοινο δίπλα μας.

Εξακολουθούσε να είναι η μόνιμη «συντροφιά» μας (φωτ. 62 και 63).

Βρισκόμενοι στην υποαλπική ζώνη και κοντεύοντας στην κόψη της ράχης αρχίσαμε να νιώθουμε την ψυχρούλα του υψόμετρου.

Φορέσαμε τα αντιανεμικά μας και συνεχίσαμε.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στην κόψη της ράχης.

Μάς «υποδέχτηκαν» οι αέρηδες με τα αισθητά μποφόρ τους.

Με τη φράση στο μυαλό μας: ‘‘Ο καλός ο καπετάνιος στις φουρτούνες φαίνεται’’, προχωρούσαμε.

Συνεχίζαμε απτόητοι και αποφασισμένοι αντικρίζοντας εικόνες και από τις δύο μεριές της ράχης.

Κοιτάζοντας μπροστά μας, προς την κορυφογραμμή, βλέπαμε τα σκουρόχρωμα σύννεφα να πηγαινοέρχονται με μεγάλη ταχύτητα.

Ενώ χαμηλά, κοντά στη Λίμνη, ο ήλιος ζέσταινε τις παραλίμνιες περιοχές ( φωτ. 64 και 65).

Το ξέρουμε και είναι κανόνας: ‘‘Ο καιρός στον ορεινό όγκο είναι απρόβλεπτος.’’

Ήμασταν πανέτοιμοι να αντιμετωπίσουμε οποιεσδήποτε συνθήκες και είχαμε προβλέψει να πάρουμε μαζί μας όλα τα απαραίτητα.

Φάνηκε επιτέλους και το τελευταίο απότομο πριν την κορυφή.

Ένας βράχινος όγκος που ορθωνόταν μπροστά μας.

Την προσοχή μας τράβηξαν οι βαμμένοι βράχοι, ο ένας κάπου στη μέση του όγκου και ο άλλος στη βάση του, που ξεχώριζαν από μακριά (φωτ. 66).

Προχωρούσαμε αντιμετωπίζοντας τους αέρηδες.

Ακολουθούσαμε τους μεταλλικούς χρωματισμένους στύλους της σήμανσης του μονοπατιού.

Προσπεράσαμε τον πρώτο βράχο που τμήμα του είχε βαφεί και στο κόκκινο φόντο του είχε γραμμένη τη φράση: ‘‘Διάνοιξη Συνέχεια’’.

Βρεθήκαμε στη βάση του απότομου βράχινου όγκου.

Φάνηκαν και τα βοηθητικά σχοινιά.

Εδώ είχαμε να επιλέξουμε μία από τις δύο διαδρομές: την ‘‘Ακίνδυνη’’ ή την ‘‘Επικίνδυνη’’.

Στη διασταύρωση των διαδρομών υπάρχουν μεταλλικές πινακιδούλες-βέλη (φωτ. 67).

Εμείς επιλέξαμε την δεύτερη και αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε το απότομο του βράχινου όγκου.

Σε κάποια σημεία του μάλιστα στα…τέσσερα.

Περάσαμε δίπλα από τον χαρακτηριστικό βαμμένο βράχο, που στο κόκκινο φόντο του είχε γραμμένα ονόματα (φωρ. 68, 69, 70).

Τα περάσματά μας προσεκτικά. Στο κομμάτι εκείνο δεν ήθελε καμία χαλάρωση και τα αστειάκια ήταν απαγορευτικά.

Μετά το «σκαρφάλωμα» βρεθήκαμε στην κορυφή του ογκώδους σκουρόχρωμου γκριζωπού βράχου.

Βρεθήκαμε στην αλπική ζώνη με τα ποώδη και τους χαμηλούς θάμνους να κυριαρχούν σε όλο το τοπίο.

Ακολουθούσαμε την κατεύθυνση των βοηθητικών σχοινιών.

Στα 1.900 μέτρα υψόμετρο προσπεράσαμε μία τσιμεντοκατασκευασμένη μινιατούρα μιας εκκλησίας. Στη μεταλλική πινακιδούλα έγραφε: ‘‘Αγίου Γεωργίου υψ. 1.900 ’’ (φωτ. 71).

Κοντεύαμε στην ψηλότερη κορυφή του βουνού.

Θέλαμε λίγα μέτρα ακόμη για να την «αγγίξουμε».

Τα μποφόρ αισθητά και η ομίχλη πηγαινοερχόταν με μεγάλη ταχύτητα.

Και να την !!! Φάνηκε.

Φάνηκαν τα δύο τσιμεντένια κολωνάκια.

Το ένα του τριγωνομετρικού της κορυφής και το άλλο της συνορογραμμής με τον αριθμό ‘‘24’’.

Επιτέλους φτάσαμε.

Χρειαστήκαμε 6 ώρες συνεχούς απαιτητικής ανάβασης για να βρεθούμε από το Νεοχώρι στην ψηλότερη κορυφή της μήκους 60 περίπου χιλιομέτρων οροσειράς ‘‘Μπέλλες’’ ή ‘‘ Κερκίνη’’ (φωτ. 72).

Βρεθήκαμε στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Στο βαμμένο με κόκκινο χρώμα κολωνάκι της κορυφής είχε πινακιδούλα: «Όρος Μπέλλες Κορυφή ‘‘Σιδηρόπετρα’’ υψόμετρο 2.031 m».

Στο δε τσιμεντένιο κολωνάκι με αριθμό «24», της συνορογραμμής, είχε την ένδειξη «Ε» από τη μεριά της Ελλάδας και την ένδειξη «НРБ» από τη μεριά της γειτονικής χώρας.

Από την μεριά εκείνη, είχε και την πινακιδούλα με το όνομα της κορυφής στα Βουλγάρικα και στα αγγλικά: «вр. ΡадοмирRadomir peakн.в. 2.029 м» (φωτ. 73).

Οι γείτονες την κορυφή την αποκαλούν και: ‘‘Καλαμπακ’’.

Η ομίχλη, δυστυχώς, δεν μας επέτρεψε να δούμε εικόνες από τα ψηλά και να αντικρίσουμε τμήματα περιοχών των δύο κρατών.

Δεν μάς πείραξε, όμως, καθόλου.

Εμείς κάναμε αυτό που θέλαμε, πετύχαμε τον σκοπό μας. Φτάσαμε στην κορυφή.

Ο προγραμματισμός της συνέχειας ήταν, πλέον, στο χέρι μας.

Επιλέξαμε διάφορους τρόπους να για «χρωματίσουμε» τις στιγμές παραμονής μας στην κορυφογραμμή.

Ο Θανάσης μάς έκανε έκπληξη.

Στην αρχή μάς κέρασε τσιπουράκι-σφηνάκι και μετά έβγαλε από το σακίδιό του ένα κέικ.

Έβαλε και δύο κεράκια-ψηφία και μάς το πρόσφερε περιχαρής. Έκπληξη!!!

‘‘72 Θανάση;;!!! Να τα εκατοστήσεις «μετεωρολόγε» της ομάδας μας.  Και μέχρι τα 100ων σου να πραγματοποιήσεις χιλιάδες ακόμη διαδρομές φιλαράκι μου!! ’’.

Τα κεράκια δεν καταφέραμε να τα ανάψουμε. Του τραγουδήσαμε όμως και στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε σε ένα χαράκωμα.

Εκεί, προφυλαγμένοι από τους αέρηδες, «απλώσαμε» το γιορτινό τραπέζι των γενεθλίων (φωτ. 74, 75, 76).

Τα λεπτά της ώρας κυλούσαν.

Μάς περίμεναν η πολύωρη κατάβαση και η επιστροφή στη Βέροια.

Συμμαζέψαμε τα πράγματά, καθαρίσαμε τον χώρο που μάς «φιλοξένησε» για 30 λεπτά  και ξαναφορτωθήκαμε τα κάπως ελαφρύτερα σακίδιά μας.

Ρίξαμε μια τελευταία ματιά, όσο φυσικά μπορέσαμε να «ταξιδέψουμε» τη ματιά μας, και ξεκινήσαμε.

Η επιστροφή μας από το ίδιο μονοπάτι.

Η διαδρομή γνώριμη και οι γύρω εικόνες μάς ήταν γνωστές. Διέφεραν μόνο ως προς τη γωνία φωτισμού τους.

Η κατάβαση στο απότομο του βράχου ήθελε μεγάλη προσοχή και στο υπόλοιπο της διαδρομές χρειάζονταν γερά γόνατα και υπομονή (φωτ. από 77 έως και 88).

Κατεβαίναμε.

Φτάνοντας στην «ιπτάμενη» πινακίδα με τον αριθμό κινητού, μπήκα στον πειρασμό να τηλεφωνήσω και να επικοινωνήσω με κάποιων, προκειμένου να συλλέξω πληροφορίες και να μου λυθούν κάποιες απορίες.

Το ακουστικό σήκωσε ο Γεώργιος Τσουκαλίδης.

Έτσι γνώρισα, τηλεφωνικά, τον «υπογράφοντα» στις πινακίδες και στις σημάνσεις του μονοπατιού με τα αρχικά ‘‘Γ Τ’’!!!

Μιλώντας μαζί του έμαθα ότι είναι ένας από τους δημιουργούς του μονοπατιού και παραμένει ο κύριος συντηρητής του.

Είναι αυτός που τοποθέτησε τις πινακίδες και τις σημάνσεις ( δημιουργίες του ), που μετέφερε τα σχοινιά και καλλωδιόσχοινα, που κουβάλησε στη πλάτη του το εκκλησάκι-μινιατούρα μέχρι τα 1.900 μέτρα υψόμετρο. Είδαμε τις φωτογραφίες του στην πόρτα του μικρού καταφύγιου ανάγκης.

Είναι ο Πόντιος που μαζί με λιγοστούς εθελοντές συντηρεί τον οικίσκο και εξακολουθεί να καθαρίζει το μονοπάτι με πολλή προσωπική δουλεία και αγοράζοντας υλικά χρησιμοποιώντας κάποια από τα λιγοστά λεφτά των συνδρομητών του Ε.Ο.Π.Σ ‘‘Το Μπέλλες’’.

Συνδρομητών, που τα ονόματά τους αναγράφονται στο κόκκινο φόντο των βαμμένων βράχων που συναντήσαμε (!!).

Τον ρώτησα για το βοηθητικό σχοινί-καλλωδιόσχοινο και μου απάντησε ότι καλύπτει μία απόσταση του ¼ περίπου της όλης διαδρομής (;;!!).

Έτσι, μού λύθηκαν οι απορίες.

Τον ευχαρίστησα και συνέχισα να κατηφορίζω το μονοπάτι μέχρι το Νεοχώρι.

Με τη συζήτηση δεν καταλάβαμε για πότε φτάσαμε στο αυτοκίνητο.

Χρειαστήκαμε 4 ώρες κατάβασης για να βρεθούμε από τα 2.031 μέτρα υψόμετρο στο εξωκλήσι του ‘‘Αγ. Ραφαήλ’’.

Άρχιζαν να συγκεντρώνονται στον ουρανό τα σκουρόχρωμα σύννεφα.

Αρχίσαμε και εμείς να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στην έδρα μας, στη Βέροια, στα σπίτια μας.

Τη στιγμή εκείνη έφτανε στο τέλος της η «εκτός έδρας» κυριακάτικη δραστηριότητά μας στον ορεινό όγκο του βουνού ‘‘Μπέλλες’’.

Αφού ετοιμαστήκαμε, φύγαμε από το Νεοχώρι Σιντικής με το «δημοσιογραφικό» μου μπλοκάκι γεμάτο από αμέτρητες στιγμές που βιώσαμε κυριακάτικα και στη μνήμη της φωτογραφικής μου μηχανής να «φωλιάζουν» πάνω από 300 φωτογραφίες που «αιχμαλώτισε» ο φακός κατά την διάρκεια της πολύωρης πορείας μας στο βουνό.

Φεύγοντας για τη Βέροια άλλη μία ορειβατική μας εξόρμηση προστέθηκε στις εκατοντάδες του «ορειβατικού μας βιογραφικού».

«Μόνο η επιμονή οδηγεί στην επιτυχία του σκοπού.» (Φ. Σίλερ)

Απολογισμός:

Διαδρομή:  Νεοχώρι Σιντικής (υψ. 137 μ.) → όμορφα διαμορφωμένο μονοπάτι με πολύ καλή σήμανση → εξωκλήσι ‘‘Αγ. Παρασκευής’’ → εξωκλήσι ‘‘Αγ. Γεωργίου’’ → μονοπάτι με μεγάλη κλίση και τις «ιπτάμενες» πινακίδες με μηνύματα → πηγή ‘‘Τάς Μαντράς’’ (υψ. 1.210 μ.) → βαμμένος βράχος με ονόματα →  ‘‘Μικρό Λούκι’’ → μικρός οικίσκος με πηγή (υψ. 1.420 μ.) → κόψη ράχης → απότομος βράχινος όγκος → εκκλησάκι μινιατούρα ‘‘Αγ. Γεωργίου’’ (υψ. 1.900 μ.) → κορυφή ‘‘Σιδηρόπετρα’’ στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα (υψ. 2.031 μ.) → επιστροφή από το ίδιο μονοπάτι.

Υψομετρική διαφορά: 1.996 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα )

Χρόνος: 10 ώρες και 56 λεπτά ( συνολικός χρόνος)

Απόσταση: 20,3 χιλιόμετρα