Η Ορειβατική Ομάδα Βέροιας "Τοτός" στο Πίνοβο και στη χιονισμένη κορυφή Βίσογκραντ

 

«Η αυτοπεποίθηση και η τόλμη είναι δύο αναγκαίοι όροι κάθε μεγάλης προσπάθειας.» (Ευβουλίδης)

Περιγραφή   Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Αθανάσιος Συργιάννης

Έξω ακόμη σκοτάδι. Ο ουρανός ξάστερος. Είχε ψυχρούλα, η θερμοκρασία κοντά στους 2 βαθμούς Κελσίου. Στο ημερολόγιο: 17-02-2019, μέρα Κυριακή. Τα ρολόγια δείχνανε 06.00΄ π.μ.. Ξεκινούσε μια καινούργια μέρα.

Ξεκινούσαμε και εμείς, τα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός», για μία ακόμη κυριακάτικη ορειβατική εξόρμησή μας. Η πόλη της Βέροιας ακόμη κοιμόταν (φωτ. 1).

Φύγαμε.

Αφήσαμε πίσω μας την πρωτεύουσα της Ημαθίας και μπήκαμε στον επαρχιακό ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση προς την Αριδαία Αλμωπίας. Ο οδικός προορισμός μας, το μικρό ορεινό χωριό Αετοχώρι Νομού Πέλλας.

Επιλέξαμε την πιο πάνω περιοχή με σκοπό να πραγματοποιήσουμε την προγραμματισμένη κυριακάτικη δραστηριότητά μας: «Ανάβαση στη δεύτερη σε υψόμετρο κορυφή, το ‘‘Βίσογκραντ’’, του ορεινού όγκου του βουνού Πίνοβο.» (φωτ. 2).

Η οδική  διαδρομή μας: Βέροια-Σκύδρα-Μαυροβούνι-Νέα Ζωή-Ξιφιανή-Αριδαία. Φτάνοντας στην πλατεία της κωμόπολης, ακολουθήσαμε τον ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση προς Ριζοχώρι-Φιλώτεια-Φούστανη. Βγαίνοντας από τη Φούστανη ο επαρχιακός ασφαλτόδρομος άρχισε να γίνεται ανηφορικός και με πολλά στροφηλίκια.

Στο κοντέρ του αυτοκινήτου η χιλιομετρική ένδειξη πλησίαζε στο διψήφιο 30. Ήταν η απόσταση που είχαμε διανύσει από την Αριδαία. Κοντεύαμε στον προορισμό μας.

Μπροστά μας άρχιζε να ορθώνεται ο ορεινός όγκος Πλάτσα ή Μπλάτσα, όπως αλλιώς ονομαζόταν αρχικά το Πίνοβο, το βουνό δηλαδή που βρίσκεται στα βόρεια του Νομού Πέλλας και αποτελεί μέρος του φυσικού συνόρου που χωρίζει την Ελλάδα από τα Σκόπια (φωτ. 3, 4).

Φτάσαμε στα 680 μέτρα υψόμετρο. Βρισκόμασταν στο Αετοχώρι, το περιτριγυρισμένο από πανέμορφα μεικτά δάση ορεινό χωριό Νομού Πέλλας. Παντού η πρωϊνή ησυχία.

Στην πολύ όμορφα διαμορφωμένη πλατεία του χωριού, με τον χαρακτηριστικό υπεραιωνόβιο πλάτανο στο κέντρο της και το κτίριο, στο βάθος, που στεγάζει τον τοπικό Πολιτιστικό Σύλλογο «Το Πίνοβο», δεν συναντήσαμε ανθρώπινη παρουσία. Μόνο κάποια σκυλιά, που μόλις μας αντιλήφθηκαν, τρέξανε προς τα αυτοκίνητα κουνώντας τις ουρές τους και «καλωσορίζοντάς» μας με το χαρούμενο γάβγισμά τους (φωτ. 5).

Στο χωριό δεν σταματήσαμε. Προσπεράσαμε την πλατεία και μπήκαμε στο χωματόδρομο που ξεκινά λίγο πιο πάνω από το πετρόχτιστο οικίσκο, που τα τελευταία χρόνια διαμορφώθηκε σε μαγαζάκι εστίασης με το όνομα «CΑΛΟΓΕΡΟC».

Ο χωματόδρομος που ακολουθούσαμε με νεροφαγιές. Μετά το χωριό συνέχιζε σαν δασικός δρόμος με κατεύθυνση προς τη θέση «Τα Πευκάκια», που ήταν και το σημείο εκκίνησης της πεζοπορικής μας δραστηριότητας.

Η οδήγηση προσεκτική. Οι νεροφαγιές, μετά της βροχές και το λιώσιμο του χιονιού, οι σκόρπιες πέτρες, που κείτονταν σε όλο το πλάτος και μήκος του δρόμου, δυσκόλευαν την διέλευση των 4Χ4.

Η πολύ κακή κατάσταση του χωματόδρομου δεν μας επέτρεψε να απολαύσουμε τον ανατέλλοντα ήλιο που «προσπαθούσε» με τις έντονα φωτεινές ακτίνες του, που διαπερνούσαν μέσα από τα πυκνά και γυμνά από φύλλωμα κλαδιά των δένδρων, να «τραβήξει» τα βλέμματά μας πάνω του.

Στιγμιαίες ματιές, ήταν το «ευχαριστώ» μας στην μάταιη προσπάθειά του (φωτ. 6).

Προχωρούσαμε αργά. Όσο ανεβαίναμε ο χωματόδρομος άρχιζε να γίνεται λασπώδης και τα πρώτα χιόνια δεν άργησαν να φανούν. Κάποια στιγμή φτάσαμε, επιτέλους, στο σημείο που το αρκετό χιόνι δεν μας επέτρεπε, πλέον, να συνεχίσουμε οδικώς. Σταθμεύσαμε τα τζιπ σε ένα μικρό πλάτωμα του χωματόδρομου και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε.

Γύρω μας τρέχανε, κουνώντας χαρούμενα την ουρά τους, τα δύο σκυλιά που μας ακολούθησαν σε όλη τη διαδρομή από το Αετοχώρι. Ήταν τα «σκυλιά ορειβάτες», όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι, που ακολουθούν τους περιπατητές που επισκέπτονται την περιοχή.

Βρισκόμασταν στα 1.050 μέτρα υψόμετρο. Η μέρα έδειχνε πως θα συνέχιζε να ήταν καταπληκτική. Στο βουνό, όμως, όλα είναι απρόβλεπτα. Οι κινήσεις μας γρήγορες. Οι -2 βαθμοί Κελσίου δεν μας επέτρεπαν για περισσότερη καθυστέρηση.

Στα σακίδιά μας, πέρα από τα ήδη υπάρχοντα, προσθέσαμε και τα απαραίτητα κραμπόν + πιολέ, που θα μας χρησίμευαν στις απότομες χιονισμένες πλαγιές κοντεύοντας στην κορυφή του προορισμού μας.

Ο Θανάσης ενεργοποίησε το GPS, για την καταγραφή της διαδρομής και την αποθήκευση στοιχείων που θα μας ήταν χρήσιμα στο μέλλον. Συντονίσαμε τους ασυρμάτους και αφού ετοιμαστήκαμε, φορτωθήκαμε τα βαριά σακίδιά μας και ξεκινήσαμε. Μας ακολούθησαν και τα σκυλιά.

Η πορεία μας, αρχικά, πάνω στο χιονισμένο δασικό δρόμο, που περνούσε μέσα από δάσος Οξιάς και σε κάποιο σημείο της διαδρομής του προσπερνούσε τη θέση « Τα Πευκάκια». Σκοπός μας ήταν να φτάσουμε στο σημείο εκείνο και στη συνέχεια να πάρουμε το μονοπάτι για τις κορυφές (φωτ. 7, 8).

Εγώ με τον Τοτό, οι τελευταίοι, για να αποφύγουμε τα πολλά στροφηλίκια του χωματόδρομου, χαράξαμε «δικιά μας» διαδρομή μπαίνοντας στην πλαγιά με το πυκνό μεικτό δάσος και περνώντας από κάποια κομμάτια της με μεγάλη κλίση.

Σε κάποιο σημείο θα συναντούσαμε και τους προπορευόμενους της ομάδας, που είχαν ξεκινήσει λίγο νωρίτερα από μας.

Ακολούθησα τον 80χρονο αρχηγό μας που ξέρει τα βουνά «απ’ έξω», αφού τα είχε περπατήσει αμέτρητες φορές (φωτ. 9, 10).

Η ανηφορική πορεία μας σε μια απαιτητική πλαγιά με πυκνό δάσος και περπατώντας πάνω στο μαλακό «χαλί» από κιτρινοκαφετί χρωματισμού πεσμένα φύλλα ήταν διάρκειας 35 λεπτών.

Τόσο χρόνο χρειαστήκαμε, εγώ με τον Τοτό, για να φτάσουμε στο σημείο που ο δασικός δρόμος περνούσε μέσα από το χαρακτηριστικό «στένωμα», αποφεύγοντας τα πολλά στροφηλίκια του.

Άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους: η κορυφή «Καλόγερος» (υψ. 1.873 μ.) και εκείνη του προορισμού μας, η «Βισογκραντ» με υψόμετρο 2.145 μ. ή  2.150 μ. κατ’ άλλους (φωτ. 11).

Βγαίνοντας από το 20/μετρο «στένωμα» αρχίσαμε να πατάμε πάνω σε παγωμένο χιόνι, που κάλυπτε όλο το δασικό δρόμο. Όσο προχωρούσαμε αντικρίζαμε πανέμορφες εναλλασσόμενες εικόνες τοπίων.

Μπροστά μας ορθωνόταν, ολοένα, ο σκουρόχρωμος βραχώδης όγκος με την μυτερή απόληξη. Ήταν ο «Καλόγερος» που άρχιζε να ξεπροβάλλει πρώτος και καμαρωτός πάνω από τις κορυφές των δένδρων, δίνοντας την εντύπωση πως ήταν πολύ κοντά μας. Και όμως, θέλαμε πολύ ανηφορικό δρόμο ακόμη για να φτάσουμε στη βάση του.

Στα δεξιά μας, βλέπαμε την λευκόγκριζη και άγριας ομορφιάς βραχώδη κορυφογραμμή του ανατολικού τμήματος του ορεινού όγκου, με την κορυφή «Ανώνυμη» στο ψηλότερο σημείο της. Πίσω μας, η «Μεγάλη Τζένα». Και ακόμη πιο δεξιότερά της, βλέπαμε ένα τμήμα της κορυφής «Μικρή Τζένα» (φωτ. 12, 13, 14).

Περπατούσαμε δίπλα στα ίχνη λύκου και σε ένα ανήλιο κομμάτι της διαδρομής. Η ψυχρούλα αισθητή. Τα πνευμόνια σε κάθε ανάσα μας γέμιζαν με καθαρό κρύο αέρα που μας αναζωογονούσε και η ψυχρούλα της ατμόσφαιρας μας τσίτωνε το δέρμα του προσώπου.

«Με το ψυχρό στο πρόσωπο μας αέρα, τον πλαστικό χειρούργο τον κάνουμε πέρα», τραγουδούσαμε.

Χρειαστήκαμε 10 λεπτά πορείας, πάνω στο χιονισμένο δασικό δρόμο, για να φτάσουμε από το «στένωμα» στη θέση με τοπωνυμία «Τα Πευκάκια» (φωτ. 15).

Βγήκαμε από το δασικό δρόμο και κατευθυνθήκαμε προς το πευκόδασος. Από το σημείο αυτό μπαίναμε πλέον στο μονοπάτι με σήμανση, μία πολύ καλή δουλειά από τους Ορειβατικούς Συλλόγους της περιοχής. Ακολουθούσαμε τα κίτρινα σημάδια που συναντούσαμε στους κορμούς των δένδρων, στους βράχους και στις πέτρες.

Περάσαμε το πευκόδασος και μπήκαμε σε ένα πυκνό δάσος οξιάς. Ο ήλιος άρχισε να φωτίζει όλο το σκηνικό. Αρχίσαμε να νιώθουμε την ευχάριστη ζεστασιά του. Γύρω μας η Φύση «ζωγράφιζε». Επιφωνήματα θαυμασμού.

Θα ήταν μεγάλο λάθος εάν αυτό το έργο τέχνης της φύσης περνούσε έτσι, απαρατήρητο. Οι φωτογραφικές μας μηχανές «πήρανε» φωτιά. Τα «κλικ» των κλείστρων ασταμάτητα και οι αμέτρητες εικόνες χιονισμένων τοπίων άρχισαν να «συνωστίζονται» στις κάρτες μνήμης των ψηφιακών (φωτ. από 16 έως και 20).

Δεν κάναμε παραπάνω από 30 λεπτά πορείας από τη θέση «Τα Πευκάκια» και συναντήσαμε το κόκκινο βέλος στον κορμό οξιάς που έδειχνε την κατεύθυνση του μονοπατιού προς τα αριστερά.

Εμείς δεν ακολουθήσαμε την υπόδειξη του βέλους, αλλά στρίψαμε δεξιά προς το χιονισμένο λιβαδάκι, ένα μικρό πλάτωμα, με τα πανύψηλα δένδρα οξιάς γύρω του. Εγκαταλείψαμε έτσι το κλασικό μονοπάτι και μπήκαμε στο «δικό μας» προκειμένου να κάνουμε τη γνωστή στην ομάδα, από τις προηγούμενες παρόμοιες εξορμήσεις μας στην περιοχή, διαδρομή.

Θα ανηφορίζαμε μεν μια πλαγιά με μεγάλη κλίση, αλλά θα αποφεύγαμε δε το μεγάλο κύκλο, που θα έπρεπε να κάνουμε προκειμένου να βρεθούμε, μετά από αρκετή ώρα, στο ίδιο σημείο. Στο σημείο, δηλαδή, με τη τελευταία πηγή νερού, που τρέχει στη βάση ενός ογκώδους σκουρόχρωμου πυραμιδοειδούς βράχου. Ο χαρακτηριστικός αυτός βράχος βρισκόταν από την άλλη πλευρά του ορεινού τείχους, που βλέπαμε να ορθώνεται μπροστά μας. Με τη «δικιά μας» διαδρομή θα μειώναμε την απόσταση και θα κερδίζαμε χρόνο. Στο ξέφωτο ολιγόλεπτη στάση (φωτ. 21).

Νερό, μπάρες δημητριακών, σοκολάτα, μπισκότα, για ενέργεια και συνεχίσαμε την πορεία μας.

Μετά το χιονισμένο λιβαδάκι αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά με τη μεγάλη κλίση. Μπήκαμε για ακόμη μια φορά μέσα στο πυκνό δάσος με τις πανύψηλες οξιές (φωτ. 22, 23).

Η ανάβαση κουραστική, κοπιώδης, αλλά σύντομη. Στα 1.400 μέτρα υψόμετρο το δάσος άρχιζε να αραιώνει. Μπαίναμε, πλέον, στο γυμνό κομμάτι της διαδρομής. Όσο ανεβαίναμε, τόσο κοντεύαμε στα υποαλπικά χιονισμένα λιβάδια.

Δεξιά μας ορθωνόταν, δείχνοντας το μπόϊ της, η τέταρτη σε ύψος κορυφή του Πίνοβου,  «Καλόγερος» ( υψ. 1.873 μ.). Φτάνοντας στον αυχένα του «Καλόγερος», η εικόνα που αντικρίσαμε φανταστική. Χρειαστήκαμε μία ώρα και 30 λεπτά ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε από τα αυτοκίνητά μας στο σημείο που βρισκόμασταν.

Μπροστά μας στο βάθος, ουάου, βλέπαμε ένα κατάμαυρο θεόρατο τοίχο να ορθώνεται επιβλητικά πάνω από τα δάση οξιάς, που απλώνονταν κάτω χαμηλά στη βάση του. Ήταν ο «Μαύρος Βράχος» που εντυπωσιάζει στη θέα του τόσο με τον όγκο του, όσο  και την κάθετη βραχώδη πλαγιά του.

Κοιτάζοντας λίγο δεξιότερά του, βλέπαμε να ξεπροβάλλει από πίσω η χιονισμένη κορυφή «Βίσογκραντ» του προορισμού μας. Ταξιδεύοντας το βλέμμα μας ακόμη πιο δεξιά, είδαμε τον βράχινο κατάμαυρο όγκο πυραμιδοειδούς σχήματος, που στη βάση του υπάρχει πηγή νερού (φωτ. 24, 25).

Πίσω μας, η κορυφή «Καλόγερος» με το άγριο, απότομο, σκουρόχρωμο, βραχώδες τμήμα της (φωτ. 26).

Στον αυχένα δεν καθυστερήσαμε πολύ. Νερό, γεμιστά μπισκότα, αντηλιακή στο πρόσωπο. Φωτογραφίες, μια τελευταία ματιά στο πανέμορφο γύρω σκηνικό, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε.

Κατηφορίσαμε προς την χιονισμένη «Κοιλάδα των Βράχων». Προχωρούσαμε, δηλαδή, στο κομμάτι εκείνο του αλπικού χορτολίβαδου με τους βράχους διάφορων μεγεθών να κείτονται σκορπισμένοι παντού στην περιοχή (φωτ. 27).

Φτάνοντας στην πηγή, την προσπεράσαμε. Συνεχίσαμε. Αφήσαμε στα δεξιά μας τον χαρακτηριστικό βράχο με την πηγή στη βάση του και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε μια πλαγιά με μεγάλη κλίση (φωτ. 28).

Το τοπίο χιονισμένο και γυμνό από δενδρώδη βλάστηση. Ανηφορίζαμε. Ακολουθούσαμε ακόμη το κλασικό μονοπάτι με την κίτρινη σήμανση. Η μέρα ηλιόλουστη και ο ήλιος με την ευχάριστη ζεστασιά του.

Η ανάβαση απαιτητική. Περπατούσαμε πάνω σε χιόνι που, ευτυχώς, ήταν καλής ποιότητας. Παγωμένο σε τέτοιο βαθμό που δεν βουλιάζαμε, αλλά ούτε και γλιστρούσαμε (φωτ. 29, 30).

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην πλαγιά με την ακόμη μεγαλύτερη κλίση. Σε κάποιο σημείο της, αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε το κλασικό μονοπάτι (στη φωτογραφία με μαύρη) για να «γλυτώσουμε», έτσι, το μεγάλο πέταλο της διαδρομής που σχηματιζόταν λίγο πιο πάνω, στα δεξιά μας

Γνωρίζοντας την δυνατότητα και την ικανότητα των μελών της ομάδας, καταλήξαμε να κάνουμε μια «δικιά μας» διαδρομή στην απότομη πλαγιά του βραχώδους όγκου (στη φωτογραφία με κόκκινη γραμμή), ανεβαίνοντας το δυσκολότερο κομμάτι του βουνού που αυτή την εποχή ήταν καλυμμένο με χιόνι. Άλλες εποχές το κομμάτι αυτό είναι απαγορευτικό, λόγω της σάρας και των σαθρών βράχων (φωτ. 31).

Άρχιζαν τα δύσκολα. Η χρήση των πιολέ ήταν πλέον απαραίτητη και τα κραμπόν στα άρβυλα υποχρεωτικά. Σταματήσαμε για μια ολιγόλεπτη ξεκούραση και για την κατάλληλη προετοιμασία. Ελαφρύναμε τα σακίδιά μας από το βάρος των κραμπόν+πιολέ και κάναμε κάπως βαρύτερα τα άρβυλά μας «κουμπώνοντας» τα…καρφιά.

Βαθιές ανάσες. Κοιτάξαμε προς την πλαγιά του τολμήματός μας, πήραμε δυνάμεις, φορτωθήκαμε τα σακίδια και ξεκινήσαμε (φωτ. 32, 33, 34).

Τα βήματά μας αργά και προσεκτικά, δημιουργούσαμε σταθερά πατήματα. Οι ανάσες μας βαθιές. Η ανηφορική πορεία μας «ζιγκ-ζαγκ». Μπροστά μας η απότομη χιονισμένη πλαγιά που ανηφορίζαμε. Στα δεξιά μας βλέπαμε την «Μικρή Τζένα» και στα αριστερά μας αντικρίζαμε την κορυφογραμμή που κατέληγε στην ψηλότερη κορυφή του ορεινού όγκου, την «Κορφούλα» (υψ. 2.156 μ.).

Ρίχνοντας γρήγορες ματιές προς τα πίσω, βλέπαμε την απότομη κλίση της πλαγιάς που ανεβαίναμε και ακόμη πιο χαμηλά, στο βάθος, διακρίναμε, λές και τα βλέπαμε από το αεροπλάνο, τον σκουρόχρωμο κάμπο της Αλμωπίας με τα χωριά του και τους δρόμους του (φωτ. από 35 έως και 42).

Κοντεύαμε στην κορυφή. Ήμασταν πολύ κοντά στον προορισμό μας. Λίγα μόλις βήματα μας χώριζαν  από το  πυργάκι στα 2.145 μέτρα υψόμετρο (φωτ. 43, 44).

Φτάσαμε. Μαζί μας και τα δύο «σκυλιά ορειβάτες» του χωριού. Χρειαστήκαμε 4 ώρες και 20 λεπτά συνεχούς ανηφορικής πορείας από τα αυτοκίνητά μας για να φτάσουμε στον προγραμματισμένο κυριακάτικο προορισμό μας (φωτ. 45).

Επιφωνήματα χαράς. Τα συναισθήματά μας ανάμεικτα. Βρισκόμασταν στη μοιρασμένη, επειδή βρίσκεται ακριβώς πάνω στη συνοριακή γραμμή, μεταξύ Ελλάδος και Σκοπίων κορυφή «Βίσογκραντ», που είναι η λιγότερο «μπαρουτοκαπνισμένη» από εκείνη την, πολύ γνωστή σε όλους, κορυφή «Κορφούλα».

Ο λόγος που χαρακτηρίζεται έτσι είναι ένας και μοναδικός, η θέση της. Επειδή βρίσκεται στο κομμάτι της κορυφογραμμής με τα εντυπωσιακά γκρέμια και με τις διάφορες μορφολογικές κλίσεις, που βλέπει κανείς και από τις δύο πλευρές της.

Η θέα από ψηλά, «ουάου», φανταστική-απερίγραπτη. Όλα όσα αντικρίζαμε γύρω μας πανέμορφα. Που να πρωτοκοιτάξεις, τι να πρωτοθαυμάσεις;;!!! Οι φωτογραφικές «πήραν»…φωτιά. Τα φλάς «άναβαν» ασταμάτητα. Και η Φύση, λές και ήταν μοντέλο, μας «χαμογελούσε» και «άστραφτε» καμαρωτή.

«Όλα τα όμορφα κάποτε φτάνουν στο τέλος τους.» Ήρθε η στιγμή που έπρεπε να επιστρέψουμε. Μας περίμενε μια δύσκολη κατάβαση μέσα από τις «Πόρτες». Τελευταίες ματιές. Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε ακολουθώντας μια άλλη διαδρομή.

Η πορεία μας, αρχικά, πάνω στην κορυφογραμμή, στα Ελληνοσκοπιανά σύνορα, με κατεύθυνση προς τον αυχένα «Βίσογκραντ» - «Καλόγερος» (φωτ. 46, 47, 48).

Φτάσαμε στο σημείο πάνω ακριβώς από τις «Πόρτες». Ήμασταν λίγο ψηλότερα από το «στένωμα» μεταξύ απότομων πανύψηλων  βράχων, που το πέρασμά του θέλει πολύ προσοχή λόγω της μορφολογίας του και της επιφανειακής σύνθεσής του. Η πλαγιά στο κομμάτι εκείνο έχει πολύ μεγάλη κλίση και σε κάποια σημεία της γίνεται απότομη. Η επιφάνειά της είναι καλυμμένη εξ’ ολοκλήρου από σάρα, δηλαδή από συγκεντρωμένες μετακινούμενες πέτρες-πλάκες.

Το πέρασμα από τις «Πόρτες» όλες τις άλλες εποχές του χρόνου είναι απαγορευτικό.

Αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε το δεύτερο τόλμημα της μέρας, αφού πρώτα, ο Άκης είχε κάνει την αναγνωριστική επίσκεψη στο κομμάτι εκείνο και μας έδωσε το «ΟΚ μετά την εκτίμηση της ποιότητας του χιονιού. Ξεκινήσαμε.

Τα πιολέ σε ετοιμότητα και τα κραμπόν να «καρφώνονται» στο  ελαφρά παγωμένο χιόνι. Τα αστειάκια σταμάτησαν και όλη η προσοχή μας ήταν στραμμένη στα πατήματα και στα στηρίγματα. Κάποιες συμβουλές από τον Άκη, που μας παρακολουθούσε σε όλη τη κατάβαση (φωτ. από 49 μέχρι και 53).

Το πέρασμά μας από το απότομο κομμάτι «Πόρτες» διάρκειας 15 λεπτών (φωτ. 54, 55).

Βγαίνοντας από το «στένωμα» όλα πλέον ήταν απλά. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την πλαγιά μέχρι να συναντήσουμε τα πρωϊνά μας πατήματα. Φτάνοντας στην «Κοιλάδα των Βράχων» τα «βρήκαμε». Κοιτάξαμε πίσω μας για να δούμε, από χαμηλά, τα κατορθώματά μας. Μπορέσαμε να διακρίνουμε τα πατήματά μας (φωτ. 56, 57).

Στην «Κοιλάδα των Βράχων» κάναμε τη μεγαλύτερης διάρκειας στάση μας. Νερά, σάντουϊτς, ξηροί καρποί, μπάρες δημητριακών, ήταν ό,τι πρέπει μετά από μία τόσο απαιτητική πορεία. Απομακρύναμε τα κραμπόν από τα άρβυλά μας και μαζί με τα πιολέ τα «φορτώσαμε» στα σακίδια, κάνοντάς τα και πάλι κάπως βαρύτερα.

Φωτογραφίες, τελευταίες ματιές και ξεκινήσαμε. Η επιστροφή μας από το γνώριμο μονοπάτι, πατούσαμε πάνω στα πρωινά πατήματά μας. Οι εικόνες γνώριμες, διέφερε μόνο η γωνία φωτισμού τους.

Η επιστροφή μας: «Κοιλάδα των Βράχων» - ο πυραμιδοειδής βράχος με την πηγή στη βάση του – ο αυχένας του «Καλόγερου» - πλαγιά με το δάσος οξιάς – το μικρό ξέφωτο – το κλασικό μονοπάτι με την κίτρινη σήμανση – θέση «Τα Πευκάκια» - «στένωμα» δασικού δρόμου - δασικός δρόμος – αυτοκίνητα (φωτ. από 58 έως και 63).

Η επιστροφή από την κορυφή χρονικής διάρκειας 3ων ωρών. Φτάνοντας στα αυτοκίνητά μας, έφτανε στο τέλος της άλλη μία κυριακάτικη δραστηριότητά μας.

Γεμάτοι εμπειρίες και με αμέτρητες εικόνες να «φωλιάζουν» στην άκρη του μυαλού μας, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στην Βέροια.

Απολογισμός:

Διαδρομή:  λίγο πιο πάνω από το χωριό Αετοχώρι (υψ. 1.050μ.)– θέση «Τα Πευκάκια» - «Κοιλάδα των Βράχων»- ανάβαση από απότομη χιονισμένη πλαγιά – κορυφή

«Βίσογκραντ» (υψ. 2.145μ.) – κορυφογραμμή – πέρασμα από «Πόρτες» -

«Κοιλάδα των Βράχων» - επιστροφή

Ομάδα: 6 άνδρες

Υψομετρική διαφορά: 1.100 μ. ( με τα σκαμπανεβάσματα)

Απόσταση: 15 χλμ.

Χρόνος: 7 ώρες και 20 λεπτά ( συνολικός χρόνος)

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 79 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια