"Δημοσιογραφικός λόγος και παιδαγωγική των Μ.Μ.Ε" (3) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Ο εκπαιδευτικός γραμματισμός για τα Μ.Μ.Ε

[Τρίτο Μέρος]

Τα Μ.Μ.Ε ανατέμνουν, μάλλον δημιουργικά, τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Η επενέργειά τους, προπάντων στη διαμορφούμενη σημειολογία της δυτικής κουλτούρας, είναι καταλυτική. Δημιουργούνται συνθήκες αλληλεπίδρασης με σημαίνον γνώρισμα την επικοινωνιακή πολυμέρεια. Ταυτόχρονα, οι επιτελούμενες πολιτισμικές λειτουργίες αντανακλούν αισθητικές επιταγές. Τείνει να διαφοροποιηθεί ή και να ανατραπεί η παραδοσιακή κοσμοαντίληψη στη σύζευξη γνώσης και πράξης. Τα μέσα επηρεάζουν δραματικά την καθημερινότητά μας. Η επικοινωνιακή σήμανση του χωροχρόνου σήμερα, η θεώρηση της πραγματικότητας – μέσα από τη μεγεθυσμένη ή την παραμορφωτική κατόπτευση της όποιας αλήθειας – η ψυχαγωγία αλλά και η μάθηση επαναπροσδιορίζονται εννοιολογικά. Οι αλλαγές είναι καταιγιστικές και σχετίζονται με τον κριτικό έλεγχο των ειδήσεων, που μας κατακλύζουν, στα όρια της εκμαθημένης εμπειρίας. Επιπρόσθετα, διερευνάται η πληροφορία καθαυτή, ως προς τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, την καταστατική της αναφορά, την πολυσημία της. Στην εδραίωση του σύγχρονου τεχνοπολιτισμού τα μέσα επικοινωνίας αποτελούν το θεμέλιο έρεισμά του.

Αναμφίβολα η παγκοσμιοποίηση των Μ.Μ.Ε είναι φαινόμενο δυναμικό και πολυσχιδές. Εξακολουθεί να δεσπόζει ως ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα έρευνας κατά την τελευταία εικοσαετία. Διατυπώνονται βάσιμες ενστάσεις για την πραγματική σημασία της παγκοσμιοποιημένης επικοινωνίας, όπως ήδη έχει διαμορφωθεί σήμερα, τη μεταβλητότητα, που τη διέπει, καθώς και για την έκταση των ορίων της. Ανακύπτει εύλογα το ερώτημα : «Η παγκοσμιοποίηση των media είναι όντως υπεύθυνη για μία δίχως προηγούμενο κοινωνική μεταβολή, για τη ‘συμπίεση’ του χρόνου και την κατάργηση των συνόρων, τη ‘μακροημέρευση’ του παγκόσμιου καπιταλισμού, τη δημιουργία μίας παγκόσμιας ιεραρχίας Μ.Μ.Ε, την περαιτέρω ομογενοποίηση του πολιτισμού ή μήπως η σημασία τους έχει υπερεκτιμηθεί;» [1].

Ανεξάρτητα από τις αδυναμίες της, η παγκοσμιοποιημένη έκφανση των Μ.Μ.Ε αντανακλά ένα σύνθετο πρόβλημα. Οι ενδοιασμοί για την ακαδημαϊκή θεώρηση του φαινομένου αφορούν τους όρους ανάλυσής του. Καταγράφονται παρακινδυνευμένες γενικεύσεις. Συγκεκριμένα το «παγκόσμιο» σπανίως σημαίνει «οικουμενικό». Σηματοδοτεί αποκλειστικά τη δυτική κουλτούρα και τους φορείς της μεταβιομηχανικής ανάπτυξης στο βόρειο ημισφαίριο. Διαπιστώνεται ακόμη ότι η έννοια του «τοπικού» ελάχιστα ταυτίζεται με το «εθνικό». Ενδέχεται μάλιστα η εθνική σήμανση στην επικοινωνία να καταδυναστεύει την τοπική έκφραση. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και εντός των αυτών κρατικών ορίων. Στην Ελλάδα, επί παραδείγματι, ο «αθηνοκεντρισμός» λειτουργεί σαρωτικά και πλήττει τα περισσότερα μέσα τοπικής εμβέλειας. Ένα άλλο σημείο τριβής αφορά την αντίστιξη του «εθνικού» πολιτισμού προς τον επικοινωνιακό ιμπεριαλισμό του παγκόσμιου τεχνοπολιτισμού. Η πολιτιστική αυτονομία των κρατών λαμβάνεται περισσότερο ως πολιτικό αίτημα παρά ως μετρήσιμο μέγεθος ανάλυσης. Τέλος, τα οικονομικά χαρακτηριστικά του παγκοσμιοποιημένου μοντέλου στην επικοινωνία είναι σαφή.

Καταρχάς αναδύεται η διεθνής βιομηχανία των Μ.Μ.Ε και ο συνεχής έλεγχός της από πολυεθνικούς επικοινωνιακούς οργανισμούς. Η «ευημερία» της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων μεγιστοποιεί φυσικά και την κερδοφορία. Το ευρύτερο περιβάλλον, στο οποίο εντάσσονται αυτοί οι φορείς, λειτουργεί απορρυθμιστικά. Ο ανταγωνισμός είναι αδυσώπητος και επιβάλλονται σαρωτικά οι ιδιωτικοποιήσεις. Ταυτόχρονα επιλέγεται η συστηματική χρήση των νέων τεχνολογιών. Διαπιστώνεται όμως ότι η ροή της πληροφορίας εντός του παγκόσμιου συστήματος κατανέμεται άνισα. Η δυνατότητα πρόσβασης που έχουν οι πολίτες του κόσμου στον κυβερνοχώρο ή στα διεθνή επικοινωνιακά δίκτυα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Τα σύγχρονα Μ.Μ.Ε ομογενοποιούν αλλά και τυποποιούν ορισμένα από τα παραγόμενα προϊόντα τους. Συνδέονται άρρηκτα με την προώθηση της καταναλωτικής ιδεολογίας. Ευθυγραμμίζονται με τις ανάγκες  του διεθνούς καπιταλισμού και τις υπηρετούν[2].

Η σύγχρονη προβληματική για τα media αναπτύσσεται σε πολλά πεδία αναφοράς. Μία από τις σημαντικότερες εκφάνσεις της αφορά και την παιδαγωγική τους σκοπιμότητα. Ως λειτουργία συνδέεται με τις προϋποθέσεις του κριτικού γραμματισμού. Διερευνάται η σχεδίαση καθώς και η παιδευτική στοχοθεσία των παραγόμενων προϊόντων. Με εφαλτήριο την ευαισθησία και τη δημιουργική σκέψη διεγείρουν τη φαντασία των παιδιών, επιδρώντας ακόμη και στη συμπεριφορά τους. Οι εκπαιδευόμενοι περιβάλλονται από ένα θαυμαστό όσο και περίπλοκο σύμπαν που περιέχει «τεχνολογίες», εντυπωσιακές εικόνες και σχήματα, μία σωρεία δηλαδή «ακατέργαστων» πληροφοριών. Στη βάση αυτών των δεδομένων καλούνται να συλλάβουν την πραγματικότητα και τελικά να μάθουν τον κόσμο. Εντούτοις φαίνεται ότι συχνά  παραγνωρίζονται από τα Μ.Μ.Ε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και οι ανάγκες της παιδικής ηλικίας. Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές.

Το περιεχόμενο των media συνάπτεται και με φλέγοντα ζητούμενα ψυχοσωματικής υγείας. Η υπερέκθεση των παιδιών στην επίδραση και την αμφιλεγόμενη γοητεία των μέσων – η επισήμανση αφορά ιδίως την τηλεόραση αλλά και τα λοιπά ηλεκτρονικά περιβάλλοντα με οθονική σχεδίαση – έχει συνδεθεί με παθολογικά φαινόμενα, όπως είναι η σωματική αδράνεια και η παχυσαρκία, οι κακές διατροφικές συνήθειες – υπερκατανάλωση κυρίως junk food μπροστά στην TV – καθώς και η σφαλερή – συνήθως αρνητική – εικόνα για το σώμα. Σήμερα, τα αυξανόμενα κρούσματα της anorexia nervosa, διεθνώς, πιστοποιούν αυτήν την οδυνηρή αντίφαση. Η ψηλόλιγνη αρχετυπική φιγούρα, που προβάλλεται ως το κυρίαρχο media model, απευθύνεται στο υπέρβαρο παιδί δημιουργώντας του συχνά άγχος ή και σύνδρομα ενοχικού ψυχαναγκασμού. Σε μικρότερα ίσως ποσοστά – αλλά πάντως εξίσου ανησυχητικά – καταγράφεται ο εθισμός σε παντοειδείς εξαρτησιογόνες ουσίες (αλκοόλ, νικοτίνη…). Επιπλέον εγγράφονται και φαινόμενα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, με γνωρίσματα επιθετικότητας ή ακόμη και εκδηλώσεις στρεβλωμένης σεξουαλικότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις η άσκηση βίας – σαφώς «εικονοκλαστική», ασφαλώς απαράδεκτη και προφανώς υπαγορευμένη από συναισθηματικό αυταρχισμό ή ψυχαναγκασμό – μεταφράζεται ενδεχομένως ως μία ανεστραμμένη, αιρετική και ατυχής απόπειρα «επικοινωνίας»!...

Μολονότι συνιστά κοινότοπη εκτίμηση, εντούτοις είναι διαπιστωμένο ότι η σημερινή γενιά μεγαλώνει απέναντι από ένα δέκτη. Κοινωνικοποιείται παρακολουθώντας τη ζωή μέσα από την οθόνη μίας τηλεόρασης ή κάνοντας surfing στο Internet. Δε θα ήταν υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι πλέον οι έφηβοι από teenagers έχουν ήδη μεταβληθεί σε screenagers[3]. Αναμφίβολα, η υπερέκθεση των νέων στη ζημιογόνα επίδραση των Μ.Μ.Ε, καθώς και η ανεξέλεγκτη χρήση ή και η κατάχρησή τους δικαιώνει, σε ένα μέτρο, την κρισιμότητα αυτών των επισημάνσεων. Αντικατοπτρίζει την αρνητική έκφανση της σύνολης λειτουργίας τους. Η επιρροή τους στις ευαίσθητες προσλαμβάνουσες των νέων είναι συντριπτική, επειδή ακριβώς επιβάλλονται με ρυθμούς καταιγιστικούς.

Ωστόσο δεν παρακάμπτεται η θετική τους συμβολή στην ψυχολογία και την κοσμοαντίληψη των νέων. Διανοίγονται νέες προοπτικές στο γνωσιακό ορίζοντα των μαθητών. Οι εκπαιδευόμενοι αφυπνίζονται συνειδησιακά και ευαισθητοποιούνται απέναντι σε καίρια προβλήματα (φτώχεια, πόλεμος, περιβαλλοντική ανισορροπία και οικολογική απειλή, φαινόμενα πολιτικού εκφυλισμού και κοινωνικής νοσηρότητας)[4]. Επιπρόσθετα, έχει τεκμηριωθεί ερευνητικά ότι όσα παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα, όπου υπάρχουν τηλεοπτικοί δέκτες, κατέχουν πιο ανεπτυγμένο και πλούσιο λεξιλόγιο[5]. Η λελογισμένη χρήση – αξιοποίηση της τηλεόρασης, η παρακολούθηση επιλεγμένων προγραμμάτων, όπου το ενημερωτικό συνυφαίνεται με το ψυχαγωγικό, συντελούν στην κατάκτηση του γραμματισμού για τα media αλλά και στον εμπλουτισμό του γλωσσικού γραμματισμού ευρύτερα. Παράλληλα, με την αρωγή ποικίλων ερεθισμάτων, εκτυλίσσεται η δημιουργική φαντασία των παιδιών και η ευρηματικότητα.

Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για εκπαιδευτική κατοχύρωση του γραμματισμού στα Μ.Μ.Ε. Είναι γεγονός ότι παραδοσιακά ο εκπαιδευτικός θεσμός είχε αντιμετωπίσει τη μαζική επικοινωνία με έντονη καχυποψία, κάποτε μάλιστα και με απροκάλυπτη εχθρότητα. Ήδη από την εποχή του μεσοπολέμου επικρατούσε η άποψη ότι ανάμεσα στο εκπαιδευτικό σύστημα και τα μέσα επικοινωνίας υφίστατο μία σχέση αμοιβαίας αντιπαλότητας. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, όταν δίπλα στον τύπο και το ραδιόφωνο ήρθε να προστεθεί και η τηλεόραση, ο ανταγωνισμός εντάθηκε και η ρήξη φάνηκε να οριστικοποιείται. Η τηλεόραση κυριάρχησε και σύντομα κατέστη το πλέον δημοφιλές μέσο επικοινωνίας. Το τοπίο των media άρχισε να αποκρυσταλλώνεται στις σημερινές του συντεταγμένες. Τότε ακριβώς εμφανίζεται ένα πλήθος μελετών, που καταγράφουν τις εξελίξεις με  εύγλωττη ανησυχία. Επικρίνεται ο δυσανάλογα αυξημένος χρόνος, που καταλαμβάνει η τηλοψία στην καθημερινή ζωή των μαθητών, σε σχέση με τις τυχόν άλλες δραστηριότητές τους. Ταυτόχρονα, η εντυπωσιακή απήχηση των οπτικών και ακουστικών μέσων θεωρείται σοβαρή απειλή για την κουλτούρα του βιβλίου, την κριτική σκέψη, την αισθητική καλλιέργεια, την κοινωνικότητα και την πολιτική ευθυκρισία του δέκτη τους.

Ο προβληματισμός στρέφεται κυρίως προς τους ενδεχόμενους κινδύνους αλλοτρίωσης του νεανικού κοινού. Συνεπώς, «στη βάση αυτών των δυσοίωνων διαγνώσεων σχετικά με τις επιδράσεις των Μ.Μ.Ε στην κοινωνία, και ειδικότερα πάνω στις νεότερες γενιές, η τάση που κυριάρχησε διεθνώς στον εκπαιδευτικό κόσμο ήταν ο στιγματισμός των Μ.Μ.Ε ως το αντίπαλο δέος της εκπαίδευσης, η καταδίκη των μηνυμάτων τους ως φορέων μίας νοσηρής υποκουλτούρας, της μαζικής κουλτούρας, καθώς και η ανάπτυξη μίας αποτρεπτικής ή «προφυλακτικής» αγωγής, που επιδίωκε να ανοσοποιήσει αποτελεσματικά το ευάλωτο νεαρό κοινό από την ύπουλη σαγήνη, την ιδεολογική χειραγώγηση και, γενικότερα, τον πνευματικό αποπροσανατολισμό που ασκεί πάνω του η μαζική επικοινωνία»[6].

Όμως όλες αυτές οι αγκυλώσεις και οι καταγγελτικές εσχατολογίες που τις επένδυαν, άρχισαν σταδιακά να αμβλύνονται ήδη από τη δεκαετία του 1970. Οι νέες αντιλήψεις, που κυριαρχούν σε αρκετά πεδία των κοινωνικών και των παιδαγωγικών επιστημών, απέτρεψαν τελικά τις παρακινδυνευμένες γενικεύσεις. Αναστέλλεται η απλοϊκή θεώρηση της «δαιμονοποίησης» των Μ.Μ.Ε ως πηγής κάθε κακού! Αντιθέτως, προβάλλεται η συμβολή τους στο πολιτικό και πολιτισμικό εκδημοκρατισμό των σύγχρονων κοινωνιών. Επιπλέον, τα ερευνητικά πορίσματα από τις πρόσφατες επικοινωνιολογικές μελέτες πιστοποιούν την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στα Μ.Μ.Ε και το κοινό τους. Δεν καθορίζονται όμως ως μονοσήμαντη υποβολή ή χειραγώγηση. Απεναντίας πρόκειται για μία σχέση ισχυρής όσο και περίπλοκης αλληλεπίδρασης, στο πλαίσιο της οποίας μεσολαβούν καθοριστικά οι αξίες και οι στάσεις του κοινού, οι ιδεολογικές οσμώσεις, καθώς και το σωρευμένο μορφωτικό και πολιτισμικό κεφάλαιο.

Τώρα επισημαίνεται η παιδευτική σημασία της μαζικής επικοινωνίας για την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Tα περισσότερα αμερικανικά και ευρωπαϊκά σχολεία υιοθετούν την αγωγή στα Μ.Μ.Ε και εφαρμόζουν ομόλογες παιδαγωγικές πρακτικές[7]. Αναγνωρίζεται πλέον η καθοριστική συμβολή των μέσων στις πιο ζωτικές εκφάνσεις των σύγχρονων κοινωνικών διαδικασιών: από την πληροφόρηση και τις πολιτικές εξελίξεις στη διάχυση της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογικής καινοτομίας, από τη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης και της κρατούσας ηθικής στην ανάπτυξη των τεχνών και την πρόσληψή τους.

Μάλιστα και η UNESCO εμπλέκεται δυναμικά στην όλη διαδικασία. Καταρχάς επιχειρήθηκε η αποσαφήνιση των στόχων της αγωγής στα Μ.Μ.Ε. Το 1979 στα πλαίσια μιας συνόδου ειδικών, που συγκλήθηκε στο Παρίσι, η αγωγή στα Μ.Μ.Ε ορίστηκε ότι περιλαμβάνει «κάθε είδος μελέτης, εκμάθησης και διδασκαλίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες της ιστορίας, της δημιουργικότητας, της χρήσης και της αξιολόγησης των Μ.Μ.Ε.  Ομοίως μελετώνται οι κοινωνικές τους επιδράσεις και οι αλλαγές, που έχουν επιφέρει στον τρόπο αντίληψης, ο ρόλος τους στη δημιουργική εργασία, η πρόσβαση και η συμμετοχή των πολιτών στις λειτουργίες τους». Εν συνεχεία, το 1982 στο Διεθνές Συμπόσιο της UNESCO στην τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογράφεται από τους αντιπροσώπους δεκαεννέα κρατών η Διακήρυξη για την Αγωγή στα Μ.Μ.Ε. Επιδιώκεται η καθιέρωση και αυτής της διδακτικής επιλογής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με σκοπό «την ανάπτυξη της γνώσης, των δεξιοτήτων και των στάσεων, που θα επιτρέψουν την ενίσχυση της κριτικής επίγνωσης και κατά συνέπεια της ικανότητας όσων χειρίζονται τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα».

Με γνώμονα αυτές τις διαπιστώσεις, η παιδαγωγική των Μ.Μ.Ε δυνητικά καλύπτει ένα ευρύ γνωστικό φάσμα[8]. Περιλαμβάνει την ιστορία και την τεχνολογία των Μ.Μ.Ε , τη μελέτη της οικονομικής και θεσμικής τους λειτουργίας, ζητήματα δεοντολογίας και ελευθερίας στην έκφραση, την πολιτική και κοινωνική τους ταυτότητα. Συνεκδοχικά διερευνώνται τα ειδολογικά γνωρίσματα των μηνυμάτων τους, τα ιδεολογικά και αισθητικά τους κριτήρια και τέλος η πρόσληψη και η ερμηνεία τους από το δέκτη. Ένα τυπικό πρόγραμμα αγωγής στα Μ.Μ.Ε συνδυάζει διαφορετικούς γνωστικούς τομείς, δίνοντας έμφαση στις εκάστοτε μαθησιακές προσδοκίες αλλά και στο επίπεδο των μορφωτικών και κοινωνικών εμπειριών, που φέρουν οι εκπαιδευόμενοι.

            Η παιδαγωγική των Μ.Μ.Ε εγγράφεται στο ισχύον κοινωνικό πλαίσιο. Eπειδή καθορίζεται από το υφιστάμενο επικοινωνιακό γίγνεσθαι, η κριτική εγγραμματοσύνη για τα media υπάγεται στο πολιτισμικό είναι. Κατά συνέπεια η γνώση και η μάθηση ανασημαίνονται ως προς την διδακτική πραγμάτευση αλλά και ως προς την παιδευτική σκοπιμότητα. Τα κριτήρια αξιολόγησης τίθενται στη βάση της ορθολογιστικής τους προσέγγισης. Η σχέση εκπαιδευόμενος versus Μ.Μ.Ε εκ των πραγμάτων είναι πολυεδρική και εποικοδομητική∙ νομοτελειακά συνεπάγεται την αλληλεπίδραση. Η εκπαίδευση στα Μ.Μ.Ε αφορά τις διδακτικές διαδικασίες και τις μαθησιακές προσεγγίσεις σε σχέση με τα έντυπα και τα οπτικοακουστικά μέσα επικοινωνίας.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος - Θεατρολόγος

Σημείωση Φαρέτρας: Το ερχόμενο Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου, θα δημοσιευτεί το τέταρτο και τελευταίο  μέρος της σειράς.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

[1]               Παπαθανασόπουλος (2005, 21).

[2]               Οι ομοιότητες είναι διαπιστωμένες αλλά όχι κατ’ ανάγκη γενικευτικές. Πρβλ ό.π  Παπαθανασόπουλος (2005, 24). Καθορίζονται από τις δομικές ιδιαιτερότητες των επικοινωνιακών συστημάτων σε εθνικό επίπεδο (π.χ καθεστώς ιδιοκτησίας των κρατών και συνθήκες εποπτείας ή χρηματοδότησης). Επιπλέον διαφέρουν τα πολιτισμικά πρότυπα και τα κριτήρια συμπεριφοράς σε σχέση με την αντικειμενική χρήση των Μ.Μ.Ε σε κάθε περίπτωση. Κατ’ επέκταση και η δυναμική του πνευματικού πατερναλισμού εννοιολογικά διαφοροποιείται. Μάλλον στη νέα τάξη της επικοινωνίας λαμβάνεται με ασθενέστερο νόημα. Προσεγγίζεται πλέον ως δεδομένο – μη αναστρέψιμο – παρά ως γενεσιουργό αίτιο…

[3]               Βλ. αναλυτικότερα Γκόλια – Ζυγούρη – Παπαγεωργίου (2002).

[4]              Πρβλ Dorr (1986) και Davies (1989). Ο Chinnery (2006) μάλιστα υπερθεματίζει σχετικά με τα μαθησιακά αποτελέσματα από τη συστηματική χρήση των υπολογιστών και την αξιοποίηση του Διαδικτύου και ευρύτερα των Μ.Μ.Ε στη γλωσσική διδασκαλία. Εκτιμά ότι η αποδοτικότητα της μεθόδου ενισχύεται στο πολλαπλάσιο,  εφόσον πληρούνται σαφείς διδακτικές προϋποθέσεις. Οι εκπαιδευόμενοι πρέπει να έχουν διασφαλισμένη τη δυνατότητα δημιουργικής αλληλεπίδρασης και γόνιμης συνεργασίας κατά τη διαπραγμάτευση των εξεταζόμενων εννοιών. Επιπλέον, μαθαίνουν να εμπλέκονται σε αυθεντικές διαδικασίες προσομοιωμένες με τα οικεία γλωσσικά τους περιβάλλοντα. Ενθαρρύνονται διαρκώς για την παραγωγή λόγου (design), ενώ σταθερά υποστηρίζεται η μαθησιακή τους αυτονομία και δυναμική – αυτορρυθμιζόμενη ή κατευθυνόμενη. Τέλος, έχουν τον επαρκή χρόνο για την εσωτερίκευση  των νοημάτων και την αναγκαία ανατροφοδότησή τους.

[5]               Κουτσουβάνου (1991). Ασφαλώς δεν παραγνωρίζεται η ανασχετική επίδραση των Μ.Μ.Ε συνολικά. Ο κίνδυνος της πολιτικής χειραγώγησης παραμένει αδιάλειπτος. Η καταναλωτική ιδεολογία δεσπόζει. Εν προκειμένω αφορά τη συγκεκαλυμμένη ή και την απροκάλυπτη εξαχρείωση της γλώσσας. (Σεραφετινίδου, 1991). Κι αν ακόμη η εκτίμηση για ολοκληρωτικό έλεγχο του ατόμου στο εγγύς μέλλον είναι υπερβολική ή επισφαλής (Σαρίκας, 1987, 71), ωστόσο η εκπαίδευση για τα μέσα διαγράφεται ως το υγιές αντιστάθμισμα. Δύναται να ελέγξει την παθογένεια εκ των ένδον και ενδεχομένως να την αποτρέψει.

[6]              Πασχαλίδης (2003, 197).

[7]               Ο Σταύρος Καμαρούδης (2005) σε πρόσφατη ανακοίνωσή του στη Θεσσαλονίκη – 26η Επιστημονική Συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ – παρουσίασε εμπεριστατωμένα τα παιδευτικά πορίσματα από τη θεσμοθετημένη «Εβδομάδα του Τύπου» στα σχολεία της Γαλλίας. Πρβλ και http//www.clemi.org.

[8]              Πασχαλίδης, ό.π (2003, 199 κε). Πρβλ και τα Άρθρα ΙΙ-71 και ΙΙΙ-280 στην πρόσφατη Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης (Εθνικό Τυπογραφείο Αθηνών, 2005). Τονίζεται ρητά η ελευθερία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και ο σεβασμός της πολυφωνίας, η παιδευτική τους αποστολή καθώς και η συμβολή τους στο σύγχρονο πολιτισμικό γίγνεσθαι.

Συντάκτης

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου
Αριστοτέλης Παπαγεωργίου 98 posts

Φιλόλογος - Θεατρολόγος - MSc Παιδαγωγικής

Ειδήσεις με Διάρκεια