Θηριώδες το εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας, το κόστος του οποίου θα ξεπεράσει τα 25 δις ευρώ σε βάθος δεκαετίας.
Ο –άγνωστος– νονός του νέου συστήματος καταφέρνει να εφαρμόσει με έξυπνο τρόπο τη λογική «σημαίνοντος και σημαινόμενου». Από τη μία, αξιοποιεί την «Ασπίδα» για να σηματοδοτήσει έναν αμυντικό προσανατολισμό και, από την άλλη, τον «Αχιλλέα», διότι για κάποιο λόγο η επίκληση σε αρχαιοπρεπή ονόματα προσδίδει κύρος και «coolness» στο οτιδήποτε. Παράλληλα, ίσως δεν είναι τυχαίο ότι το αντίστοιχο «Ιron Dome» του Ισραήλ έχει ονομαστεί «Σφεντόνα του Δαυίδ» (David’s Sling), προωθώντας έτσι μία αν μη τι άλλο ιδιαίτερη πρακτική σχετικά με το πώς κάθε κράτος χρειάζεται να ανατρέξει στο εθνικό παρελθόν του ώστε να ανακαλύψει εκείνα τα μυθικά αντικείμενα που θα νοηματοδοτούν τις στοχεύσεις του εκάστοτε εξοπλιστικού προγράμματος.
Στα του οίκου μας, το όνομα «Ασπίδα του Αχιλλέα» προφανώς προέρχεται από τη Ραψωδία Σ΄ της Ιλιάδας. Σ’ αυτή, ο Ήφαιστος –ύστερα από παράκληση της Θέτιδας – κατασκευάζει τα νέα όπλα του Αχιλλέα ενόψει της κρίσιμης αναμέτρησής του με τον Έκτορα. Μεταξύ αυτών των όπλων είναι και μία ασπίδα, πάνω στην οποία ο θεός δημιουργεί και μια σειρά από εικόνες με πληθώρα θεματικών, όπως πολεμικές αναμετρήσεις, εμπορικές συναλλαγές, γεωργικές εργασίες κ.ο.κ. Ο Όμηρος στέκεται ιδιαίτερα σ’ αυτό το παράξενο τεχνούργημα, η περιγραφή του οποίου καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Ραψωδίας Σ΄, στην οποία ο ραψωδός δίνει τα ρέστα του. Κάθε στίχος, κάθε φράση, κάθε λέξη, μιλά για έναν άλλο κόσμο, κάπως άχρονο, κάπως καθημερινό, κάπως χαμένο στο χώρο. Από τη θορυβώδη αγορά μίας ανώνυμης πόλης μέχρι το γαλήνιο άπειρο του έναστρου ουρανού, ο αναγνώστης (ή ο ακροατής μιας και τα έπη απαγγέλλονταν) απολαμβάνει ένα απαραίτητο διάλειμμα από την τρέλα του Τρωϊκού Πολέμου. Πρόκειται για ένα σπουδαίο απόσπασμα, στο οποίο αξίζει να ανατρέξει κανείς, ξεπερνώντας ενδεχόμενες μετατραυματικές εμπειρίες που ίσως προέκυψαν κατά τα σχολικά χρόνια από απροειδοποίητα τεστ στο μάθημα της Ιλιάδας.
Θεωρητικά, ο Ήφαιστος δεν έχει κανένα λόγο να χαράξει αυτές τις εικόνες πάνω στην ασπίδα. Στην τελική, πρόκειται για ένα όπλο. Και τι κάνουν τα όπλα; Αξιοποιούνται στη μάχη. Τον κόφτει πραγματικά τον στρατιώτη αν θα σκοτωθεί κουβαλώντας ένα αριστουργηματικό έργο τέχνης; Μάλλον όχι. Ωστόσο, ο Όμηρος επιλέγει να εντάξει στην αφήγηση του όλη τη διαδικασία κατασκευής μιας τέτοιας ασπίδας, αφενός, για να αναδείξει τη σημασία της τέχνης στη ζωή του ανθρώπου και, αφετέρου, για να μιλήσει για κοινωνίες που συνεχίζουν να ζουν σε ένα καθεστώς ειρήνης, ασχέτως εάν ο πόλεμος είναι πανταχού παρών. Σε τελική ανάλυση, ας μην ξεχνάμε ότι η Ιλιάδα βρίθει από αντιπολεμικά μηνύματα, όπως έχουν αναδείξει και ειδικότεροι εμού, οι οποίοι σίγουρα μπορούν να μιλήσουν και για την ασπίδα με πολύ πιο αναλυτικές και εμπεριστατωμένες προσεγγίσεις.
Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπ’ όψιν, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο νονός του ΥΠΕΘΑ μάλλον πιάστηκε αδιάβαστος. Σε μία συγκυρία αυτόκλητων λογοκριτών στην τέχνη, σε μία ατμόσφαιρα καλλιέργειας απαράδεκτων φιλοπολεμικών αντανακλαστικών, σε μία περίοδο γενικότερης υποβάθμισης και απαξίωσης των ανθρωπιστικών επιστημών, η αναφορά σε ένα αρχαίο έπος «just for the sake of epicness», απλά προδίδει ρηχότητα ή, τέλος πάντων, αδιαφορία για την ουσία των όσων διαβάζουμε (και σίγουρα θα βαθμολογούνταν κάτω από τη βάση σε απροειδοποίητο τεστ – καμία αριστεία εδώ). Εξάλλου, τέτοιου τύπου παρερμηνείες συνιστούν διαχρονικό κουσούρι του ελληνικού στρατού, αν σκεφτεί κανείς και τα πάμπολλα έρμα μονόστιχα του Ομήρου που κατά κόρον κοσμούν τις επιμέρους στρατιωτικές μονάδες. Σίγουρα δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη παθογένεια που μπορεί να επισημάνει κανείς, αλλά καλό είναι να αναδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία, ειδικά αν αφορά τον εξευγενισμό ενός πολυδάπανου εξοπλιστικού προγράμματος για το οποίο προκύπτουν σοβαρές ενστάσεις σε πολλαπλά επίπεδα.
Υ.Γ. Η περιγραφή της ασπίδας είναι εξαιρετικά σημαντική και για έναν ακόμη λόγο. Περιλαμβάνει μία από τις πρώτες –αν όχι την πρώτη– καταγραφή δίκης. Διότι μπορεί πλέον, λίγες χιλιετίες αργότερα, να μην πολεμάμε με ασπίδες και να μην καλλιεργούμε το έδαφος με βόδια και άροτρα, αλλά η ύπαρξη ενός κοινώς αποδεκτού δικαιϊκού συστήματος, εξακολουθεί να αποτελεί απαραίτητο θεσμικό θεμέλιο για κάθε κοινωνία.
……………











