Άρθρα Κοινωνία

“Από την Ψυχολογία των Μαζών, στην Κοινωνία του Θεάματος και στην Κοινωνία της Συνεχούς Γνώμης” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Η ιστορία της νεωτερικότητας μπορεί να ιδωθεί ως η ιστορία της σταδιακής μεταμόρφωσης της ανθρώπινης συνείδησης υπό την επίδραση της μάζας, της εικόνας και τελικά της αδιάκοπης δημόσιας έκφρασης

Από την ανάλυση της μάζας στον Γκυστάβ Λε Μπον έως την κοινωνία του θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ και από εκεί στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, αναπτύσσεται μια ενιαία εξελικτική γραμμή: η μετάβαση από τον πολίτη στο μαζικό άτομο, από το πρόσωπο στον θεατή και τελικά από τον θεατή στον διαρκή παραγωγό γνώμης.

Η Ψυχολογία των μαζών του Λε Μπον υπήρξε από τα πρώτα έργα που επιχείρησαν να εξηγήσουν τη συλλογική ψυχολογία των μαζών. Ο Λε Μπον υποστηρίζει ότι όταν το άτομο εντάσσεται σε πλήθος, μεταμορφώνεται ψυχικά. Η προσωπική ευθύνη μειώνεται, η ατομική κρίση αποδυναμώνεται και το συναίσθημα αποκτά κυριαρχικό ρόλο. Η μάζα λειτουργεί με παρόρμηση, εικόνες και συνθήματα. Δεν σκέφτεται αναλυτικά αλλά αντιδρά άμεσα και συγκινησιακά. Μέσα στη μάζα ο άνθρωπος αισθάνεται ανώνυμος, και αυτή η ανωνυμία τον απελευθερώνει από τους συνηθισμένους φραγμούς της ατομικής ηθικής.

Ο Λε Μπον κατανόησε κάτι βαθύτερο από μια απλή κοινωνιολογική παρατήρηση: ότι η νεωτερικότητα παράγει νέους τύπους ανθρώπου. Η άνοδος των πόλεων, η βιομηχανική επανάσταση, η μαζική πολιτική και τα μέσα επικοινωνίας συγκρότησαν κοινωνίες όπου η συλλογική ψυχολογία αποκτά τεράστια δύναμη. Η πολιτική πλέον δεν οργανώνεται μόνο μέσω επιχειρημάτων αλλά μέσω συμβόλων, μύθων, συναισθημάτων και εικόνων. Η μάζα αναζητά βεβαιότητα, απλότητα και ένταση. Το σύνθημα συχνά υπερισχύει της σκέψης.

Το φαινόμενο αυτό αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο κατά τον 20ό αιώνα. Η μάζα δεν συγκροτείται πλέον μόνο σε δρόμους, πλατείες ή πολιτικές συγκεντρώσεις. Συγκροτείται μέσω των ψηφιακών μέσων. Η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, η διαφήμιση και η βιομηχανία της εικόνας δημιουργούν μια νέα μορφή κοινωνίας, όπου η εμπειρία διαμεσολαβείται ολοένα και περισσότερο από αναπαραστάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η σκέψη του Γκυ Ντεμπόρ και το έργο του Η κοινωνία του θεάματος.

Ο Ντεμπόρ υποστηρίζει ότι το θέαμα δεν είναι απλώς συσσώρευση εικόνων αλλά ένας τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας. Η περίφημη θέση του ότι «το θέαμα είναι κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από εικόνες» σημαίνει ότι οι άνθρωποι παύουν να σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους και αρχίζουν να σχετίζονται μέσω αναπαραστάσεων. Η ζωή μετατρέπεται σε κατανάλωση εικόνων. Ο άνθρωπος δεν συμμετέχει πλέον ενεργά στην πραγματικότητα αλλά την παρακολουθεί ως θεατής.

Το θέαμα αποτελεί μορφή εξουσίας. Δεν επιβάλλεται μόνο με καταναγκασμό αλλά με γοητεία, επιθυμία και συνεχή διέγερση της προσοχής. Η πολιτική γίνεται παράσταση, η κοινωνική εμπειρία γίνεται εικόνα και η ταυτότητα του ανθρώπου εξαρτάται από τη δημόσια προβολή. Η οικονομία του ύστερου καπιταλισμού μετατρέπει ακόμη και την προσοχή σε εμπόρευμα. Η ορατότητα γίνεται μορφή κεφαλαίου. Ο άνθρωπος μαθαίνει να υπάρχει μέσα από το να φαίνεται.

Ωστόσο, η σημερινή ψηφιακή εποχή έχει προχωρήσει πέρα ακόμη και από την κοινωνία του θεάματος. Η σύγχρονη κοινωνία δεν αρκείται πλέον στην παθητική θέαση. Απαιτεί συνεχή συμμετοχή. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο θεατής αλλά διαρκής σχολιαστής. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οργανώνουν έναν κόσμο όπου κάθε γεγονός απαιτεί άμεση αντίδραση, κάθε εικόνα δημόσια τοποθέτηση και κάθε εξέλιξη διαρκή παραγωγή γνώμης. Εδώ αναδύεται η έννοια της «Κοινωνίας της συνεχούς γνώμης».

Η κοινωνία της συνεχούς γνώμης αποτελεί μια νέα φάση της μαζικής κοινωνίας. Η γνώμη αποδεσμεύεται από τη γνώση και μετατρέπεται σε μηχανισμό κοινωνικής παρουσίας. Η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο να βλέπεις ή να φαίνεσαι, όπως αναλύει ο Ντεμπόρ, αλλά στο να εκφράζεσαι αδιάκοπα. Η δημόσια ύπαρξη εξαρτάται από τη συνεχή αντίδραση. Ο άνθρωπος πιέζεται να έχει θέση για όλα, ακόμη και όταν δεν διαθέτει τον χρόνο ή τη γνώση να επεξεργαστεί όσα συμβαίνουν.

Σε αυτή τη συνθήκη η ταχύτητα υπερισχύει της κατανόησης. Η πληροφορία δεν μετατρέπεται σε γνώση αλλά σε ακαριαία γνωμολόγηση. Ο ψηφιακός άνθρωπος ζει υπό καθεστώς συνεχούς αξιολόγησης και επιβεβαίωσης. Τα likes, τα σχόλια και οι κοινοποιήσεις λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικής αναγνώρισης. Η αορατότητα βιώνεται σχεδόν ως κοινωνική ανυπαρξία. Έτσι δημιουργείται ένας νέος τύπος ψυχολογίας, όπου η ανάγκη συμμετοχής και έκφρασης μετατρέπεται σε υπαρξιακή απαίτηση και αγωνία.

Η μετάβαση αυτή αλλάζει ριζικά τη μορφή της μάζας. Η παλιά μάζα ήταν στιγμιαία και φυσικά συγκεντρωμένη. Η μάζα της κοινωνίας του θεάματος ήταν παθητική και τηλεοπτική. Η σύγχρονη μάζα είναι ψηφιακή, δικτυωμένη και αλγοριθμικά οργανωμένη. Δεν βρίσκεται πλέον μόνο στις πλατείες αλλά στα feeds, στα hashtags, στα trends και στους αλγορίθμους. Η μαζική ψυχολογία δεν ενεργοποιείται περιστασιακά αλλά λειτουργεί συνεχώς.

Σε αυτό το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι αλγόριθμοι. Η σημερινή μάζα δεν είναι απλώς αυθόρμητη αλλά τεχνολογικά επιταχυνόμενη. Οι ψηφιακές πλατφόρμες επιβραβεύουν:

Την υπερβολή,

Τη σύγκρουση,

Τη συναισθηματική ένταση,

Και την ακαριαία αντίδραση.

Η οργή και ο φανατισμός διαδίδονται γρηγορότερα από τη σκέψη. Η πολυπλοκότητα απορρίπτεται, ενώ η απλουστευτική γνώμη ενισχύεται αλγοριθμικά. Έτσι δημιουργείται μια αδιάκοπη κατάσταση συλλογικής ψυχικής διέγερσης.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιά ανθρωπολογικές. Ο άνθρωπος δυσκολεύεται να μείνει μόνος με τη σκέψη του. Η σιωπή μοιάζει αφύσικη. Η αργή επεξεργασία αντικαθίσταται από την ακαριαία αντίδραση. Το πρόσωπο μετατρέπεται σε διαρκές δημόσιο προφίλ. Η ταυτότητα παύει να συγκροτείται εσωτερικά και εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την εξωτερική επιβεβαίωση.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ανάγκη για μια νέα μορφή ηθικής αντίστασης: τη γνωστική ακεραιότητα. Αν η μαζική κοινωνία απειλεί την ατομική κρίση και η κοινωνία του θεάματος απειλεί την αυθεντική εμπειρία, τότε η κοινωνία της συνεχούς γνώμης απειλεί την ίδια τη δυνατότητα συγκροτημένης σκέψης. Η γνωστική ακεραιότητα μπορεί να νοηθεί ως η ικανότητα του ανθρώπου να προστατεύει τη σκέψη του από τον θόρυβο της αδιάκοπης αντίδρασης.

Η γνωστική ακεραιότητα δεν σημαίνει απομόνωση από την κοινωνία αλλά συνειδητή αντίσταση στη βιασύνη της γνωμολόγησης. Περιλαμβάνει:

Την ικανότητα καθυστέρησης της κρίσης,

Το δικαίωμα της σιωπής,

Την άρνηση συμμετοχής σε κάθε κύμα μαζικής αντίδρασης,

Και την ηθική ευθύνη της πνευματικής εγκράτειας.

Σε μια εποχή όπου όλοι πιέζονται να μιλούν συνεχώς, η σιωπή αποκτά φιλοσοφική και πολιτική σημασία. Η σκέψη χρειάζεται χρόνο, απόσταση και εσωτερικότητα. Η κοινωνία της συνεχούς γνώμης όμως καταστρέφει ακριβώς αυτές τις προϋποθέσεις, διότι μετατρέπει την πάση θυσία δημόσια αντίδραση σε βασικό όρο κοινωνικής ύπαρξης.

Η εξέλιξη της νεωτερικής κοινωνίας μπορεί επομένως να αποδοθεί ως εξής: ο Λε Μπον περιέγραψε την ψυχολογία της μάζας, ο Ντεμπόρ περιέγραψε την κοινωνία του θεάματος και η σύγχρονη ψηφιακή εποχή οδηγεί στη συγκρότηση μιας κοινωνίας συνεχούς γνώμης. Από τη μάζα περάσαμε στο θέαμα και από το θέαμα στην αδιάκοπη γνωμολόγηση.

Το μεγάλο ερώτημα του μέλλοντος ίσως δεν είναι απλώς αν ο άνθρωπος θα διατηρήσει την ελευθερία της έκφρασης, αλλά αν θα διατηρήσει τη δυνατότητα της απρόσκοπτης σκέψης μέσα σε έναν κόσμο που απαιτεί να εκφράζεται αδιάκοπα.

banner-article

Ροη ειδήσεων